I love Kastoria…. (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση) – [φωτογραφίες]

Καστοριά, ΄Ανοιξη του 2022… Στο ανακαινισμένο αρχοντικό «Μπασσάρα» στη συνοικία Ντολτσό, ο αυτοδίδακτος καλλιτέχνης Φίλιππος Σαμανόπουλος, περιμένει μέχρι τις 20 Μαϊου τους επισκέπτες τουρίστες ή ντόπιους στην έκθεσή του με θέμα «κραυγή μέσα από τα χαλάσματα» και με μάρτυρες τα καρφιά που κάποτε κρατούσαν όρθια και περήφανα τα σπιτικά της πόλης, μα αρχοντικά μα μεσαίας τάξης…

΄Επειτα από μια μυστική συμφωνία και με την άδεια του Φίλιππου τα «καρφιά» αποφασίζουνε μια μικρή – προσωρινή απόδραση. 24 ώρες μόνον για 24 ώρες πηγαίνουν και αναζητούν σε κάθε γειτονιά – μαχαλά το σπίτι όπου «ζήσανε» για πολύ καιρό κάποτε με τους σπιτιάτες τους. Με την ευλυγισία που τους έδωσε το σφυρί και η έμπνευση του καλλιτέχνη ξεκινούν για έναν περίπατο περνώντας απο τον Ντουλτσό, το Απόζαρι, το Τσαρσί με τα εβραίϊκα, τα λουτρά, τις ενορίες Δραγωτά και Μουζεβίκη, αναζητώντας  το δικό τους χώρο με το χειμωνιάτικο δωμάτιο, το μαγαζόπλο της γούνας, το δουξάτο, τα κατώγια, τον κήπο με το καράβι και τα οπορωφόρα δέντρα.

Η περιέργεια τα οδηγεί ως την περιοχή που βρίσκουνε έξω από την πόλη με μια επιγραφή αγγλοπρεπή για να την διαβάζουν ξένοι και μη… « I LOVE KASTORIA». Τα καρφιά αναγνωρίζουνε από εκεί το Καμπαναριό, το αρχοντικό Παπατέρπου, το μιναρέ του Κιουρσούμλι τζαμί, ψάχνοντας για τα γεφύρια και τις αβγατές ματαίως…

Μα πόσο άλλαξε αυτός ο τόπος!… κι αν υπάρχει μια παρηγοριά για όσα βλέπουνε σήμερα είναι ότι ευτυχώς υπάρχουνε οι βυζαντινές εκκλησιές και οι  μετέπειτα, τα εναπομείναντα αρχοντικά μετρημένα στα δάχτυλα, μαζί με τα τείχη του Ιουστινιανού… Παίρνοντας τον ανήφορο προς το Τσαρσί βρίσκουνε τον μικρό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου, κάτω από το βαρύ όγκο του εμπορικού Επιμελητηρίου… πως ανασαίνει άραγε;…είπε το μικρότερο καρφί…ο ναός αυτός υποφέρει…Στο διάβα τους κι ο ναός των Ταξιαρχών και η Παναγιά Κουμπελίδικη- σύμβολο της πόλης. Τα καρφιά λες και απέκτησαν αισθήσεις για τις λίγες ώρες αυτού του περιπάτου και καταλυπηθήκανε για το μπόλικο μπετόν που έπεσε στα παλιά θεμέλια. Αόρατα αυτά από τον ορατό κόσμο, πηγαινοέρχονται από τα Βεργουλάδικα, του Δεληδήνα, του Σκούταρη, του Νεράντζη Αϊβάζη.

– Να ιδώ ! – είπαν μαζί δυο καρφιά, σ΄ αυτά τα χαλάσματα βρίσκουνταν του αρχοντικό του Ναούμ Δράσκα- αχ… και που να ήξεράτε πως έζησάνε οι νοικοκυραίοι τους, κι ας ήτανε άτεκνοι, έδειχναν γεμάτοι καλωσύνη, η κυρά κι ο κύρης… ήμουν κι εγώ ένα απ΄  τα πουλλά τα καρφιά της πόρτας τους, απού έκλεινεν με τρεις αμπάρες…

-Ιγώ πάλε ήμουν στου κατώϊ των Νατζήδων είπεν του άλλο καρφί, και τηρούσα κάθα μέρα τη νοικοκυρά να ανασκιρνάει  την αρμιά, και τα τουρσιά. Ημείς φύλαγάμε την τρανή την πόρτα και του καράβι του Νατζή στην αβγατή…

Τηράτε τι τηρώ; Όλος ου κήπος έχει γιουμίσει απού τούβλα, άμμο, χουραζάνες, σάματι θα του «σώσουν» … μπέλκι να ξαναμπούμε να θαμάξουμε την ζουγραφιά με την Κωνσταντινούπολη…

Περνώντας από το παλιό Παρθεναγωγείο, κάποια από τα καρφιά μίλησαν για το σπίτι του Μπουζιώτα.

