Λες και ήταν χτές…(1956 και πρωϊνός καφές) – [Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση]

Το καθημερινό της κυράς Τσιουτσιούλας ήταν «στην τρίχα», νοικοκυρεμένο, έτοιμο να δεχθεί ημέρα Κυριακή μετά την εκκλησία τις καλεσμένες της για τον πρωϊνό καφέ.

Δύο γειτόνισσες, η Τσιουτσιούλα και η Νέτα και οι δυο αντραδερφές Αφροδίτη και Αιμιλία, πίνανε τον πρωϊνό καφέ, ξένοιαστες, μια μέρα ξεχωριστή με λιγότερες φροντίδες, επειδή οι καθημερινές μέρες είχαν όλες τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού τους. Σήμερα όμως φορούσαν τα καλά τους κι από δούλες γίνονταν οι κυρές της Κυριακής , με το σταυρό στο λαιμό, το βραχιόλι, το δαχτυλίδι.

Οι κουβέντες ξεκινούσαν ως συνήθως από τις δουλειές, τα μαγειρέματα, την καθαριότητα του σπιτιού κι έπειτα… κάποιο κουτσομπολιό διάνθιζε την πρωϊνή τους επίσκεψη, με καφέ και κουλουράκια.

Κάποια στιγμή μεταξύ καφέ και καθημερινής κουβέντας, η Νέτα, «πετιέται σαν σκάρκαλος» και κοιτάει το ταβάνι…

-Τι Νέτα μου, ρωτά η Τσιουτσιούλα, τι τηράς κατά του ταβάνι; Είδες απου τόβαψάμε; Γίνκεν σαν καθρέφτης…

-Δεν τηρώ του ταβάνι, είπεν η Νέτα, μόνε τηρώ έναν πάγιαγκα απού αραδίζει πέρα δώθε…

Συγίστηκεν η Τσιουτσιούλα – όσο νάναι- που βρήκαν τρόπο να την κακοσχολιάσουν και με τον λόγον της κατάφερε να ξεχάσει το ρεζιλίκι…

-Ε… τι να κάμει κι΄ ου πάγιαγκας, θέλει κι αυτός να σέβει στο σπιτάκι του, να κάμει την οικουγένεια του ου έρμος…

Γελάσανε τότε όλες με την εξήγηση της Τσιουτσιούλας και η κουβέντα έφθασεν αλλού…

-΄Εμαθάτε τα χαμπέρια; Αρραβώνες είχαμε στου μαχαλά μας κι αλλάξανε δαχτυλίδια η Πηνελόπη του Παπατσιούτσανου με τον Χαρίδημο της Φάσας.

-Ποιος ήταν ου προξενήτρης;

-Προυξενήτρα ήταν, η Ντότα της Βγένας απου τις πιο πετυχημένες. Αυτή κάμνει τα καλά καλύτερα και κανείς δεν νουγάει πότε λέγει αλήθειες και πότε από «ψου» (ψέματα).

-Μπράβο, μπράβο, καλά στερνά να έχουν.

-Που θα κάτσουν;

-Στου σπίτι του Χαρίδημου, η μάνα του τους έδουκεν την κρεββατουκάμαρα κι αυτή θα κοιμάται στου καθημερινό.

-Τυχερή η νύφη, θα τους μαγειρεύει , επειδής είναι και οι δυο τους δάσκαλοι… αλλιώς ήπρεπεν η Πηνελόπη να φτιάχνει του φαϊ απου του βράδυ.

-΄Ετσι όπως τα λες, έτσι γένουνται τα πράγματα, κάμνουν του κουμάντο τους οι δασκάλες απου βραδύς… ή άμα δεν προυφτάκουν , τηγανίζουν κανά αυγό και τρών.

-Αυτό του κουρίτσι του προυξενούσαν με τουν Νούμη του Πάππου, αλλά η Πηνελόπη δεν ήθελεν γουναράν…

-Και καλά έκαμεν είπεν η Νέτα, ικείνοι σχουλνούν γιε  μεσημέρι στις 12 και η δασκάλα είναιτη στου χέρι με την κιμουλία γιε ταύτο διάλεξεν τουν Χαρίδημο… ΄Αϊντε και στ΄ αγγόνια μας … τα πέρασάμε αυτά…

΄Ηπιαν τουν καφέ, είπαν του φλυτζάνι, ότι ένας δρόμος καλός ανοίγεται, ότι μια χαρά θα πάρεις μεγάλη, ότι ένα μαύρο σύννεφο σαν μπαμπαρόκος τηράει να σε κάμει κακό ή ότι ένα δαχτυλίδι με διαμάντι θα σε φέρουν οι κουνιάδες σου απού την Κωνσταντινούπολη.

