Είχε μπει ο Μάης για τα καλά. Είχαμε φύγει από τις παγωμένες στέπες αυτής της σκληρής άνοιξης μια και καλά. Κόντευαν να ανθίσουν οι μυγδαλιές και μερικά ξεθαρρεμένα λουλούδια δειλά – δειλά άρχιζαν ανοίγουν τα ροδόφυλλα και να γεμίζουν με τις ευωδιές τους τις παγωμένες ψυχές μας. Τότε κοίταξα από κοντά την μητέρα μου που με κρατούσε αγκαλιά και μίλαγε με την πιο κοντινή της φίλη. Εγώ ξέφυγα από την αγκαλιά της και χώθηκα στην κουζίνα. Εκείνη αγκάλιασε δακρυσμένη την φίλη της, να την φυλάει, λέγοντας πως τον μεγαλώνει από ενός μηνός σαν δικό της παιδί. Ο γιατρός από την άλλη στεκόταν μέσα στο φαρδύ κουστούμι με συνυφασμένο ύφος παράμερα. Κούνησε καταφατικά το μικρό του κεφάλι με τα αραιά μαλλιά που δεν του ταίριαζε καθόλου στους ώμους και πως όλα είχαν τελειώσει για τον πατέρα μου.
Ο πατέρας το στήριγμα του σπιτιού έφυγε έτσι απροειδοποίητα στον ουρανό. Τώρα κατάλαβα γιατί έκλεγε η μητέρα. Διότι ο πατέρας θα πήγαινε ταξίδι όπως μου έλεγαν με τους αγγέλους στον ουρανό και δεν έπαιρνε και εμάς μαζί του. Η μητέρα φορούσε πάντα μαύρα ρούχα από τότε που την θυμάμαι με συνοδεία μαύρα γάντια και ομπρέλα και με κάτι τσόχινα παπούτσια μα δεν την ρώτησα ποτέ το γιατί. Κάθε φορά που πήγαινα να την ρωτήσω πετιόταν η γιαγιά μου και με συγκρατούσε σαν να μην ήθελε να μάθω. Τότε η φίλη της μαμάς μου δεν την άφηνε να κλαίει άλλο γιατί όπως άκουσα θα της τελειώσει το δάκρυ και στεγνώνουν τα μάτια. Τρόμαξα στην ιδέα και αποφάσισα να μην ξανακλάψω ποτέ και πάθω καμιά ζημιά. Παρά πήρα το μικρό σκυλάκι μας τον Κρίτων και παίζαμε σε μια γωνιά σαν να μην συνέβη τίποτε. Ήταν ένα καφετί μικρούτσικο σκυλάκι πεκινουά με μαύρες βούλες που χωρούσε σε μια τσέπη.
Μια άλλη καλοντυμένη κυρία που είχε έρθει από μια κοινωφελή οργάνωση ζήτησε την άδεια από την γιαγιά μου να μου μιλήσει.. Εγώ σοκαρισμένος κρατούσα με το ένα χεράκι το φουστάνι της γιαγιάς γιατί το άλλο το είχα ποιο κοντό με συμμαζεμένα τα δάχτυλα και παράλυτο εκ γεννητής. Μα η κυρία επέμενε με μια δεξιοτεχνία να με φιλήσει αφού ήμουν ο μικρότερος εκεί σε αυτόν τον θλιβερόκοσμο.
«Έλα παιδί μου λέει ευγενικά να μιλήσουμε λίγο και μύριζε τόσο υπέροχα.
Ήταν ντυμένη με μεθοδικότητα και είχε μια ευχάριστη νότα αισιοδοξίας στην συμπεριφορά της. Και παρ’ όλη την αγριάδα και την ατίθαση συμπεριφορά μου αφέθηκα στα χέρια της. Τότε μου έδωσε μια μεγάλη σοκολάτα και να δεις, ήταν από εκείνες που μου αρέσανε πολύ και τρελαινόμουν. Έμπηξα τα δοντάκια μου ευχαριστημένος στην σοκολάτα και είχα λερώσει χέρια και όλα μου τα ρούχα μα ήταν τόσο γλυκιά. Τότε είδα πως δεν με μάλωσε κανένας μα δεν ξέρω το γιατί. Τότε η κυρία με τους καλούς τρόπους βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει για λίγο κρυφά στην γιαγιά μου. Μα δεν με ένοιαζε καθόλου. Εγώ είχα την σοκολάτα μου και ας καιγόταν όλος ο κόσμος. Η μάνα έκλεγε διαρκώς με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος της καλύτερης φίλης της.
«Δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμη έλεγε κλαίγοντας πως έφυγε έτσι τόσο ξαφνικά μέσα από τα χέρια μου. Και να μην προλάβει να μου πει έστω μια κουβέντα.»
