΄Εχει κάμποσο καιρό, καθώς όλοι στο χωριό νιώσανε πως κάτι άλλαξε αργά αργά ολόγυρα…το περίμεναν άλλωστε… δεν ήταν η πρώτη φορά που παρακολουθούσαν τα φύλλα των δέντρων ν΄ αλλάζουνε χρώμα, κι έπειτα να πέφτουνε κάθε τόσο απ΄ τα κλαδιά κάτω στο χώμα, κι ούτε ήταν η πρώτη φορά που καταλαβαίνανε πως η μέρα μίκραινε… κι οι βροχές γίνανε συχνότερες…
Κάθε φορά που ξυπνούσε ο ΄Αουα κι έβγαινε από την καλύβα του, με το πρώτο ένιωθε στο κορμί του το τσουχτερό αγιάζι… Η ματιά του έκαμε μια γύρα στα γνώριμα χώματα φτάνοντας ως τα πιο μακρινά και θαμπά μέρη που ήταν τυλιγμένα με την φθινοπωρινή ομίχλη, κει που μέρες πριν φαίνονταν καθαρά το πυκνό δάσος…
΄Ηξερε από μικρός τα κατατόπια από τον κυνηγό που μεγάλωσε στην ίδια καλύβα… Τώρα θάπαιρνε μαζί του τον ΄Ακα που έμεναν στην καλύβα, για να κόψουνε ότι ξερόκλαδο θάβρισκαν στο πέρασμά τους…΄Ηρθε ο καιρός και πρέπει οπωσδήποτε ν΄ ανάψουνε φωτιά να ζεσταίνονται.
Το μωρό της ΄Αμπα είναι φρεσκογεννημένο και τυλιγμένο με φροντίδα στο πλούσιο μαλλί της προβατίνας πού ΄σφαξαν τις προάλλες. Την έγδαραν κι αφού τεμάχισαν το κρέας της και τόβαλαν στο μεγάλο πήλινο τσουκάλι, ανάβοντας ξερόκλαδα, για αρκετή ώρα… , πήραν το τομάρι, τόκοψαν με τη γυαλιστερή μαύρη κοφτερή πέτρα, να το στεγνώσουν στο δυνατό ήλιο, κι ύστερα να το δώσουν στην έγκυο ΄Αμπα που ήταν στις μέρες της.
Ο ΄Αουα κάθε πρωϊ πριν φτάσει στα ζώα να τα ταϊσει, έχει τη συνήθεια να χαράζει σ΄ ένα κομμάτι ξύλου, σημάδια που τον βοηθούνε να καταλάβει πως αλλάζει ο καιρός, κάτι που δεν κατανοούν οι γύρω του όπως εκείνος… Μετρά ξαναμετράει πόσες φορές θα αντικρύσει τον φωτεινό δίσκο – τον ήλιο – και άλλες τόσες την ώρα που εκείνος χάνεται πίσω απ΄τα βουνά… Τις νύχτες όταν έχει καθαρό ουρανό μελετάει τον άλλο φωτεινό δίσκο – τη σελήνη – και κάνει άλλα σημάδια, σ΄ άλλο κομμάτι ξύλου… Τα φυλάγει σε μέρος που μόνον αυτός έχει το δικαίωμα να μπαινοβγαίνει εκεί…
Ξημέρωσε για τα καλά…
Ο ¨Αουα, ο ΄Ακα, η Άμπα με το μωρό της, κι ο γέρος που κουτσαίνει απ΄ το ένα πόδι και δεν μπορεί ακόμα να σταθεί όρθιος, μένουν μαζί στην παραλίμνια καλύβα. Δεν είναι δύο μερόνυχτα, όταν 3 λύκοι έφτασαν ως το μαντρί τους… και ξέσκισαν το πρώτο ζωντανό… Ο γέρος που βρίσκονταν εκεί – φύλακας του κοπαδιού, με μια βαριά μαγκούρα προσπάθησε να τους διώξει… μα ο πιο μεγάλος σε διαστάσεις τον τραυμάτισε δαγκώνοντάς τον στο πόδι, αφήνοντάς τον πληγωμένο…κι ανήμπορο… Το ουρλιαχτό του