Χρόνια πολλά το Σινά , το Θεοβάδιστον όρος έλαμπε στο νου μου σα μια απροσπέλαστη κορφή. Η Ερυθρά Θάλασσα ή Πετραία Αραβία, το μικρό λιμάνι της Ραϋθώς, η μακριά καμηλοπορεία μέσα στην έρημο, η περιπλάνηση στα φοβερά απάνθρωπα βουνά, όπου σαρράντα χρόνια περνούσαν και βογκούσαν οι Οβραίοι και τέλος το ιερό Μοναστήρι, το χτισμένο απάνω από τη φλεγομένην και ου κατακαιομένην βάτον- να ένας άθλος που χρόνια παραστρατισμένος στις μεγάλες πολιτείες λαχτάριζα να τελέψω.
Και σήμερα το πρωϊ που αντίκρυσα την Πετραία Αραβία και πέρα τα όρθια βουνά που αχνίζουν μέσα στον ήλιο, σφάραξα από χαρά και φόβο. ΄Εμπαινα μέσα στη σπηλιά του λιονταριού. Η Ραϋθώ , το χαριτωμένο λιμανάκι του Σινά. Η θάλασσα πράσινη, λίγα σπίτια στις ούγες της ακρογιαλιάς, καϊκια βαμμένα κόκκινα και κίτρινα και μαύρα.
Πατήσαμε την ψιλήν αμμούδα, περπατούσαμε και χόρευε η καρδιά μας. Μήπως όλο τούτο το απλό αθόρυβο όραμα ήταν παιχνίδι του νου μας; Ο άμμος ήταν γιομάτος κοχύλια μεγάλα, τα περίφημα κοχύλια της Ερυθράς. Τα σπίτια ήταν χτισμένα από πετρωμένα δέντρα της θάλασσας, από μαρμαρωμένα κοράλια και σφουγγάρια, από θαλασσινά άστρα και τεράστια όστρακα. Οι άνθρωποι έλαμπαν, αμυγδαλομάτηδες και μελαμψοί, με τις άσπρες κυματιστές τους τζελεμπίες ένα κοριτσάκι σοκολατένιο έπαιζε στην άσπρην αμμουδιά, ντυμένο με λαμπερό χρώμα πουκενβίλιας.
Κι απάνω απ΄ όλα το μεγαλύτερο θάμα μέσα στην ερημιά: ο ηγούμενος του Μετοχιού, ο Αρχιμανδρίτης Θεοδόσιος. Η θερμή, όλο αγάπη καρδιά του ανθρώπου. Σπάνια ΄Ελληνες έρχουνται στην ερημιά τούτη. Κι ο Αρχιμαντρίτης Θεοδόσιος, αψηλός, αρχοντάνθρωπος, φλογερός ΄Ελληνας από τον Τσεσμέ της Μικρασίας μας υποδέχτηκε όπως θα υποδέχουνταν την Ελλάδα.
΄Ηρθαν ο Ταέμα, ο Μανσούρ κι ο ΄Αουα, οι τρείς καμηλάτες που θα μας ανέβαζαν στην κορφή του Σινά. Με τις χρωματιστές τζελεμπίες, με τρία στεφάνια από καμηλότριχα τυλιγμένα στο κεφάλι, μ΄ ένα μακρύ γιαταγάνι περασμένο με λουρίσκο από τον ώμο. Βεδουίνοι ελαστικοί, λιγνοπόδαροι, με στρογγυλό αϊτίσο μάτι. Μας χαιρέτησαν βάνοντας τις παλάμες τους στην καρδιά, στα χείλια και στο μέτωπο.
Μάθαμε λίγες λέξεις , τις πιο απαραίτητες για την τριήμερη αυτή συμβίωσή μας με τους Βεδουίνους: πως λεν τη φωτιά, το νερό, το ψωμί, το Θεό και το αλάτι.
Πέντε ώρες περπατούσαμε στην ξανθήν αμμούδα, ο ήλιος βασίλεψε. Είχαμε φτάσει πια στη ρίζα του βουνού.