«Το καημένο το παιδάκι τι θα γίνει τώρα του απαντάει εκείνη συμπνεούμενη τον αβάσταχτο πόνο της φίλης. Και όταν κάποτε μάθει όλη την αλήθεια πως δεν είναι δικό σας παιδί πως θα αντιδράσει. Ξέρετε τι ψυχολογική αντίδραση θα έχει μόλις καταλάβει τι έγινε και τι σκοπεύετε να κάνετε της λέει μετά κάπως αδέξια».
«Δεν ξέρω τίποτε της λέει η μητέρα μου με αναφιλητά σκουπίζοντας την μύτη με το μαντήλι.
Τώρα που τον μεγαλώσαμε λίγο πάει μας εγκατέλειψε και ο Τόμης. Μα το παιδί μας χρειάζεται φροντίδα στην κατάσταση που βρίσκετεαι με το ένα χέρι κουλό».
Εγώ πάντως ήμουν τόσο μικρός που δεν καταλάβαινα γρι από αυτά που έλεγαν. Τραβούσα την γιαγιά μου από το μουσαλένιο της φουστάνι που έφτανε μέχρι κάτω στο δάπεδο. Μετά ήρθε ένας κοντόχοντρος κύριος με ιδρωμένες μασχάλες και φαρδιά γραβάτα. Ήταν ένας παχύσαρκος που του είχε βγει έξω το πουκάμισο από το σφιχτοδεμένο παντελόνι του. Είχε απεριποίητα τα λίγα μαλλιά και χτενισμένα όλα κατά κάτω να κρύψει την φαλάκρα του. Πλατύ μέτωπο σαν γήπεδο πέντε επί πέντε και μεγάλο στόμα σαν την σπηλιά του Δράκου. Κάποτε ίσως και να πέρναγε η μπογιά του στις γυναίκες και να της ξεγέλαγε με τα χρυσά δόντια που είχε στην σειρά σαν συστοιχίες. Μια χρυσή αλυσίδα κρέμονταν από τον κοντό λαιμό του και κατέληγε σε μια παράξενη αγκράφα σαν άγκυρα. Κρατούσε στο ένα χέρι μια κλειδωμένη καφετιά τσάντα γεμάτη έγγραφα μέσα. Στο άλλο είχε ένα μεγάλο μαντίλι για να σκουπίζει τον ιδρώτα του που βρομούσε σαν άπλυτος αρουραίος. Με ζύγωσε με ευγενική αδιαφορία στο πρόσωπο που δεν ενέπνεε καμιά αισιοδοξία παρά μόνο εγωισμό. Καθώς έσκυψε πάνω μου σαν καρυδιά με την βαριά του σκιά μα βρώμαγε η ανάσα του σαν σκουπιδοτενεκές..
«Φαίνεσαι καλό παιδάκι μου λέει με ένα προσποιητό χαμόγελο ενώ κοίταζε αλλού. Νομίζω πως μαζί θα τα περάσουμε περίφημα μου τονίζει με την τσεβδή φωνή του».
Εκεί κιότεψα λίγο και τρόμαξα. Τι μου τσαμπουνούσε τώρα αυτός ο χοντρομπαλάς, και δεν με άφηνε στην ησυχία μου να απολαύσω την σοκολάτα μου που κόντευε να τελειώσει.
«Στο εξής αν συμφωνήσεις και εσύ θα μένεις μαζί μας λέει. Εκεί έχει και άλλα παιδάκια στην ηλικία σου και θα παίζεις μπάλα όλη ημέρα». Κάπου εκεί κοντά μου βρήκε το τρωτό μου σημείο.
Να τρώω όσα παγωτά θέλω να έχω ένα λόχο φίλους και να παίζω μπάλα μαζί τους με φανελίτσα και σοβρακάκι. Όλα αυτά μακριά από τις φωνές της μαμάς μου. Τότε θα δεχόμουν ευχαρίστως να πάω μαζί τους υπό έναν όρο, να πάρω μαζί μου και τον Κρίτων το σκυλάκι. Μετά αφού τελείωσε η δύσκολη τελετή του πατέρα που πολύ λίγο τον γνώριζα γυρίσαμε στο σπίτι με θλιμμένο ύφος. Η ευγενική κυρία με τις σοκολάτες που μύριζε κολόνια τριαντάφυλλο με διπλάρωσε πάλι με ευγενικό τρόπο και μου γέμισε το κεφάλι με γλυκόλογα να με καταφέρει.
«Αν δεν είσαι άτακτος μου λέει σαν μερικούς – μερικούς, στο υπόσχομαι, θα περάσουμε ζάχαρη στο σπίτι του παιδιού. Εκεί για να καταλάβεις έχουμε παιδάκια από όλη την χώρα που σου μοιάζουν. Θα μείνετε μέχρι να μεγαλώσετε λίγο να πάρετε τα πάνω σας.. Θα σπουδάσετε με μεγάλη φροντίδα χωρίς στεναχώριες και τύψεις που φύγατε από το σπίτι σας. Γιατί τώρα που έφυγε ο πατέρας σου στον ουρανό θα δυσκολευτείτε να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας. Θα πρέπει η μητέρα σου να μετράει και την τελευταία της πεντάρα για να τα βγάλει πέρα μόνη με τον πενιχρό μισθό μιας νοσοκόμας που αμείβεται.