δεν ακούστηκε… κι ο γέρος απέμεινε εκεί αβοήθητος ως το άλλο πρωϊ που ο ΄Ακα έφτασε να ταϊσει τα ζώα… Τον βρήκε, τον πήρε αγκαλιά, τον μετέφερε ως την καλύβα, κι έπειτα ζήτησε από την ΄Αμπα να του δώσει την πήλινη γαβάθα. Την γέμισε με νερό και μ΄ ένα κομμάτι κατσικίσιο μαλλί, που το βούτηξε εκεί, άρχισε να καθαρίζει το στεγνό αίμα από το πόδι του τραυματισμένου. ΄Εσταξε μετά πάνω στην πληγή, ζουμί από σταφύλι κι από άλλο έναν βολβό που μόλις τούβγαλε την πρώτη φλούδα, γεμίσανε τα μάτια του δάκρυα. Απο δω και μετά μαζί με τον Άκα θα φυλάγανε το μαντρί για καιρό έως ότου γίνει καλά. Σαν τελείωσε τη φροντίδα με τον γηραλέο συγκάτοικο, έριξε τη ματιά του προς την οροφή της καλύβας… απ΄ άκρη σ΄ άκρη με προσοχή… νιώθοντας μια ικανοποίηση για όσες μέρες δούλεψε, μαζί με τον ΄Αουα. Εδώ και μέρες είχαν αλλάξει όλα τα καλάμια της στέγης, αντικαταστώντας τα , πετώντας τα άλλα που φανέρωναν σάπισμα κι είχανε πιάσει γλίτσα. Είχαν κόψει νέα καλάμια από μέρες πριν, τα ξέραναν στον δυνατό ήλιο και με την κοφτερή μαύρη πέτρα, τάκοψαν, υπολογίζοντας το μάκρος τους, ώστε να είναι ίσα μεταξύ τους. Σ΄ αυτή την συνεργασία ο ΄Ακα, η ΄Αμπα κι ο ΄Αουα, έκαμναν το τελικό στερέωμα και την αλλαγή της στέγης, επι 2 μέρες συνεχώς , απ΄το πρωϊ ως το σούρουπο… Η ΄Αμπα κρατούσε τα καλάμια και τα έδινε ένα ένα στον ΄Ακα. Σε μια πήλινη κούπα υπήρχε άφθονη ρευστή λάσπη, που έπεφτε ανάμεσα στα καλάμια για καλύτερη στερέωση. Αυτό φαίνονταν όταν έπιανε δυνατός βορεινός αέρας και τότε η σκεπή δοκιμάζονταν οριστικά. Τα καλάμια παρέμεναν στην ίδια θέση… η δουλειά είχε γίνει σωστά.
Η ΄Αμπα μετά τη γέννηση του μωρού της και καθώς το φθινοπωρινό κρύο έγινε πιο αισθητό, βρήκε κι άλλα πολλά δέρματα – τομάρια- φυλαγμένα από το κυνήγι. Τύλιξε μ΄ άλλο ένα ακόμη το βρέφος… κι έστρωσε τα υπόλοιπα στο χωμάτινο πάτωμα. Η καλύβα έγινε πιο φιλόξενη , πιο ζεστή για όλους, και ιδιαίτερα για το μικρό της, που κάθε τόσο κλαίει. Τότε αφήνει κάθε άλλη ασχολία, κάθεται κοντά του, το παίρνει στην αγκαλιά της και το θηλάζει, ενώ εκείνο ρουφάει λαίμαργα το μητρικό γάλα.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα έρχεται καθημερινά από την διπλανή καλύβα, να δει τη λεχώνα και το νεογέννητο. Εξετάζει το μωρό που δείχνει ζωηρό, μέσα στις φασκιές του, αφού διαρκώς κουνάει τα μέλη του. Η μάνα δέχεται μια κούπα με ζεστό φρέσκο γάλα και βρασμένο σιτάρι, που την χορταίνει και της δίνει δύναμη.