Την άλλη μέρα ξημερώματα άρχισε η πορεία μέσα στα βουνά. ΄Ερημα, άνυδρα βουνά, ακατάδεχτα, που μισούν τον άνθρωπο και τον διώχνουν. Κάποτε μια σταχτιά αγριοπέρδικα χτυπούσε με μεταλλικό βρόντο τα φτερά της στις μαύρες βραχοσπηλιές. Κάποτε ένα κοράκι περνούσε από πάνω μας κι έκλωθε γύρους σα να ΄θελε να μας οσμιστεί και ν ΄ αποφασίσει.
Ολη μέρα ο ρυθμός της καμήλας, το μονότονο νανουριστικό τραγούδι του Ταέμα, ο ήλιος που χύνουνταν σα φωτιά από πάνω μας και συσήλιζεν ο αγέρας απάνω από τις πέτρες και τις κεφαλές μας.
΄Αχ! Πως ανάπνεα βαθιά τον ηρωϊκό τούτον πρωτόγονον αγέρα!
Πως θα μπορέσουμε κι εμείς σήμερα να στερεώσουμε το σύχρονο τρομέρο πρόσωπο του Θεού μας; Πώς να βρούμε το Λόγο τον απλό, που να μπορεί να περικλείσει όλα τα πλούτη του Θεού, τις αντινομίες, τα μίση του και τις αγάπες, τη χαρά και τη θλίψη, τη δύναμη τη μεγάλη και την αγιάτρευτη ανημποριά του; Ο αληθινός Θεός ξεπερνάει με καταφρόνια τις ανθρώπινες αρετές μας, τις θυγατέρες του φόβου, είναι Θεός του όλεθρου και συνάμα της δημιουργίας, θάνατος κι έρωτας μαζί, γεννάει, γονιμοποιεί και σκοτώνει, και πάλι ξαναγεννάει, αιώνια χορεύοντας πέρα από τα σύνορα της λογικής, της αρετής και της ελπίδας.
Σήμερα , κατά το μεσημέρι θα φτάναμε στο Μοναστήρι του Σινά. Είχαμε πια ανεβεί στο οροπέδιο Μαδιάμ, απάνω από 1500 μέτρα, χτες βράδυ νυχτωθήκαμε σ΄ ένα μουσουλμανικό νεκροταφείο και καρφώσαμε το τσαντήρι μας απόξω από τον τάφο ενός σεϊχη.
Ξυπνήσαμε χαράματα. Κρύο τσουχτερό, το χιόνι είχε σκεπάσει το τσαντήρι μας, όλο το φαρδύ οροπέδιο ήταν ολάσπρο. Ξεστεγιάσαμε μια χαλασμένη καλύβα του νεκροταφείου κι ανάψαμε φωτιά. Χαρά! Οι φλόγες ανέβηκαν γκωσσίζοντας, καθίσαμε όλοι γύρα να ζεσταθούμε. ΄Ηρθαν κι οι καμήλες κι απλώσαν το λαιμό τους από πάνω μας. ΄Ηπιαμε ρακή από χουρμάδες, κάμαμε τσάϊ, οι Βεδουίνοι άπλωσαν στα χιόνια μια μικρή ψάθα, γονάτισαν κι άρχιζαν να προσεύκουνται γυρισμένοι κατά τη Μέκκα.
Ο σύντροφός μου ο Καλμούχος είχε σηκωθεί κι έπαιζε με τα χιόνια κι εγώ άπλωσα σιγά το χέρι μου στον Ταέμα και του είπα εμπιστευτικά:
-Λα ιλλάχ ιλαλλάχ, Μουχάμεντου ρεσούλ Αλλάχ! (΄Ενας είναι ο Θεός κι ο Μουχαμέτης ο προφήτης του).
Χιλιάδες τώρα χρόνια η ζωή τους δεν άλλαξε. Ο αρχηγός της φυλής τους , ο σεϊχης με το κόκκινο μπουρνούζι τους δικάζει κατά τον άγραφο βεδουϊνικό νόμο. Θρησκευτικό είναι το σέβας τους για την ιδιοχτησία. Μπορείς ν΄ αφήσεις οτιδήποτε στην έρημο και να χαράξεις κύκλο γύρα του, ο χώρος γίνεται απαραβίαστος.
