fonikastorias.gr: Γράμμα από τη Νέα Υόρκη … στα 1911 (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Η Ευγενία κοίταξε πίσω από το χασεδένιο κουρτινάκι κατά το σοκάκι. ΄Ηταν η ώρα που περνούσε ο Αμπντουλάχ, ο τούρκος ταχυδρομικός διανομέας, ένας ήσυχος άνθρωπος, που ειδοποιούσε όσους είχανε γράμματα με επιταγή, να φτάσουν μέχρι την πόστα για να τα παραλάβουν.

Τρείς μήνες περάσανε από το τελευταίο γράμμα, και η Ευγενία ήταν η γυναίκα και ο άντρας στο σπιτικό της. Ούτε η πρώτη βέβαια ούτε η τελευταία στην πόλη αυτή με άντρα στην ξενιτιά. Γι΄ αυτό όταν ένα γράμμα έφτανε από εκεί από τον Νάσκο της, με μια λαχτάρα και την κρυφή επιθυμία για τον άνθρωπό της, σαν έφτανε αυτό το νέο γράμμα με τα νέα του, ένιωθε τη χαρά και το καρδιοχτύπι που συμβαίνουνε σ΄αυτές τις περιπτώσεις. Από την πίκρα τόσων ημερών να φτάνει σε χαρά και ανακούφιση, πως ο Νάσκος ήταν πάντα τακτικός στις ανάγκες τους.

Μπήκε στο κελάρι, συμμάζεψε το αλεύρι που παράπεσε και ξαναγύρισε προς το παραθύρι του καθημερινού όπου το τζιάκι έκαιγε από τη χαραή και τα μπαμπιά – τα πεθερικά της – ζεσταίνονταν δίπλα του.

Μπήκε, βγήκε, ξανακοίταξε…

  • Τι μπρε νύφη, τι γιένεται; Τηρώ απού σεβαίνεις, βιγκλίζεις… ποιόν καρτεράς;

Εκείνη την ώρα ο Αμπντουλάχ βαρούσε το τσιουκαλίδι. ΄Εφτασε ως τη σκάλα τρεχάτη, κι άνοιξε την αμπαρωμένη πόρτα, που κάθε βράδυ την σφάλιζαν με τρία τρανά κατινάρια.

– Καλημέρα κυρά… ήρτεν γκράμμα νταουτλίντικο, καλά νέα, να εκεί, να πααίνεις στην πόστα κυρά… είπεν και απομακρύνθηκε…

– στάκου, να σε δώκω ένα κουμάτι πίτα. Πάϊσεν ως την καρότσα και τύλιξε το κέρασμα σ΄ ένα μικρό κομμάτι ύφασμα (από τα πολλά που περίσσευαν από τις παλιές πετσέτες του μαγερειού).

– Ευχαριστώ Αμπντουλάχ, νάεισαι καλά και συ και οι δικοί σου.

΄Εβαλε μια φωνή μετά στο μαγαζόπλο και φώναξε τον Παυσανία τον ανηψό της για να την συνοδεύσει μέχρι την πόστα. Τοιμάστηκε και πήραν την ανηφόρα από τον Ντουλτσό, ανέφκαν μέχρι τον ΄Αη Νικόλα του Καζνίτση και από το Τσιαρσί με τα τενεκετζίδικα, τα μικρά μαγαζόπλα, τα ζαχαρτζιδικα, κατηφόρησαν ως το τούρκικο διοικητήριο και τα παλιά τείχη. Πάντα στο ταχυδρομείο υπήρχε κι ένας έλληνας για να εξυπηρετεί τους χριστιανούς. Σαν άκουσαν το όνομα της οικογένειας, παρέλαβαν τον πλίκο- το συστημένο γράμμα λόγω της επιταγής – τσιέκι που ήταν μέσα.

Πήγαν κι ήρθαν σαν αστραπές, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο για το σπίτι… Βαστώντας το γράμμα μπήκε λαχανιασμένη στο χειμωνιάτικο δωμάτιο κι άνοιξε τον φάκελο με την επιταγή.

– διάβασέ μας νύφη τα χαμπέρια του Νάσκου μας.

