Η πόλη μας μέσα στα γιορτινά διαλείμματα γεμίζει από επισκέπτες που χαίρονται την ομορφιά της.
Τους συναντούμε στα παραλιακά καφέ να απολαμβάνουν με την παρέα τους δίπλα στη λίμνη, με τον έμβιο κόσμο της, ή να βρίσκουν από τα καταστήματα ψάχνοντας για τα ενθύμια που θα τους θυμίζουν το πέρασμά τους από την Καστοριά.
Σίγουρα η πόλη μας προσελκύει τους κοντινούς και τους πιο μακρινούς τουρίστες, που εκτός των προαναφερόμενων είναι το φαγητό που απολαμβάνουν που είναι εξαιρετικό, όπως ακούμε εδώ και χρόνια.
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που τους εντυπωσιάζουν καθώς αισθάνονται πως φθάνουν σε μια πόλη που από τα βυζαντινά χρόνια ήταν δυτικό άκρο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μια συνοριακή πόλη, με τείχη από τα χρόνια του Ιουστινιανού. Μαζί με τα τείχη υπάρχουν και «τα ακριβά μας εκκλησάκια» που κάνουν την πόλη μοιάζει με ένα υπαίθριο μουσείο, με μικρούς ναϊσκους κρυμμένους ανάμεσα στα σύγχρονα και άχαρα οικοδομήματα. Πρόκειται για τους μεταβυζαντινούς ναούς που κτίστηκαν μετά την κατάληψή της από τους Οθωμανούς. Αρκεί να σημειωθεί ότι η Καστοριά ήταν τότε γνωστή στους λαούς των βαλκανίων και τούς Βενετούς, που είχαν το ελεύθερο να φτάνουν ως τα μέρη μας και να διακινούν τα προϊόντα τους. Σ΄ ένα χρυσόβουλο του 1198 – σφραγισμένο με χρυσή βούλα – η πόλη αυτή – το κάστρο μας – ερχόταν σε φήμη δεύτερη μετά τη Θεσσαλονίκη.
Σε κάθε εκκλησάκι υπάρχουν αγιογραφίες που μας «μιλούνε».
Στην Παναγιά Κουμπελίδικη ο ανώνυμος ζωγράφος άφησε με τα πινέλα του το σημαντικό γεγονός για την διαίρεση των δύο εκκλησιών μετά το σχίσμα του 1054, σε Ανατολική και Δυτική εκκλησία στην αγιογραφία το filioque.
΄Οποια εκκλησάκια επισκέπτονται οι τουρίστες μας, νιώθουν τη γαλήνη, τη γλυκιά σιωπή, την κατάνυξη, τις ακτίνες φωτός που φτάνουν από τα μικρά παράθυρα μέσα στο ναό προσθέτοντας την συγκίνηση που του πρέπει.
Στην Παναγιά Μαυριώτισσα μας περιμένουν νέες εκπλήξεις. Οι αρχαιολόγοι και όλοι οι γνώστες της βυζαντινής αγιογραφίας που φροντίσανε για την ανακαίνισή της, ξαναφέρανε τα αρχικά, ζωντανά χρώματα της Μακεδονικής σχολής που είχαν ξεθωριάσει μέσα σε τόσους αιώνες. Εξαιρετική η γνώση όλων όσων ασχολήθηκαν, καθώς επίσης ότι σ΄ ένα κομμάτι σκεπασμένο του δαπέδου του ναού, μέσα από άθραυστο γυαλί μπορεί ο καθένας μας να δεί τα θεμέλια άλλου παλαιότερου ναού, πριν την ήττα των Νορμανδών από τον Αλέξιο τον Α΄ Κομνηνό το 1083.