————————————————————————————
Είναι οι πιο φτωχοί και οι πιο φιλόξενοι άνθρωποι του κόσμου. Πεινούν και δεν τρώνε για νάχουν πάντα κάτι στο τσαντήρι τους να φιλέψουν τον ξένο. Πεινούν και ποτέ δε ζητούνε. Στη Ραϋθώ μου διηγήθηκαν πως μια μικρή κοπέλα βεδουίνα στεκόταν και κοίταζε μερικούς περιηγητές να τρώνε. Της έδιναν μα από περφάνια αυτή αρνιόταν να δεχτεί κι άξαφνα λιποθύμησε κι έπεσε κάτω από την πείνα.
————————————————————————————
Είχαμε αφήσει πίσω τις καμήλες, ανεβαίναμε βιαστικά το βουνό, λαχταρούσαμε πια ν΄ αντικρύσουμε το Μοναστήρι. Λίγο νερό σε μια γούβα, μερικές χουρμαδιές, ένα πέτρινο καλυβόσπιτο. Πιο πέρα ένας σιδερένιος σταυρός στυλωμένος σ΄ ένα βράχο. Ζυγώναμε πιά. Κι άξαφνα από την κορφή ενός βράχου η χαρούμενη κραυγή του Καλμούχου: – Ντέρ! (Μοναστήρι!)
Πίσω από το βουνό η χώρα των Αμαληκιτών και τα βουνά των Αμοραίων. Καταβορρά απλώνεται η έρημος Κηδάρ, η Ιδουμαία και τα όρη Θαιμάν, ίσαμε την έρημο Μωάβ. Νοτικά το ακρωτήρι Φαράν και η Ερυθρά θάλασσα. Τέλος κατά τη δύση η οροσειρά Σινά, η Αγία Κορυφή, όπου λάλησε ο Θεός στο Μωυσή και πιο πέρα η Αγία Αικατερίνη.
Συλλουγίζουμαι πως μπόρεσε το καλογερικό τούτο κάστρο να βαστάξει τις σιγανές τούτες ανοιξιάτικες πνοές και πως δεν έπεσε κάτω τόσους αιώνες κάποιαν άνοιξη; Η φράση του σκληρότατου ερημίτη Αγίου Αντωνίου χρόνια τώρα ταράζει με το βαθύν ανθρώπινο καημό της την καρδιά μου: «Εάν κάθεσαι στην ερημιά και η καρδιά σου ησυχάζει και ξαφνικά ακούσεις φωνή στρουθίου η καρδιά σου δεν έχει πια την πρώτη της ησυχία».
Γύρα από το πηγάδι όπου οι θυγατέρες του Ιοθώρ ερχόταν να ποτίσουν τα πρόβατά τους κι ίσια ίσια εκεί που ήταν η βάτος η φλεγόμενη και ου κατακαιομένη χτίστηκε από τον Ιουστινιανό το Μοναστήρι. Συνάμα ο αυτοκράτορας έπεψε διακόσιες οικογένειες από τον Πόντο κι από την Αίγυπτο να εγκατασταθούν κοντά στη Μονή φρουροί και σκλάβοι της. ΄Υστερα από έναν αιώνα ήρθε στον κόσμο ο Μουχαμέτης. Πέρασε κι από το όρος Σινά. Σώζεται ακόμα απάνω σ΄ ένα κόκκινο γρανίτη το αχνάρι από το πόδι της καμήλας του. Μπήκε στο Μοναστήρι. Οι καλόγεροι τον υποδέχτηκαν με μεγάλες τιμές, ευχαριστήθηκε ο Μουχαμέτης και τους έδωκε την περίφημη διαθήκη, τον Αχτιναμέ. Σώζεται ακόμα γραμμένη με κουφικά γράμματα σε δερμάτι δορκάδας βουλωμένο με την παλάμη του Προφήτη. Ο Μουχαμέτης στη διαθήκη αυτή παραχωράει μεγάλα προνόμια στους καλογέρους του Σινά: «Αν καταφύγει καλόγερος του Σινά σε βουνό ή κάμπο ή σπήλιο ή λαγκάδα ή έρημο ή τέμενος , εκεί θάμαι κι εγώ μαζί του και θα τον διαφεντεύω από κάθε κακό. Εγώ θα τους υπερασπίζουμαι όπου και να ΄ναι, είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, στην Ανατολή ή στη Δύση, στο Βορρά ή στο Νότο. ΄Οσοι αφιερώθηκαν στη λατρεία του Θεού στα όρη και στα βλογημένα μέρη δεν υποχρεώνουνται να πλερώσουν φόρο ή δέκατο από τα σπαρτά, μήτε στρατολογούνται, μήτε πλερώνουν χαράτσι. Να τους αφήσουν ήσυχους γιατί η φτερούγα του ελέους απλώνεται από πάνω τους».
Ο πάτερ Παχώμιος , ο ζωγράφος, κάθουνταν στο κατώφλι του, τυλιγμένος σε μιαν πατανία και ζωγράφιζε ένα μεγάλο κοχύλι της θάλασσας.
Ο Αρχιεπίσκοπος, ο ηγούμενος της Μονής, ο ΄Αρχων της ερήμου, σκύβει γελαστός από το τείχος και ρίχνει κάτω στα παιδιά σκούφους χρωματιστούς που τους κρατούσε δώρο. Και τα μικρά αραπόπουλα ουρλιάζουν από τη χαρά, αρπάζουν το ανέλπιστο αγαθό που πέφτει από πάνω τους και σε λίγο τα σκληρά σοκολατιά κρανία λάμπουν κίτρινα, κόκκινα, πράσινα, με μια φούντα στην κορφή. Κοιτάζω με συγκίνηση τους μακρινούς τούτους αδερφούς. Αιώνες τώρα τριγυρίζουν τα βυζαντινά τούτα μουράγια και τους ρίχνουν οι καλόγεροι σαν πέτρες τα μικρά όλο πίτουρο ψωμάκια. Ζούν και πεθαίνουν υπηρετώντας και φοβερίζοντας το Μοναστήρι.
Μεσημέρι πια. Κατεβαίνουμε στην Τράπεζα. Μεσαιωνική αίθουσα τοξωτή, γοτθικά γράμματα σκαλισμένα στους πέτρινους τοίχους. Θα την έχτισαν οι Λατίνοι που πολλά χρόνια ζούσαν μαζί με τους δικούς μας στο Σινά. Ο πάτερ Παχώμιος ζωγράφισε τους τοίχους με θερμήν αφέλεια. Στο βάθος σώζεται μια θαμαστή παλιά τοιχογραφία: «Δευτέρα Παρουσία». Κι από κάτω η «Αγία Τριάδα», τρείς άγγελοι κι ανάμεσα στα φτερά τους το ιερό θεογόνο ζευγάρι, ο άντρας κι η γυναίκα.
Καθίσαμε στο τεράστιο μακρουλό τραπέζι. ΄Εφεραν το φαϊ , αστακούς με χόρτα, ψωμί, λίγο κρασί. Οι πατέρες , μια εικοσαριά, άρχισαν να τρώνε. Κανένας δε μιλούσε. Ο «διαβαστής» ανέβηκε στον άμβωνα κι άρχισε να διαβάζει την ερμηνεία του σημερινού Βαγγέλιου: «Η επιστροφή του Ασώτου». Μήνες πολλούς έχω ζήσει αυτόν τον ρυθμό σε πολλά Μοναστήρια. Το φαϊ παίρνει έτσι τη μεγάλη του μυστηριώδη αξία. ΄Ενας ραβίνος είπε: « Ο ενάρετος άνθρωπος που τρώει, λευτερώνει το Θεό που βρίσκεται μέσα στο φαϊ!»
Κατάπλήσσεσαι από τον πλούτο, ο αέρας είναι γεμάτος ασημένιες καντήλες, το τέμπλο υψώνεται ολόχρυσο, οι τοίχοι, οι κολώνες λάμπουν από τις αναρίθμητες πολύτιμες εικόνες. Ο Σκευοφύλαξ ανοίγει το μεγάλο Σκευοφυλάκιο και σωριάζει μπροστά μας τα ιερά κειμήλια της Μονής. ΄Αγια λείψανα, άμφια χρυσά, κεντήματα εξαίσιας βυζαντινής τέχνης γεμάτα μαργαριτάρι, μίτρες που άστραφταν από τα πολύτιμα πετράδια, σκαλίσματα σε φίλντισι, σταυροί πολύτιμοι, εγκόλπια, πατερίτσες…
΄Ολο τούτο το χρυσάφι και το μαργαριτάρι τόσους αιώνες μέσα στην έρημο. Και το θαυμασιότερο: ΄Ολη η εκκλησία γεμάτη από τα ωραιότερα βυζαντινά εικονίσματα που είδα στη ζωή μου. Μοναδικό Αγιογραφικό Μουσείο στον κόσμο. Στην κόγχη του Ιερού είναι ένα τεράστιο μωσαϊκό «Η Μεταμόρφωση του Χριστού». Δεξιά κι αριστερά ο Μωϋσής που μιλά με το Θεό και δέχεται τις πλάκες των εντολών, κάτου οι δώδεκα Απόστολοι κι οι δεκαεφτά Προφήτες και στις γωνίες ο Ιουστινιανός κι η Θεοδώρα.
Φτάσαμε στο παρεκκλήσι της Αγίας Βάτου. Μπήκαμε όπως ο Μωϋσής ανυπόδητοι. «Λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου, ο γαρ τόπος εν ω συ έστηκας γη αγία εστί». Οι πλάκες είναι σκεπασμένες με πολύτιμα ταπέτα. Στην κόγχη του Ιερού είναι λαμπρό ψηφιδωτό του Ευαγγελισμού. Το παρεκκλήσι είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό, γιατί η Βάτος, η φλεγόμενη και ου κατακαιομένη συμβολίζει την Παρθένο που εδέχτη στα σπλάχνα της το Θεό.
Κάτω από την Αγία Τράπεζα είναι η μαρμάρινη πλάκα που σκεπάζει ακριβώς το μέρος όπου έλαμψε μπροστά στα μάτια του Μωϋσή η Αγία Βάτος. «Μια γουν των ημερών, φυλάττοντας ο Μωυσής τα πρόβατα επάνω εις το βουνόν βλέπει κάτου σιμά εις το νερό όπου ήτο μία βάτος και εκαίετο, πλην ως να ήτο η φωτιά βρύσις νερού, έτσι την εφύλαττε χλωρή με φύλλα και με βλαστάρια».
Μπαίνουμε τη βιβλιοθήκη. Είναι περίφημη για τα χειρόγραφά της. Ελληνικά, αραβικά, κουφικά, συριακά. ΄Ωρα πολλή χαίρουμαι τα παλιά βιβλία, τις πολύχρωμες μινιατούρες, τα ανεξερεύνητα, μυστηριώδη χειρόγραφα. Ποιος ξέρει, ίσως σε καμμιά εδώ αραβική μετάφραση να σώζεται κανένα ελληνικό έργο- Σοφοκλής, Σαπφώ,Αισχύλος- χαμένο στο πρωτότυπο.
Μιλώ με τον Αρχιεπίσκοπ[ο Πορφύριον Γ΄. ΄Αγιος άνθρωπος, ήρεμος, μορφωμένος. Μένει με τους πατέρες στη Μονή κι αγωνίζεται να της δώσει όσο είναι δυνατόν την παλιά της αίγλη.