– άφκε μπρέ νταρντάλα τη νυφαδιά να μας ειπεί…

Η Ευγενία θες από την χαρά και την λαχτάρα που την διαπερνούσε, καθυστέρησε ώσπου να πάρει ανάσα. Όμως και τα πεθερικά ήταν το ίδιο ανυπόμονα…

Πήρε το γράμμα στα χέρια της κι άρχισε να διαβάζει…

Εν Νέα Υόρκη την 1η Μαρτίου του 1911

Σεβαστοί μου γονείς, αγαπητή μου Ευγενία, Νικόλαε, Λευκοθέα, Μηνά, Αιμιλία, σας φιλώ σταυρωτά ευχόμενος το γράμμα μου να σας εύρει καλώς εις την υγείαν σας.

Μπαμπά, απέρασαν τρία χρόνια γιουμάτα απού τότενες απού ήρθα ιδώ, κι άρχεψα να ράβω στη μηχανή, και ψίχα ψίχα να ουμιλώ τη ξένη γλώσσα. Τι να σας προυτουειπώ… Ιδώ στην Νέα Υόρκη σεργιανάει άσουτος κόσμος απού κάθα φτουχή χώρα. Μαζεύουντε σ΄ ένα μέρος απού περνάει πουλύς κόσμος και γυρεύουνε ότι νάναι δουλειά. Ημείς στέργιουσάμε στου μαγαζί των Σαμαράδων των Μαυρουβινών, έχουμε ο κάθα ένας τη μηχανή του και ράβουμε από αλούπια και σιλβόγουνες, αστραγκάν, μέχρι και προβατίσια Αργεντινής.

Τα αφεντικά μας άνοιξάνε τρανό μαγαζί και στην Πόλη, και οι μηχανές απού έστειλάνε στην Καστουριά στο μαγαζί τους, είναι τώρα στην Κωνσταντινούπολη γιτί οι δικοί μας οι τετραπέρατοι οι στούρνοι δεν νουγούσανε το κέρδος απού τις μηχανές, τις φουβήθκαν…

Ο χειμώνς ήταν και είναι δύσκολος με πολλά χιόνια, αλλά το κράτος έχει άσουτους εργάτες να καθαρνούν τις γραμμές των τραίνων. Ικεί έτυχα μια μέρα τουν Βαγγέλη Κουκούλη, τουν ανηψό μας, δεκατέσσερα χρονών παιδόπλο να βαστάει του φτυάρι και να καθαρνάει τουν δρόμο απού του χιόνι…

Μάνα,

Τώρα απού σας γράφω, βρήκαμε νέο καλούτσκο σπίτι – απάρτμεντ του λένε ιδώ –  μαζί με τουν Αλέξη Βέργουλα, και τουν Αναστάσιο Κρανιά απού την Χρούπιστα. Μπεζέρισάμε να κυνηγάμε τα πουντίκια και τις κόρτζες – κοριούς, που μας έπιναν του αίμα…Τρώμε κάθα μεσημέρι στου μπρέϊκ- πάυση, διάλλειμα, και κινούμε γιε του ρεστοράν απού είναι σιμά στου μαγαζί μας. Του έχουν κάτι ιταλιάνοι απού φκιάνουν σούπες, στέκια κι ουμελέτες….

Αχ Μάνα,

Ουρέχτηκα τα λουκάνικά μας- άμα τα φυλάγεις στην στάχτη θα προκάμω να τα δουκιμάσω κι άς είναι καλουκαίρι όταν πάρω απόφαση να σας ανταμώσω. Του μνελό μου τρουγιουρνάει στου μαγερειό απού έκαμνέτε με την Ευγενία κότα με αρμιά, γκαρούφα, πίτα με πράσα, μάσκουλη κι όλα τα καλά…

Αγαπητή μου Ευγενία,

Σε ασπάζομαι και εύχουμαι να ζάτε καλά, υπουμουνή μπέτσκα μου, θανάρθουν καλύτερες μέρες, έτσι λέγουν οι αμερικανοί…

Better days are coming…

Απού λες, βρέθκα στα ουβρέϊκα τα μαγαζόπλα, ψούνισα τσιουράπια και βρακιά για τα παιδιά μας και νυχτικά γιε τη σένα και τη μάνα. Θα τα δώκω στους Αριστείδη του Πίνου απού θα νάρθει γιε του Πάσχα.

Η ζουή μας όλην την βδουμάδα δουλειά – σπίτι, σπίτι – δουλειά, αμά τα Σάββατα πααίνουμε σε μια πλατεία σαν τουν Ντουλτσό και τρανύτερη, παίζουμε μπάλα και μαθαίνουμε ου ένας απού τουν άλλο τα χαμπέρια απού την Καστουριά μας.