Είναι σπουδαία κληρονομιά για τα παιδιά μας που μεγαλώνουν εδώ να διδάσκονται την τοπική μας ιστορία… και από ποιους πρέπει να το απαιτήσουμε το μάθημα της τοπικής ιστορίας επιτακτικά, ώστε αυτή η σκέψη των ολίγων να γίνει πρόταση των πολλών;…
Ως τουριστικός προορισμός η πόλη έχει τα προσόντα της και τα παιδιά δε θα φεύγουν να εργασθούν στις ομπρέλες και τα καφέ των νησιών μας – όλα αυτά σε βάθος χρόνου – .
Μέσα από σοβαρές δράσεις και την σχέση της με την γουνοποϊα, έχει προοπτικές.
Η πλατεία Ντολτσού (Αφών Εμμανουήλ) είναι πολλαπλώς σπουδαία. Εκεί δίδαξε ο ΄Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Εκεί γίνονταν επι τουρκοκρατίας το παζάρι, εκεί ήταν η χριστιανική συνοικία και χτίστηκαν αρχοντικά, που κι ο Εβλιγιά Τσελεμπή, οθωμανός περιηγητής περιγράφει το 1662. Εδώ πρωτοκτιστήκανε τα μεγάλα αρχοντικά, μετά την άνθηση του εμπορίου, που οι συμπολίτες μας έφεραν από τις χώρες της Ευρώπης έξω από τα τείχη της και συνέβαλαν στην άνοδο της αστικής τάξης.
Κι όμως σ΄ αυτή την πλατεία κοπήκανε πρόσφατα στη διάρκεια της ανακαίνισής της δέντρα και πάλι, όπως κι αλλού, κι ο ποιητής – ας είναι καλά – ξέρει πώς να το διατυπώσει… «χωρίς περίσκεψιν, λύπην, χωρίς αιδώ…» Κ. Καβάφη.
Η Καστοριά – το κάστρο μας – καταλήφθηκε το μεγάλο Σάββατο του 1386 από τα τουρκικά στρατεύματα, 69 χρόνια πριν «πέσει» η Κωνσταντινούπολη. Μέσα στα 527 χρόνια κατοχής, βάστηξε τα ιδεώδη της, την πίστη, την γλώσσα. Στις αρχές του εικοστού αιώνα – 11/11/12 – ήλθε και η ελευθερία της, ανήμερα του Αγίου Μηνά κι από κεί και μετά η ένταξή της στην Ελλάδα. Πέρασε επι δεκαετίες δημιουργικά η πόλη χάρη στους πρωτοπόρους ταξιδιώτες που άφησαν θέση για τους νεότερους, που επίσης συνέβαλαν στην περαιτέρω άνθιση. ΄Όμως όπως το λέει η παροιμία «η ζωή σκάλες ανεβάζει, σκάλες κατεβάζει».
Ποιοί θα σκύψουν τώρα με αγάπη στην ιστορία της πόλης και την γούνα, αν δεν υπάρχουν οι νέοι; Οι νέοι που να νοιάζονται , όπως νοιάζονται για τα ραγκουτσάρια. ΄Όμως από κεί και μετά τι γίνεται; Τώρα τουλάχιστον δεν ζούμε στην «κοιλάδα της αφθονίας» κι αν επιβιώνουμε, είναι επειδή κάτι υπάρχει στην άκρη και μας συντηρεί. Εδώ θα φανεί αν ο πολιτιστικός πατριωτισμός θα μας βάλει σε σκέψεις, αν και εφόσον ως δημότες νοιώθουμε στο πετσί μας την αγάπη και την ανάγκη να βαστήξουμε ζωντανή την πόλη, να ξαναδούμε απ΄ την αρχή το μεγάλο θέμα της γούνας που την ανέδειξε. Αρκεί – πλην και άλλων προϋποθέσεων – να παίρνουμε μέρος στα συλλογικά συμβούλια ως πραγματικοί εθελοντές που ανιδιοτελώς προσφέρουν υπηρεσίες ως μη αμοιβόμενοι.
Το λέει και ο ποιητής με τον τρόπο του… «γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα κι αυτοί βαριούνται ευφράδειες και δημηγορίες» Κ. Καβάφη.