Ο ΄Αουα επιστρέφοντας από το μαντρί , έφερε κι άλλο αρμεγμένο γάλα για όλους. Ξαναφεύγει όμως χωρίς να δώσει εξηγήσεις και τραβάει προς την όχθη, όπου βρίσκεται το μικρό του πλεούμενο, φορτωμένο με τα δίχτυα του, το καμάκι, τα δολώματα. Σπρώχνει με δύναμη το μονόξυλο απ΄ την όχθη προς το νερό… και μ΄ ένα πήδημα μπαίνει μέσα. Ο θαμπός ήλιος στέλνει κάτι λίγο από ζέστη… κι ένα ελαφρό κυματάκι σχηματίζεται πάνω στην επιφάνεια καθώς ψάχνει που να ρίξει τα δίχτυα του. Μένει σιωπηλός παρακολουθώντας μια τα νερά και μια το πέταγμα των αργυροπελεκάνων που ψάχνουν μικρόψαρα για τον πρωϊνό τους μεζέ. Μόλις τα εντοπίσουνε όλα μαζί αυτά τα μεγάλα πουλιά βουτούν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο ψαράς περιμένει υπομονετικά παραπέρα και με επιδέξιο τρόπο τραβάει το λιναρένιο δίχτυ… ένας μέτριος γουλιανός, δυο – τρία τσιρόνια ότι πρέπει για το φαγητό της μέρας.
Μια ακόμη φθινοπωρινή μέρα άρχιζε για τους κατοίκους του χωριού… Ο γέρος που ακόμα πονά, η γυναίκα που θηλάζει το μωρό, η καινούρια σκεπή, το νέο σημάδι που χάραξε, τα φύλλα που αργοπέφτουνε και στρώνουν τη γη με μια ποικιλία διαφορετικών χρωμάτων , κάνουν τον ΄Αουα να νιώθει μεν από τη μια μεριά τις δυσκολίες της ζωής, μα από την άλλη νιώθει ικανοποίηση διότι ξέρει πόσο κόπιασε για τον ερχόμενο καιρό, που θα φτάσει έτσι κι αλλιώς με το δριμύ κρύο και την παγωνιά…
Στην καλύβα- αποθήκη, υπάρχει μπόλικο ρόβι, για τα ζώα, κι άφθονο δίκοκκο και μονόκοκκο σιτάρι φυλαγμένο στα πήλινα αγγεία. ΄Εχουν ακόμα αρκετά φουντούκια , φακές, ενώ η γη ολόγυρα εξακολουθεί να βγάζει μπρόκολο και σπανάκι… υπάρχουν και λίγα ακόμη μανιτάρια, ότι πρέπει για μαγείρεμα. Η καλύβα αποθήκη έχει όλα όσα χρειάζονται, για να περάσουνε τα δυνατά κρύα, τα χιόνια, τις παγωνιές. Δίπλα στις πέτρινες μυλόπετρες ένας σωρός αλεσμένος από σιτάρι, θα τους χρησιμεύσει για τις επόμενες μέρες…
Προχωρημένο φθινόπωρο… κι οι ώρες που δίνουν φως όλο και λιγότερες… σε λίγο σκοτάδι σκεπάζει την περιοχή με την λίμνη, τις καλύβες… του παραλίμνιου χωριού…
Κουκουλωμένοι μέσα στα δέρματα, ο ΄Αουα, ο τραυματισμένος γέρος ο ΄Ακα και το μωρό με την ΄Αμπα, παραδίδονται στον ύπνο, τα όνειρα και τις σκέψεις, τις έγνοιες που υπάρχουνε στην πρόσκαιρη ζωή…
΄Ένα διάλλειμα είναι κι αυτό για ξεκούραση, ανάπαυση μέχρι το επόμενο πρωϊνό, που θα έρθει και πάλι μέσα στο λιγοστό φως… νέα μέρα.
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