Ιδώ ου σύλλουγος «ΟΜΟΝΟΙΑ» άρχεψεν να σκέφτεται να κάμει έρανον γιε να τα δώκουν στου φτουχούς Καστουργιανούς. Απού αυτά που ακούμε σας γράφω, και έχουν σκοπό να βουηθήσουν με τουν έρανο και του παρθεναγωγείον μας, που χράζεται διόρθουμα. Του τσιέκι απού σας στέλνω να του ξουδιάσετε με νουν και λογικήν…

Σας ασπάζουμαι όλους, τα τζιουτζιουκλάρια μου απού με λείπουν, αλλά δόξα νάχει ου Θος κι οι δουλειές άμα πααίνουν καλά να σας ειδώ όλους του καλουκαίρι, να σεργιανίσουμε με του καράβι, να φτάκουμε στ΄ αμπέλι να φάμε κάτου απού την καρυδιά, να χαρούμε τουν καλουχτένη…

Μπαμπά,

αστόησα να σε ειπώ, ήρθεν τις προυάλλες στου μαγαζί μας, ου ουβρός ου Μπένυ Λεβή. Μας ήφερεν φασκιές για να τις ράψουμε, γιτί είχεν χαλάσει η μηχανή του. Καρτεράει και τουν μικρό του αδαρφό τουν Μουσίκο απού μπίτισε του σκουλειό κι είναι πολύ καλός στα γράμματα.

Και πάλι υγείαν να έχετε όλοι, σας ασπάζουμαι όλους. Μάνα πεθύμησα να με ρίξετε ψα βεντούζες … η πλάτη πουνάει απού του σκύψιμο, πάϊσα στην σπετσερία –  φαρμακείο, με έδουκαν μιαν αλοιφή, πούστα κι έρμα.

Οι επιστολές τα χρόνια εκείνα έφθαναν στον προορισμό τους μετά από ένα μήνα και κάτι παραπάνω. Το τούρκικο ταχυδρομείο τα προωθούσε σε κάποιο ευρωπαϊκό λιμάνι, πιθανότατα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Το τότε ταχυδρομείο, η πόστα, βρίσκονταν κοντά στα τείχη του Ιουστινιανού, στη Μεγάλη Πόρτα, στη σημερινή «Πλατεία Δαβάκη» κι απέναντι σχεδόν από το καφενείο του Ορφανίδη. ΄Όταν δε οι ξενιτεμένοι εξ Αμερικής ή εκ Γαλλίας έστελναν στους δικούς τους τα πολυπόθητα γράμματα έγραφαν το όνομα του παραλήπτη και τη διεύθυνση EYGENIA PAVLIS, KESRIE, MACEDONIA, TURKIYE.

Εκείνοι που είχανε συγγενείς ξενιτεμένους στα Βαλκάνια, την Βιέννη , τη Βλαχία κ.α. προωθούσαν την αλληλογραφία με τους ταξιδιώτες που είχαν δραστηριότητα στις περιοχές αυτές και οι οποίοι έφερναν από κει τα γράμματα των Καστοριανών στην πατρίδα ένα «courrier» της εποχής, διότι τα πρόσωπα αυτά πληρώνονταν για τον κόπο τους…

Ακόμη και σήμερα δικοί μας άνθρωποι είναι σκορπισμένοι σε χώρες όπου υπάρχουν θέσεις εργασίας.

Ακόμη και σήμερα πολλές οικογένειες περιμένουν τις οικονομικές ενισχύσεις από τα ξένα μέρη. Ακόμη και σήμερα ο ελληνικός κόσμος συνεχίζει να μεταναστεύει όπως στα πανάρχαια χρόνια.

Υ.Γ. Ας μας έχει ο Θεός γερούς πάντα ν΄ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε με χορούς κυκλωτικούς κι άλλοτε ελεύθερους … σαν ποταμούς…

Κάτι ξέρει ο ποιητής…,ο στιχουργός… , ο τραγουδοποιός,  πως σε γιορτές, σε πανηγύρια και καλοκαίρια, θα αναζητούμε τις ρίζες μας… παρά τα εμπόδια…

Προηγούμενο Άρθρο

Ζ. Τζηκαλάγιας: Όλοι μαζί σύντομα στον Πρωθυπουργό για να κρατήσουμε ζωντανή την Γούνα (φωτο)

Επόμενο Άρθρο

Παραγωγοί στο Σin: Ψίχουλα τα μέτρα, stop στις καλλιέργειες – Τιμές σοκ στα ράφια

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