-Ημείς ήμουστουν κουντά στου τζιάκι και όσο νάναι ζεσταίνουμούστουν άμα φυσούσεν ου Βιτσίης… Για να μην παγώσουμε του τζιάκι τέτοιες μέρες με κρύο δεν έσβηνεν την νύχτα…

΄Αλλα 2-3 καρφιά αδουκήθηκαν το σπίτι του Χαμ Μικάρδου του Ουβρού.

-Ημείς έβλεπάμε κατά την τρανή πόρτα απού πάαινεν στουν κήπο απού είχεν τραπέζι με σκαμνιά κι έτρουγάνε τρουγιούρω όλοι, κοπέτα και ψημένα αυγά, γιε το δικό τους Πάσχα και τότες τα δέντρα, η καϊσιά, η κερασιά, η γκουρτσιά ήταν γιουμάτα άσπρα άνθη… σαν νάησουν σε Παράδεισο…

Μια σύντομη σιωπή ακολούθησε και τότε… ήλθε η ώρα της παρηγοριάς για τη θλίψη την πικρία τον πόνο που νιώσανε τα «καρφιά» στη σύντομη διαδρομή από του Μπασσάρα το αρχοντικό μέχρι τα σπιτικά των αναμνήσεων.

Τότε ο ποιητής… μόνον ο ποιητής, πήρε την απόφαση να περιγράψει τον καημό όλων όσων ψάχνουνε για τον τόπο όπου μεγαλώσανε….

-Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;

-Γυρεύω τον παλιό μου κήπο…

γυρεύω το παλιό μου σπίτι

με τα ψηλά τα παραθύρια…

σκοτεινιασμένα απ΄ τον κισσό…

΄Ενας λυγμός, ένα αναφυλλητό ακούστηκε, δυο τρία καρφιά σκούπισαν τα δάκρυα…

-Ημείς είμαστε απού του Απόζαρι, απ΄ του Μπαρχαμούζα ικεί απού κυνηγούσαν μέρες τουν Γιουργάκη τον Παπαμανιό… ΄Ακουγάμε κλιάματα και φουνές γιε το γεναίο παλληκάρι…

– Παλιέ μου φίλε… ξεκουράσου

σιγά σιγά θα συνηθίσεις…

Σώπασε κι ο ποιητής… μαθαίνοντας για τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής που ξετυλίχθηκαν από ένα κουβάρι πες, φέρνοντας στο καθένα καρφί εικόνες νοσταλγικές… από μια άλλη πόλη… με τα τωρινά λάθη της και το ένδοξο παρελθόν της.

-Ας γυρίσουμε τώρα… είπανε το ένα στο άλλο , είδαμε ότι είδαμε.΄Άλλο δε μιλήσανε. Η συγκίνηση ,η ταραχή για κάτι πολύτιμο που χάθηκε ήταν διάχυτη… Μπαίνοντας ξανά στην έκθεση, βρίσκοντας τη θέση τους τα καρφιά, διαβάζανε τούτα τα λόγια, γραμμένα από χρόνους πολλούς, κι από μια σπουδαία γυναίκα – πριγκήπισσα του Βυζαντίου, την ΄Αννα Κομνηνή… που μας θύμιζε πως «Ο ΧΡΟΝΟΣ ΡΕΕΙ ΑΚΑΘΕΚΤΑ, ΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΠΑΡΑΜΕΡΙΖΕΙ ΟΛΑ ΟΣΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ…»

Προηγούμενο Άρθρο

Ένα υπέροχο ανάγλυφο φιλοτέχνημα κοσμεί την πρόσοψη του Δημαρχείου Καστοριάς

Επόμενο Άρθρο

Εκδήλωση και ομιλία της αντιπεριφερειάρχη Καστοριάς Δέσποινας Κοζατσάνη για την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (φωτογραφίες)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