Βρισκόμασταν στην εφηβική μας περίοδο, ζωηρά παιδιά της γειτονιάς κοντά στα ψαράδικα, μαζί μ΄ άλλα μικρότερα.
Ο μήνας έμπαινε με τις πρώτες γιορτές, και είχαμε ακούσει από τσιούτσκανα το σχετικό στιχάκι…
«΄Αγια Βαρβάρα βαρβαρώνει
΄Αη Σάββας σαβανώνει
΄Αη Νικόλας παραχώνει»…
Σαν τ΄ ακούγαμε μας πήγαινε πέντε κι ένα… Της Αγίας Βαρβάρας δίναμε άρτο, διότι ο πατέρας μας είχε τραυματιστεί ανήμερα της γιορτής στο πόδι, επι γερμανικής κατοχής…οπότε το σπίτι μας περίμενε μετά την πρωϊνή εκκλησία το σόϊ, για τον καφέ , το σάλιαρη. Το σπίτι ήταν στην τρίχα και το καντηλάκι έφεγγε δίπλα στην εικόνα της αγίας.
Την επομένη γιόρταζε ο Σαββούλης που ήταν οικογενειακός φίλος και οι μεγάλοι τον βρίσκανε στη δουλειά του ή στο σπίτι του για τα «χρόνια πολλά» (τηλέφωνα ακόμη δεν υπήρχανε).
Του Αγίου Νικολάου γιόρταζε ο θείος Νίκος της θείας Βενετούλας και στο αρχοντικό το Βεργουλάδικο υπήρχε η σχετική κίνηση. Η γειτονιά μας την μέρα αυτή γιόρταζε ξεχωριστά τον εορτάζοντα ΄Αγιο, προστάτη των ναυτικών, των ψαράδων, των θαλασσών, των λιμνών, των ποταμών. Με τη φαντασία μας υπολογίζαμε πως συνυπάρχει μέσα στα νερά με τον Ποσειδώνα, την τρίαινα που τάραζε τα κύματα όταν θύμωνε, σε αντίθεση με τον ΄Αγιο Νικόλα που προστάτευε τους ταξιδιάρηδες που συχνά βρίσκονταν μέσα σε φουρτούνες και φοβερές θύελλες.
Στην πόλη μας υπήρχαν από παλιά – και υπάρχουν – 14 εκκλησιές για τη χάρη Του, κάτι που τότε στα 1962-63 δεν γνωρίζαμε.
Οι ψαράδες τη μέρα εκείνη έδιναν άρτο και μετά την αρτοκλασία συνέχιζαν το υπόλοιπο της μέρας εκεί στα ψαράδικα, έχοντας τακούμι από αργανιάρηδες που έπαιζαν και ακούγονταν τα μικρασιάτικα ακούσματα από το πίσω μέρος του σπιτιού μας προς τη μεριά της λίμνης.
Παιδιά της Απολλωνιάδας, προσφυγάκια, είχαν πια παραμεγαλώσει, φορούσανε τα καλά τους, κι έφθαναν ως τα ψαράδικα και το καφενείο για να πιούνε και να κεράσουνε τους περαστικούς, ενώ η πλανόδια μπάντα έπαιζε…
«τι σε μέλει εσένανε από πού είμαι ΄γω»
«ψαράκια τηγανίζει μεσ΄ στο μαγερειό»
«σ΄ αγαπώ γιατί είσαι ωραία…»
Ο απόηχος της μέρας εκείνης φαίνεται πως έμεινε στ΄ αυτιά μας με τα απτάλικα τραγούδια, τους αμανέδες και τους καρσιλαμάδες που έφθαναν από «τις αμμουδιές του Ομήρου»…
Καστοριά- Δεκέμβριος του 1962 και τα σπίτια καίγανε τις σόμπες τους από ταχιά ταχιά – μόλις που προφταίναμε της ζεστασιά της καθημερινής κάμαρας και τοιμαζόμασταν για τα σχολειά μας.
΄Ηδη κάτι άλλαζε στα σπιτικά κι αυτό τόνιωθε κανείς από τα στρωσίδια, τις βελέντζες, τη μυρωδιά της αρμιάς που έφθανε από το κελάρι, και την αγορά του χοιρινού που έφθανε από το Σδράλτσι- Αμπελόκηπους.