Κι ακούν τότε να βαράει του τσιουκαλίδι δυνατά, πααίνει η Τσιουτσιούλα ν΄ ανοίξει και μπαίνει στου σπίτι – σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, η Νούμτα, χαιρετίζοντας βιαστικά τις καλεσμένες , κι ύστερα φουρκισμένη όπως έδειχνε γύρισε κατά την Τσιουτσιούλα και την παράμασεν…

-Γιτί δεν μ ΄ είπες νάρθω κι ηγώ σ΄  αυτό του μάζουμα, εμ πώς να ειπείς, ηγώ γιε τι σένα είμαι μια παρακατιανή, αλλά σε λέγω ότι νουγώ πουλύ, πιο πουλύ κι απ΄ τι σένα…

Η Τσιουτσιούλα θυμήθηκεν τότε του φλυτζάνι απού – ένα μαύρο σύννεφο σαν μπαμπαρόκος σέφκεν στου σπιτικό της… και με την παραπονεμένη της φωνή είπεν,

-Μα Νούμτα μου, προυχτέ σε είχα στου σπίτι μου, δεν ανθυμιέσαι; Τώρα, σήμερα δηλαδή είχαν άλλες σειρά…

– Δεν με περγελάς ημένα, απ΄ ιδώ και ύσταρνα ούτε την καλημέρα σου δεν θέλω.

-Λάθεψες Νούμτα, αμά κάμε ότι θαρράς.

Ιγώ έχω τις δικές μου σήμερα, κρίμα απού βάρρεσες την πόρτα μου και σέφκες σαν τουν Γερμανό με τις μπότες του…

-Μμμ , μπρε μπρε μπρε, δεν θα με πάρουν τα κλιάματα, όλες σας είστε κουτσουμπόλες, πουρτάτσκες και μπαρμπάλες και δεν σας καταδέχουμαι… είπεν η Νούμτα.

Παίρνει τότε η Τσιουτσιούλα, του φουκάλι, του βάνει σημά στην πόρτα (που σημαίνει, Φεύγα είσαι ανεπιθύμητος) και την λέει…

-΄Οξου απου του σπίτι μου, που ανακατώνεσαι ικεί που δεν σε σπέρνουν. Είναι δική μου δουλειά και δικαιούμαι ποιόν καλνώ. Με σίγησες τέτοιαν ώραν, άϊντε γύρνα στουν ουντά σου να κάμεις καμμιά δουλειά, όλο στου παραθύρι στέκεις, να τηράς ποιος σεβαίνει και ποιος βαράει του τσιουκαλίδι μου… μιχέγκι ε… μιχέγκι…

Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια αμίλητες κι ακάλεστες, έως ότου ήλθε η ώρα και θες δε θες φιλήθηκαν… επειδή τ΄ αγγόνια τους η Τέσση κι ου Μηνάς έδουκαν αμοιβαίαν υπόσχεσην γάμου, ερωτεύτηκαν και κανείς δεν τα πήρεν είδηση.

Και τότε οι συμπεθέρες ξέχασαν τα δικά τους, έδωσαν τις ευχές τους για τα καλά στέφανα και να ζήσουν με αγάπη και χουρίς μπάμπαλα κι ανακατώματα την ζουή τους.

΄Όλα αυτά επι δημαρχίας Λάκη Παπαμαντζάρη με Μητροπολίτη τον Σεβασμιώτατο Νικηφόρο , επι κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή κι επι εποχής που μπήκε το πετρογκάζ στα νοικοκυριά και τότε ξεκινήσανε να κτίζονται οι πρώτες πολυκατοικίες και η πόλη ν΄ αλλάζει…

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Προηγούμενο Άρθρο

Ακύρωση των δρομολογίων του Καραβιού «ΟΛΥΜΠΙΑ» – Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Επόμενο Άρθρο

Συνάντηση Εργασίας με Περιφερειάρχη “Εναρκτήρια συνάντηση για το Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα του άξονα Σιάτιστα – Άργος Ορεστικό – Νεστόριο – Καστοριά”

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε