Το παλιό γουναράδικο (από το βιβλίο της Ιφιγένειας Γρ. Διδασκάλου «Καστοριά, πατρίδα μου»)

κατηγορία : Γούνα/Παράδοση από

[Μεταδόθηκε από το Ραδιόφωνο στις 25-8-1968 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη»]

Απασχόληση βασική του Καστοριανού είναι η γούνα. Το λέει δα και η παροιμία: «Στην Καστοριά, για ψαράς, για γουναράς».

Σχεδόν κάθε σπίτι στην Καστοριά έχει και το γουναράδικό του. Στο γουνεμπόριο χρωστούν οι Καστοριανοί τα μεγάλα αρχοντικά τους, την πρόοδό τους, την καλοπέραση και την ευημερία τους. Απεργία δεν ακούγεται εκεί, φτώχεια δεν υπάρχει. Τα ημερομίσθια είναι ικανοποιητικά, κατάλληλα για μιάν άνετη κι ευχάριστη ζωή. Τα σημερινά ημερομίσθια κυμαίνονται ανάμεσα σε 200 – 500 – 700 ή και 1.000 – για τους εξαίρετους τεχντίτες – δραχμές.

Τα καστοριανά γουναρικά είναι γνωστά, φημισμένα, όχι μόνο στο πανελλήνιο, αλλά και σ’ όλον το κόσμο. Και μόνο στην Καστοριά και στη Σιάτιστα φιλοτεχνούν τα γουναρικά με περίσσια τέχνη και γούστο μοναδικό. Και το «προνόμιο» αυτό το έχουν κατοχυρωμένο με νόμο. Θα μπορούσαν και σ’ άλλες πόλεις ν’ ανοίξουν γουναράδικα, αλλά δεν το κάνουν, γιατί τα αποκόμματα δερμάτων, που εισάγουν από το εξωτερικό και η είναι η πρώτη ύλη, τα λεγόμενα «σισυροδέρματα», φορολογούνται σαν είδος πολυτελείας. Επομένως, οι δασμοί και η φορολογία είναι τόσο μεγάλη, που δεν συμφέρει οικονομικά ν’ αναπτυχθεί η γουνοποιΐα και σε άλλα μέρη, ενώ στην Καστοριά έχει ατέλεια.

Τα σημερινά γουναράδικα της Καστοριάς είναι τεράστια εργαστήρια, που απασχολούν εκατοντάδες εργάτες, είναι εξοπλισμένα με όλα τα σύγχρονα μηχανήματα και εκπληρώνουν όλους τους όρους της υγιεινής.

Ωστόσο, την παλιά «καναγκιουρίσια» εποχή, το καστοριανό το «μαγαζί» – όπως το λέγαν – συνηθέστατα ήταν ένα από τα πολλά δωμάτια του σπιτιού. Μέσα σ’ αυτό είχαν μιά δυό ή και περισσότερες σειρές «τεζιάχια» (τραπέζια), πάνω στα «μιντέρια», και μιά μεγάλη λάμπα πετρελαίου, με άσπρο αμπαζούρ, που κρεμόταν από τη μέση του ταβανιού, για να φέγγει στα νυχτέρια. Αυτό, λοιπόν, τα παλιό γουναράδικο θα περιγράψουμε εδώ, για τη γραφικότητα της δουλειάς και του περιβάλλοντός του.

Δύο ώρες πρίν να φέξει, το εμπιστότερο τσιεράκι (τσιεράκια, δηλαδή τσιράκια, λέγαν τους νεαρούς μαθητευόμενους εργάτες), χτυπούσε δειλά την πόρτα του σπιτιού, για να ξυπνήσει το αφεντικό μαλακά, χωρίς να ανησυχήσει. Η πόρτα άνοιγε, έμπαινε μέσα το τσιεράκι και η πρώτη του δουλειά, σε καιρό χειμώνα, ήταν να ανάψει το μαγκάλι. Ύστερα καθάριζε το λαμπογυάλι, γέμιζε τη λάμπα πετρέλαιο, γέμιζε και το πήλινο λαήνι με νερό.

Σε λίγο έρχονταν και τ’ άλλα τσιεράκια και οι καλφάδες, οι καθαυτό τεχνίτες της γούνας. Πρίν μπούν, όμως, στο μαγαζί, βγάζαν τα παπούτσια τους και τ’ άφηναν έξω, στο κατώφλι. Καλημερίζονταν, κάθονταν σταυροπόδι στο μιντέρι (όλοι, τον παλιό εκείνο καιρό, φορούσαν «αντερί», – μακρύν ίσαμε τους ασταργάλους χιτώνα, σαν πουκαμίσα ύπνου ή ράσο), έκαναν το σταυρό τους κι άρχιζαν δουλειά.

Δούλευνα διάφορα δερμάτινα είδη – «νούρκα», «σιντζιάπι», «σκουνξ», «αξαστρακάν», «γαραντούρα», «κότσια», «μηλόγουνες» κ.α. Τα ράβαν με το χέρι, επειδή δεν υπήρχαν τότε μηχανές, με ράψιμο «τιρτίρι», δηλαδή, ράψιμο τόσο λεπτό, που έμοιαζε με κέντημα.

Πιάναν δυό κομματάκια γούνα με το πέλο πρός τα μέσα, χωρίς ούτε μιά στάλα χνούδι να ξεφεύγει και, με το βελόνι, το ράβαν πυκνά, κάπως με τον τρόπο, που ράβονταν τα γάντια, σαν ραφή ούγιας.

Με το καιρό, βέβαια, φέραν ποδοκίνητες μηχανές κι αργότερα ηλεκτροκίνητες.

Στο γουναράδικο του παππού μου, γούνες έραβε και η γιαγιά μου και η μητέρα μου και τ’ άλλα τα παιδιά του σπιτιού. Το συνήθιζαν αυτό, για να βγαίνει η δουλειά πιό γρήγορα. Για να αποδίδει περισσότερο μάλιστα, έδιναν και σ’ άλλες γυναίκες της γειτονιάς και έραβαν γούνες. Όπως το μαρτυράει το πάρακάτω δίστιχο, οι γυναίκες ήταν πιό τεχνήτρες, ειδικώτερα στους «πεχλέδες»:

Καστοριανές οι κόρες,

πεχλέδες ράφτουν όλες,

στον κόμπο, στη ριζά,

κοφτουνε την οτρά!

Οι «χρωματιστάδες» (ειδικοί διαλογείς των αποκομμάτων) στο καστοριανό γουναράδικο ξεχώριζαν, χρώμα με χρώμα, τα γούνινα κομματάκια του «χουρδά» καταπώς λεν οι Καστοριανοί όλα αυτά τα αποκόμματα των γουναρικών, που εισάγουν από την Ευρώπη και ιδίως από την Αμερική, κατά τόνους και σε τεράστιες μπάλες.

Οι «κόφτες», κατόπιν, με ειδικά μαχαίρια αφαιρούσαν από τα κομματάκια αυτά τ’ άχρηστα μέρη και τα πετούσαν στα «μπουλούκια», στ’ άχρηστα, που ύστερα τάριχναν στην Τούμπα στο βουνό. Τα καλά τα ξεχώριζαν και τα αράδιαζαν επάνω σε φύλλα εφημερίδας – με το πέλο πάντα πρός την ίδια κατεύθυνση – και φτιάχναν τα «μανταλίδια» και τους «πεχλέδες». Αυτά, ύστερα, τα παίρναν οι ραφτάδες και τα ράβαν με ξεχωριστή τέχνη και προσοχή.

Εμάς, τα μικρά παιδιά, μας έβαζαν να μαδούμε τις άσπρες τρίχες, που τύχαιναν στα μαύρα γουναρικά ή καμμιά μαύρη τρίχα, αν τύχαινε σε άσπρο γουναρικό, σε γουναρικό με άσπρο τρίχωμα.

Δύσκολη δουλειά ήταν το «μάδημα», ήθελε μεγάλη προσοχή και υπομονή. Τα δαχτυλάκια μας κάποτε βγάζαν φουσκάλες, που πονούσαν τρομερά.

Όταν εχάραζε η μέρα για τα καλά, στο μαγαζί τα τσιεράκια σταματούσαν για λίγο τη δουλειά τους και τρώγαν το πρωϊνό τους, φυσώντας διαρκώς τις τρίχες, που ήταν καλλημένες απάνω τους. Ύστερα παίρναν το λαήνι και, από χέρι σε χέρι, πίναν νερό δροσερό. Πόσες τρίχες – θυμούμαι – κάπινε ο παππούς ο Κοσμάς! Ού, φούντες φούντες ήταν κολλημένες απάνω στα πυκνά και χοντρά φρύδια του, στη ρόμπα του, στις κάλτσες του, παντού. Σηκωνόταν από τη δουλειά κι όπου πατούσε γέμιζε ο τόπος τρίχες.

  • Αχ, παππού, ολόκληρη φούντα τρίχες κατάπιες, του λέγαμε.
  • – Δεν πειράζει, μαλακές είναι! Δουλειά νάναι μόνο…απαντούσε και δε στεναχωριόταν.

Μα και τί νάκανε; Όλο το σπίτι της νιάνιας Λένκως ήταν γεμάτο γουναρικά.

Όταν έβγαινε το πρώτο ώριμο ροδάκινο, το φέρναν τα τσιεράκια στο μαγαζί και το βάζαν μπροστά στον παππού Κοσμά, το αφεντικό τους. Αυτό ήταν σημάδι, πως θ’ άρχιζαν τα νυχτέρια.

Μα όταν άνθιζε το πρώτο ζουμπούλι και βάζαν μέσα στο ποτήρι, σήμαινε πως τα νυχτέρια θα σταματούσαν πια.

Τα χρόνια εκείνα, τα τσιεράκια δούλευαν με υπακοή σπάνια, με σέβας και αγάπη περίσσια για το αφεντικό τους. Μπαίναν στη δουλειά, μικρά παιδιά, και δούλευαν στο ίδιο μαγαζί συνέχεια, χωρίς παρεξήγηση και διαφορές, ίσαμε τα γερατιά τους.

Οι παλιοί εκείνοι γουναράδες, την ώρα που δούλευαν τις γούνες, συνήθιζαν και να αυτοσχεδιάζουν τραγούδια, περιγελαστικά για τις ζωηρές και σκανταλιάρες γυναίκες, τις συντοπίτισσές τους. Τραγουδούσαν την ομορφιά και τα νάζια τους, τους έρωτες και τις τρέλλες τους. Με το τραγούδι ξεχνούσαν τον κόπο της δουλειάς.

Σπάνια όμορφη, στο καιρό της, και ζωηρή περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, ονομαστή η Νέτα του Φασιούλα είχε θρονιαστεί, καημός και λαχτάρα, στις καρδιές τις αντρίκες κι έγινε τραγούδι δροσερό και χαριτωμένο που τραγουδιέται και τώρα, ακόμα, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα δηλαδή, και θα τραγουδιέται πάντα στην Καστοριά:

Η Νέτα του Φασιούλα βάφει τα φρύδια της –

κι ο ήλιος βασιλεύει στα παραθύρια της –

άϊντε, Νέτα, στα παραθύρια της!

 

Ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται

κι η Νέτα του Φασιούλα δε συμμαζώνεται

άϊντε, Νέτα, δε συμμαζώνεται!

 

Ο ήλιος βασιλεύει μέσ’ στα λακκώματα

κι η Νέτα του φασιούλα, μέσ’ στα παπλώματα –

άϊντε, Νέτα, μέσ’ στα παπλώματα!

Τί θα ήταν η Νέτα; Τί θ’ απόμενε, αν στα λίγα τούτα λόγια του τραγουδιστή της δεν έβαζαν και το χαρούμενο σκοπό; Ποιός θα τη θυμόταν τάχα;…

Και κείνη, πάλι, την τρισχαριτωμένη Πηνελόπη του Καρανά, που ο ρυθμός της χορεύεται σε κάθε γιορτή, σε κάθε διασκέδαση, σε κάθε πανηγύρι και την ξέρουν Καστοριανοί και ξένοι για «Ρουσούλαινα»; (το γνωστό καστοριανό χορό της Ρουσούλαινας, που χορεύεται με το σκωπτικό τραγούδι για την Πηνελόπη Καρανά), και τόσα άλλα ακόμη, τραγούδια για τις όμορφες της παλιάς Καστοριάς!

Τα χρόνια πέρασαν απανωτά, οι άνθρωποι, που τις τραγούδησαν, δεν υπάρχουν, μα τα τραγούδια τους τραγουδιούνται πάντα. Μας τα έχει δέσει, χρόνια τώρα, γερά στη μνήμη, νοσταλγικά, παθητικά το τραγούδισμά τους και δεν τα παραλείπουμε σε καμμιά περίσταση. Κι είναι αναρίθμητα τα τραγούδια, που συντέθηκαν έτσι, αυτοσχέδια κι αυθόρμητα, από τους Καστοριανούς, καταπώς δούλευαν, σκυφτοί στα τεζιάχια, φιλοτεχνώντας τις γούνες, από διάθεση να ξαλαφρώσουν τον κόπο της δουλειάς.

Πότε πότε η «μαμάνα», η γιαγιά του σπιτιού, έμπαινε μέσα στο γουναράδικο, τους κερνούσε κανένα ρακί, με τουρσί αγγουράκια για μεζέ, ή ένα φελί, μιά φέτα δροσερό καρπούζι, και τα τσιεράκια δεν ήξεραν πώς να την ευχαριστήσουν.

  • Χαλάλι να σε γένει, μπρέ μαμάνα! μας δρόσισες τον «γκούρσμανο»! (λαιμό).

Έλεγαν κι από κανένα «χόσικο» (ξινό) αστείο, μα το κεφάλι το είχαν πάντα σκυφτό στη δουλειά. Δούλευαν από τη χαραή ως το σούρουπο, κι άμα ήταν ανάγκη, έκαναν και νυχτέρια.

Στην αυλή κάθε σπιτιού έβλεπες στοιβαγμένες μπάλες το «χουρδά». Ήταν δηλαδή, τότε, η αυλή του καστοριανού σπιτιού σαν αποθήκη. Και στο πάνω πάτωμα, σε κάποιο ξέστρωτο δωμάτιο, συνήθως στον καλοκαιρινό «οντά», βρίσκονταν στοίβες η έτοιμη παραγωγή, περιμένοντας κάποιους αγοραστές ή γι’ αποστολή στο εξωτερικό.

Όταν, από κομματάκι κομματάκι, ράβαν τα γουναρικά, και φτιάχναν τις μπάντες, τα μανταλίδικα, τους πεχλέδες κι όλα τα άλλα γουναρικά, ύστερα τα «σταμάτωναν», δηλαδή τα σιδέρωναν, για να είναι ολόϊσια, σαν ένα μονοκόμματο δέρμα.

Για το «σταμάτωμα» αυτό, είχαν μεγάλες ξύλινες τάβλες – έτσι κάνουν και σήμερα – πους τις λέγαν «σταματούρες», αρκετά σουβλερά καρφιά (μιά φορά το μήνα, ένα πρός ένα καρφί τα λιμάριζαν με τη λίμα) και ξύλινο σφυρί, που τόλεγαν «τσιόκο». Το σιδέρωμα της γούνας, δηλαδή αυτό το σταμάτωμα, γινόταν καταγής, καθιστά με τον τρόπο αυτόν:

Βρέχαν με νερό τα γουναρικά αλαφρά, από το μέρος του δέρματος, για να είναι ελαστικά και να τεντώνουν καλύτερα και, ύστερα με το πέλο να ακουμπάει πάνω στη σανίδα, τα κάρφωναν τεντωτά, πυκνά – πυκνά, άκρη στην άκρη, με τα καρφιά, και τα άφηναν στην αυλή έξω, να στεγνώσουν. Όταν τα ξεκάρφωναν στεγνά, ήταν καλοσιδερωμένα σαν ύφασμα.

Όλοι οι γουναράδες είχαν τις «σταματούρες» τους. Τα μεγάλα μαγαζιά είχαν πολλές και μεγάλες σταματούρες, γι’ αυτό συχνά, άμα τύχαινε να πέσει πολλή δουλειά βιαστική, τα μικρά μαγαζιά έδιναν και τις δικές τους γούνες και τις σταμάτωναν στις μεγάλες σταματούρες.

Μαγαζιά εκείνα τα χρόνια, είχε πολλά η Καστοριά, μα ελάχιστοι ήταν όσοι έκαναν συναλλαγές άμεσα με το εξωτερικό. Οι άλλοι γουναράδες πουλούσαν τα προϊόντα τους σ’ αυτούς τους εμπόρους ή μερικοί απ’ αυτούς πήγαιναν στο εξωτερικό.

Όταν ετοίμαζε – θυμούμαι – ο παππούς ο Κοσμά όλο το εμπόρευμα, το ταχτοποιούσε μέσα σε μεγάλα ξύλινα κασόνια και τόστελνε στο Παρίσι. Και ύστερα από κάμποσες ημέρες, έφευγε κι ο ίδιος εκεί για να το ξεπουλήσει. Τότε, λοιπόν, είχαμε ξεπροβοδήματα, μεγάλη συγκίνηση και δάκρυα πολλά, την ώρα του αποχαιρετισμού.

Χαρακτηριστικό ήταν όταν γινόταν «πράξις», δηλαδή η πώληση γουναρικών εκείνο τον καιρό: Έβλεπες το μεσίτη να πηγαίνει μπροστά, κρατώντας το δείγμα. Πίσω ακολουθούσαν δυό – τρία τσιεράκια, φορτωμένα με τις γούνες και σ’ όλη τη διαδρομή όσοι αντάμωναν το μεσίτη, του εύχονταν: «Χαϊρλίδικα, και σ’ άλλα με γειά!».

Ξεχωριστή ημέρα για την Καστοριά του παλιού καιρού ήταν, όταν έφευγαν όλοι οι έμποροι για το εξωτερικό. Ολόκληρα καραβάνια κινούσαν τότε. Κινούσαν, και μπρός πάντα πήγαινε ο «κολαούζης» καβάλα, ο έμπορος.

Φεύγαν οι Καστοριανοί αφεντάδες, να πάνε για να ξεπουλήσουν το εμπόρευμά τους στην Ευρώπη και στην Αμερική και να γυρίσουν πάλι στην πατρίδα σε λίγους μήνες, γεμάτοι στο φλουρί. Όλοι οι σπιτικοί τους ξεπροβοδούσαν, με τα καΐκια της λίμνης ίσαμε το αντικρυνό, το Μαύροβο, γιατί από κεί παίρναν τα άλογα και τραβούσαν για το μεγάλο ταξίδι.

Πρίν καβαλήσουν τ’ άλογα και φύγουν – με τα κουδούνια των ζώων τους να χτυπούν βροντόλαλα και επιδειχτικά – κάτω από τη φουντωτή λεύκα, εκειδά στο Μαύροβο, καταπώς ιστορούν οι γεροντότεροι, σε μιά βρύση με κρύο νερό, κάθονταν και τρώγαν, όλοι μαζί, για αποχαιρετισμό. Τρώγαν πίττες, σέντζικο τυρί, γλυκά, σκαλτσούνια καστοριανά και άλλα. Τρώγαν, έκαναν ευχές κι έχυναν άλλα τόσα δάκρυα από τη συγκίνησή τους. Κι από τα πολλά δάκρυα, που χύναν οι Καστοριανοί στα ξεπροβοδήματα – έτσι λεν κι έτσι θέλουν να πιστεύουν – στέγνωσε με την αρμύρα η λεύκα κείνη στο Μαύροβο κι άλλη δε φύτρωσε πιά στον τόπο της…Ξεράθηκε και η βρύση.

Όμως οι Καστοριανοί, τώρα πιά, μήτε ξεπροβοδούν τους ξενιτεμένους τους ως  στο Μαύροβο, μήτε χύνουν τόσα δάκρυα στον αποχωρισμό. Γιατί, σήμερα οι Καστοριανοί πιό συγνά βλέπουν τον ωκεανό, παρά το Θερμαϊκό μας: Μικροί, μεγάλοι για βόλτα έχουν το ταξίδι στην Αμερική, Πάνε κι έρχονται, μέσα σε λίγες μέρες, και πάλι ξαναφεύγουν. Μα τον παλιό εκείνο τον καιρό, ένα ταξίδι στην Αμερική ήταν αληθινός αποχωρισμός, μακροχρόνιας, γιατί πολλές μάνες ξεπροβόδιζαν τα παιδιά τους παληκάρια και τα δέχτηκαν πάππους…

Από το παλιό εκείνο καιρό, οι καστοριανές πεχλιδόγουνες, οι σαμουρόγουνες, οι μηλόγουνες και τόσα άλλα φιλοτεχνήματα των καστοριανών χεριών, φοριούνταν στα μεγαλύτερα σεράγια των πασάδων της Πόλης, της Προύσσας, της Πέργαμος, της Δαμασκού. Και σ’ αυτά ακόμα τα χαρέμια του παλατιού Γιλντίζ της Πόλης φορούσαν καστοριανά γουναρικά. Επίσης, σε προθήκες, στα καλλίτερα καταστήματα της Λειψίας, του Λονδίνου, του Παρισιού και της Βιέννης, έβλεπες καστοριανές γούνες, όπως δα το ίδιο, γουναρικά της Καστοριάς προβάλλονταν και στο Βουκουρέστι, στη Βραΐλα και στη Στράντζα.

Μα και σήμερα, σ’ όποιον τόπο κι αν πάς, θα βρείς γουναράδικο καστοριανό με τεχνίτη Καστοριανό ή Σιατιστηνό, που μαθήτεψε στην Καστοριά.

Μάλιστα, από τα 1958, στην Καστοριά λειτουργεί και ειδική σχολή, για να μαθαίνουν οι νέοι πώς δουλεύονται οι γούνες. Οι μαθητές, παιδιά 14 – 18 χρονών, φοιτούν τρία χρόνια και έτσι έχουν την ευκαιρία να μάθουν τα μυστικά της τέχνης των γουναρικών, αυτών, που τόσο λαχταράει να τ’ αποχτήσει κάθε γυναίκα και που, βέβαια, τόσο όμορφα στολίζουν και ζεσταίνουν το σώμα της!