΄Ηταν οι μέρες που ο κουμπάρος ο Χρυσούλης και η συμβία του η Ανθούλα σφάζανε το γουρούνι και το σόϊ περίμενε το δικό του κομμάτι, για να γίνουν τα πρέποντα του δωδεκαήμερου. Στα σπιτικά τότε μικροί μεγάλοι συμμετείχαν στην παρασκευή των λουκάνικων. Στήναμε τη μηχανή για να αλέσουμε το κρέας,να γίνει κιμάς, κι άντε να το ζυγίσεις στον μπακάλη ή στην ζυγαριά σου, να υπολογίσεις 20 γραμμάρια για κάθε κιλό χοντρό αλάτι, νάχεις τριμμένα τα κρεμμύδια, το ποτήρι με το μπρούσκο κρασί, την τσιουμπρίτσα, το λίπος και εκ των προτέρων νάχει η νοικοκυρά καθαρίσει μέσα έξω με ξύδι τ΄ άντερα. ΄Όλα αυτά είχανε μια διαδικασία που επαναλαμβάνονταν κάθε Δεκέμβρη, ήθελε χέρια. Η θεία Ντότα του Κρανιά είχε όλη την εμπειρία όπως όλες οι γυναίκες της εποχής της.
Σαν γέμιζαν τα λουκάνικα τα τρυπούσαμε με μια βελόνα τ΄ αφήναμε σε μεγάλα ταψιά να βγούν τα ζουμιά και μετά τα κρεμνούσαμε στο ειδικό κοντάρι στην βορεινή κουζίνα (κρύα σαν παγωνιέρα), ενώ οι γάτες του κήπου κοίταγαν κατά το παράθυρο, μυρίζοντας με λιγούρα τα χοιρινά παρασκευάσματα.
΄Οσο επιστρέφει κανείς προς τα πίσω, μαθαίνει για συνήθειες που στο πέρασμα του χρόνου σιγά σιγά έπαυαν… πότε αθόρυβα και σιωπηλά, πότε πιο φανερά, επειδή ο κόσμος άλλαζε… (όπως γίνεται πάντα).
——————————–
Από τις αναμνήσεις του συμπολίτη μας δάσκαλου Λουκά Σιάνου και μέσα από το βιβλίο του «Καστοριανές εικόνες» γυρίζουμε το ρολόϊ του χρόνου λίγο πριν τα προπολεμικά χρόνια όταν ακόμη τηρούνταν κατά γράμμα κι από παλιά οι σχετικές προετοιμασίες για τα χοιρινά παρασκευάσματα.
«Τα γουρουνόπουλα τ΄ αγόραζαν από το Πάσχα ακόμα και τα εγκαταστούσαν στο – διαμέρισμά τους. Στη διατροφή ακολουθούσαν οι νοικοκυρές μια τακτική, που δεν την άλλαζαν ως το τέλος. Τα έτρεφαν με διάφορα χόρτα ανακατεμένα με πιτερόνερο, με τσέφλες από πεπόνια και καρπούζια, με διάφορα φρούτα απ΄αυτά που έπεφταν απ΄ τα δέντρα, με βαλανίδια, κολοκύθια κι απ΄ τον Οκτώβρη με καλαμπουκίσιο αλεύρι για να παχύνουν.
Πριν τις γιορτές μια – δυο βδομάδες άνοιγε ένα άλλο σκηνικό, η γουρουνοχαρά! ΄Όλα είχαν ετοιμαστεί για το… σφάξιμο του γουρουνιού, που το έργο αυτό- αρκετά δύσκολο- το αναλάμβαναν εκτός από τους χασάπηδες κι ορισμένοι Καστοριανοί όπως ο Γιώργης του Ζαχαριά, ο Νάσιος του Κακαγιάννη, ο Αμαρός, ο Αριστείδης του Λιάνου και άλλοι με τη βοήθεια δυο-τριών γειτόνων. Για να καλυφθούν οι φωνές του ζώου, που μπορούσαν να φέρουν ανορεξία στα άλλα γουρούνια της γειτονιάς, χτυπούσαν τενεκέδες. Διηγούνται πως σε μια περίπτωση που ο «χασάπης» ήταν ατζιαμής, το γουρούνι ξετινάχθηκε και γυρνούσε στο χαγιάτι με το μαχαίρι στο λαιμό ουρλιάζοντας!
Στη συνέχεια ζεμάτιζαν το σφάγιο ή το έγδερναν και μετά το κομμάτιαζαν. Ορισμένοι πριν το κομμάτιασμα το ζύγισαν εφ΄ όσον φυσικά ήταν μεγάλο, κι όταν βρίσκονταν στη γειτονιά, στα πεζούλια με άλλους κουμσήδες, με κάποια ικανοποίηση αλλά και με καύχημα ανακοίνωναν πως το γουρούνι τους ήταν 90 ή 100 οκάδες ή ότι έβγαλαν τέσσερις τενεκέδες λίγδα. Μεγάλη ήταν και η χαρά των μικρών παιδιών για τη φούσκα, που τη φούσκωναν και μ΄ αυτήν έπαιζαν στην αυλή και στο δουξάτο. Το μεσημέρι έστρωναν το πλούσιο τραπέζι της γουρουνοχαράς, που κοντά στα άλλα φαγητά τηγάνιζαν μερικά κομμάτια κρέας από τα μάγουλα του σφάγιου. Στο ξεδιάλεγμα ξεχώριζαν τον παστό από τα ψαχνά κι από τα ψαχνά πάλι τη «ριμπίτσα» και το άσπρο κρέας για τα σαλτσούνια, στα οποία έβαζαν παστοκόμματα από τον παστό της ράχης. ΄Ολη σχεδόν τη βδομάδα πεθερές, νύφες, κόρες και γιαγιές ασχολούνταν με το κρέας. Γέμιζαν τα λουκάνικα, τις μπιλίτσκες, τα σαλτσούνια, τα τζιγερίσια λουκάνικα και τη «μπάμπο». Τα τελευταία τα έβραζαν μαζί με τον τραχανά πριν ακόμα καλά – καλά «παγαδώσουν».
Στα παιδιά που τραγουδούσαν τα κόλλιεντα σε πολύ συγγενικά σπίτια, εκτός από κάστανα, καρύδια και μήλα, τα έδιναν και μια μπιλίτσκα. Το θρέψιμο του γουρουνιού αποτελούσε τον κανόνα σε κάθε σχεδόν Καστοριανό σπίτι. Με τα παρασκευάσματα από το χοιρινό κρέας καλύπτονταν αρκετές ανάγκες διατροφής και δεν σκουτίζονταν η νοικοκυρά τι φαγητό θα κάνει αύριο για το τραπέζι. Τα λουκάνικα, το χοιρομέρι, τα σαλτσούνια και τα «κόκκαλα» έδιναν πρόχειρη λύση».
——————————————–
Αυτά συνέβαιναν κάποτε…
«Ευτυχώς έριξάμε τα χειμωνιάτικα» λέγανε οι νοικοκυραίοι, έχοντας εφοδιάσει τα υπόγειά τους με κάρβουνα και ξύλα και τα κελάρια με αλεύρι, χυλοπίτες, τραχανά, φασόλια, σταφυλαρμιά και άλλα πολλά.
2020 Δεκέμβριος……οι συνήθειες διαφορετικές πια, λόγω της πανδημίας και όχι μόνον… διότι οι πιο πολλοί με delivery και take away… θα παραγγείλουμε από τα χασάπικα ή τα σούπερ μάρκετ τα λουκάνικα του δωδεκαήμερου. Θα βρούμε έτοιμα μελομακάρονα και κουραμπιέδες, ακόμη και σιροπιαστά του ταψιού σε ζαχαροπλαστεία. ΄Ετοιμη και η αρμιά στα διαφανή πλαστικά βάζα, καθαρισμένα τα μύγδαλα και τα καρύδια, ως και το φύλλο για το μπακλαϊ νάναι στην κατάψυξη… δια πάσαν χρήσιν… ίσως και σαρμάδες…
Τελικά η γοητεία για την προετοιμασία των γιορτινών ημερών, είναι να μη μας μέλει πως θα γίνει η κουζίνα μας άνω – κάτω. Το να ανασκουμπώνεται η «κολώνα του σπιτιού» να κάνει τα καλούδια για να «μυρίσει» το σπίτι φέρνει και τα παιδιά κοντά και τις αναμνήσεις, σαν έχει κανείς τα παιδιά των παιδιών του που παρακολουθούν ως πλανόδιοι φωτογράφοι, τις ώρες προετοιμασίας στις 9 ώρες με φως και τις 15 με τη νυχτιάτική τους φορεσιά.
Καλό μήνα… με τη μάσκα, τα καθαρά χέρια, την απόσταση, από μακριά κι αγαπημένοι και ασφαλείς.