Μπορεί ακόμη πολλά να γράφτηκαν στο παρελθόν, όνειρα και σκέψεις για την πόλη μας από συμπολίτες – κατά καιρούς- που πέσανε στον πάτο του καλαθιού, μ΄ ότι άχρηστο στις δεκαετίες που πέρασαν, και τίποτε δεν ακούστηκε, ώστε να μείνει αβοήθητη στον πολιτισμό και την ιστορία της.
Ακόμη και στα βυζαντινά χρόνια δοκιμάστηκε η πόλη μας στις εμφύλιες διαμάχες, πέντε αυτοκράτορες νοιάστηκαν γι αυτήν, έως ότου τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου την πήραν οι Αγαρηνοί.
Η πόλη μας εξακολουθεί να ανήκει στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, κι όσοι συμπολίτες μας πέρασαν από εκεί ωφελήθηκαν και ευεργέτησαν την «γλυκειά Κεσριέ» που την θαύμασαν κάποιοι εκ των κατακτητών… Ο Μανωλάκης πρωτοπόρος βέβαια τους έδειξε τα μονοπάτια του εμπορίου και ύστερα άνοιξαν οι δρόμοι για τον Βορρά και την κεντρική Ευρώπη, φθάνοντας οι δικοί μας ως τη Μόσχα και τη Νίζνα Νοβγκοφόντ.
Η ΄Αννα Κομνηνή αναφέρει στην Αλεξιάδα της την περιγραφή της πόλης μας… «Λίμνη της εστίν η της Καστορίας, εν η τράχηλος από της χέρσου εισέρχεται και περί το άκρον ευρύνεται εις πετρώδους βουνούς αποτελευτών. Περί δε τον τράχηλον και πύργοι και μεσοπύργια ωκοδόμηνται».
Ακούστηκε κάποτε παλιά από κάποιους ονειροπόλους να λένε μεταξύ τους πόσο αρμονικά ωραία θα δείχνει μια επιμελημένη καλλιτεχνική ταμπέλα που να γράφει με χρυσά γράμματα τα παραπάνω καθώς μπαίνει κανείς στην πόλη εκεί που γράφτηκε I love Kastoria.
Ακόμη κι ο μακρινός απόγονος του στρατηγού Γαζή Εβρέν , που κατέλαβε την πόλη μας μαζί με τον Χαϊρεντήν, έφθασε ως εδώ για να δει με τα μάτια του ποια πόλη κατέκτησε ο μακρινός παππούς του…
Στην τελευταία του επίσκεψη στην πόλη μας ο κ. Κλίφ Ρούσσο απόγονος εβραϊκής οικογένειας της Καστοριάς, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι θα γίνει με δαπάνες τους κάτι σημαντικό εκ θεμελίων, μια και η συναγωγή χάθηκε μέσα στη μπόρα του πολέμου ή λίγο αργότερα.
Το κοσσιουμλί τζαμί είναι σχεδόν έτοιμο για να γίνει επισκέψιμο. Το ίδιο θα συμβεί και με τον Μενδρεσέ. ΄Όλα αυτά τα μνημεία πολιτισμού έμειναν μέσα στην ιστορική της διαδρομή μαζί με τα «ακριβά μας εκκλησάκια», με την λίμνη Ορεστειάδα που την είπανε οι Τούρκοι Σαχ Γκιολ- βασιλική λίμνη-, το ενυδρείο προς τιμήν του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τα αρχοντικά της, τα μουσεία, τη σπηλιά του Δράκου, το λιμναίο Οικισμό, είναι άξια προστασίας… γιατί ο ποιητής ήδη γνώριζε πως
Ερχόμαστε από παλιά, πολύ βαθειά,
και σκοτεινά νερά,
γεννημένοι πριν την πέτρα
και πριν απ΄ το λεπίδι,
κι από το φόνο πιο μπροστά… – Δημήτρη Χριστοδούλου –
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