Θα κάμουμε ότι μπορούμε για να συντελεστεί με τα σημερινά μέσα η ιερή αποστολή της Μονής του Σινά. Ως τώρα φυλάξαμε στη βιβλιοθήκη αυτή τους θησαυρούς που βλέπετε. Τελείωσε καλά, παρ΄ όλους τους κιντύνους, το πρώτο μέρος της αποστολής μας η διαφύλαξη. Τώρα αρχίζει το δεύτερο , η δημοσίευση. «Κάνουμε έκκληση σε όλους τους ΄Ελληνες: ΄Ας έρθουν όσοι επιστήμονες μπορούν εδώ να μας συνδράμουν. Θα τους κάμουμε όλες τις ευκολίες και θα δοξαστούν ερευνώντας, δημοσιεύοντας τα χειρόγραφά μας. Ας γνωρίσουν οι ΄Ελληνες πως υπάρχει εδώ μια ακρόπολη του Ελληνισμού, που δεκατέσσερεις αιώνες τώρα στέκεται όρθια μέσα στην έρημο. ΄Ας έρθουν να μας δούν. Κοιτάξτε το βιβλίο των επισκεπτών. Από το 1897-1925 επι είκοσι οχτώ έτη ήρθαν μονάχα 35 ΄Ελληνες περιηγητές. Κοιτάξτε πόσοι ξένοι ήρθαν από τα πέρατα του κόσμου:΄Αγγλοι 145, Γάλλοι 69, Αμερικάνοι 58, Γερμανοί 60, και πόσοι ΄Ελληνες; Μονάχα 35. Τριάντα πέντε ΄Ελληνες σε 28 χρόνια!
Κατέβαινα τις σκάλες, περνούσα την αυλή, συνοδευόμενος από τον Αρχιεπίσκοπο, το Δίκαιο και το Σκευοφύλακα. Ο Παχώμιος πρόβαλε, τυλιγμένος στην πατανία του.
- Κρυώνεις Παχώμιε; Του λέει ο Δεσπότης.
- Κρυώνω Σεβασμιότατε!
Προχώρησε να με αποχαιρετήσει, άνοιξε την πατανία του και μου έδωνε δύο μικρούς άρτους, με την τύπωση της Αγίας Αικατερίνης.
-Σου τους στέλνει ο Ααρών για το δρόμο.
Ο Ταέμα με περίμενε απέξω από το Μοναστήρι, με την καμήλα. Αποχαιρέτησα τους θαυμαστούς πατέρες. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την εγκάρδια, αρχοντική φιλοξενία. ΄Εσφιξα το χέρι του Καλμούχου. Αυτός έμενε πολύ ακόμα στο Σινά , να δουλέψει. ΄Ολο αυτό το υψηλό τοπίο της Παλιάς Διαθήκης έχει κυριέψει την καρδιά του. Χωρίσαμε:
- Ο Θεός μαζί σου!
Στο μικρό πλούσιο τραπεζάκι τρώμε μαζί με τον Αρχιμανδρίτη Θεοδόσιο και μιλούμε.
-Αν προβάλεις , πάτερ Θεοδόσιε, του έλεγα, από το ήσυχο κελί σου κι αφουκραστείς τον κόσμο, η καρδιά σου, που είναι θερμή κι αγαπά τους ανθρώπους, θα σκιρτήσει με αγωνία. Μια νέα συγκίνηση , που δεν υπήρχε προ του πολέμου, θα σε κυριέψει. ΄Ένα καινούριο, σκοτεινό, θρησκευτικό δέος.
΄Ολοι οι λαοί μετά τον πόλεμο αναταράζουνται. ΄Ενας άνεμος του ολέθρου φυσά απάνω από τη Γης. Η μπόρα ξέσπασε. Κατεβαίνει. Θα παρασύρει πολλές αγαπημένες μορφές, πολλές παλιές ιδέες. Σωτηρία δεν υπάρχει.
-Σωτηρία δεν υπάρχει; Είπε σιγά ο ηγούμενος και με κοίταξε με αγωνία.
-Μια μονάχα: Να το ξέρουμε και να είμαστε έτοιμοι.
΄Ετσι ταράζοντας την καρδιά του θαυμαστή ερημίτη, μετατρέποντας την ηρεμία του σε σφοδρήν ανησυχία, ανταπέδιδα με τον ανώτατο τρόπο τη φιλοξενία.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(Επιμέλεια Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)