Για αυτό ο καλός Θεός μερίμνησε όπως στην δική σου περίπτωση να σε ευλογήσει. Και που ξέρεις, αύριο μεθαύριο να γίνεις ένας καλός επιστήμονας και χρήσιμος για την κοινωνία. Να δεις, και είμαι σίγουρη όταν φτάσουμε κάτω θα σε πάω να δεις μια γελάδα με το μικρό της μοσχαράκι που γέννησε πρόσφατα και μιλάει ανθρώπινα. Και θα χαρείς τόσο που δεν θα σου λέει η καρδιά σου να το αποχωριστείς.. Εσύ μόνο όρεξη να έχεις να προλάβεις να δεις και τους λεμούριους που έχουν φέρει από την Μαδαγασκάρη κάτω από την Αφρική. Φοράνε γκρι φόρμες γκρι γιλεκάκια και έχουν μια μακριά ουρά σαν μαστίγιο και τρώνε καραμέλες σαν τους ανθρώπους».
Αργότερα κατάλαβα πως ήθελε να με δηλεάσει με τα τρυφερόλογα και εγώ ανυπομονούσα για το ταξίδι. Και το κυριότερο ήταν να μην κλάψω και να ξεχαστώ από τον χωρισμό από την μάνα μου. Άρχισα να ονειρεύομαι από τώρα την καινούργια μου ζωή να με περιμένει ξέγνοιαστος από κάθε φασαρία. Μη ετούτο μη το άλλο. Ο Πυθωνάκος το μικρό αγοράκι έβαλε τα χεράκια στα δικά της χέρια και εκείνη τα έσφιξε σαν δείγμα αγάπης και αφοσίωσης προς τον πιτσιρικά. Η μαμά μου άρχισε να κλαίει πάλι, δεν κρατήθηκε. Τώρα είχε προστεθεί και άλλο κακό. Θα της παίρνανε υποχρεωτικά και το υιοθετημένο τους παιδί στο ορφανοτροφείο. Η γιαγιά από την άλλη ήταν χλωμή αδύνατη και ανήμπορη να υποφέρει άλλο. Είχε συμμαζέψει τα πανιασμένα χείλη μαζί με τις ρυτίδες και ήταν ένα σωρό κόκαλα χωρίς σάρκα. Τότε η μάννα με κράτησε για λίγο στην αγκαλιά της και μου χάιδεψε το κεφάλι αφού με φίλησε μου λέει.
– Όσο μακριά και αν πάς αγοράκι μου εμείς θα είμαστε πάντα μαζί.
Εγώ από την άλλη είχα μπερδευτεί δεν καταλάβαινα τίποτε πως θα χωρίσω από την μαμά μου. Μα ούτε ήξερα πως δεν έχω πραγματική μητέρα και γιαγιά Μόνο όταν μεγάλωσα συνειδητοποίησα πως όλα ήταν μια ψευδαίσθηση και ένα κακό όνειρο όλη η ζωή μου. Απλά δεν τα κατανοούσα ακόμη λόγω ηλικίας. Νόμιζα πως όλα ήταν ένα στημένο παιγνίδι μόνο για μικρούς που μου έπαιζε η άθλια ζωή. Και τότε μόλις ήρθε η κακιά στιγμή καθώς θυμάμαι, φύγαμε με λίγους φτωχούς αποχαιρετισμούς. Όμως η μητέρα μαζί με την γιαγιά μου με λυγμούς στα μάτια μου υποσχέθηκαν πως αν κατεβούν στην Θεσσαλονίκη θα με επισκεφτούν και να τις περιμένω. Μετά μπήκαμε σε μια μαύρη κούρσα που οδηγούσε ο χοντρομπαλάς και έτρεχε στην Εγνατία οδό σαν τρελός.
«Από εδώ και μπρος μου λέει η ευγενική κυρία θα μπεις σε ένα καινούργιο κόσμο που ούτε τον έχεις φανταστεί.»
Ενώ φεύγαμε σταμάτησα να κλαίω και ανυπομονούσα για το νέο ταξίδι που θα έκανα. Η ευγενική κυρία μου έδωσε απλόχερα και δεύτερη σοκολάτα για να μου αποσπάσει την προσοχή. Μα ήμουν ακόμη φοβισμένος και επιφυλακτικός, και τότε κατάλαβα πως η καρδούλα μου χτυπούσε ποιο δυνατά. Μετά κοίταξα από το πίσω και σκοτεινό τζάμι της κούρσας και είδα την μητέρα με την γιαγιά μου να με χαιρετάνε και να κουνάνε τα χέρια τους σαν κλαδιά που τα φυσάει ο άνεμος. Η κούρσα έτρεχε πάνω στην άσφαλτο μα δεν με ένοιαζε. Το ορφανοτροφείο είπα μέσα μου, ας περιμένει ακόμη λίγο, καθώς κοίταζα τα δέντρα να τρέχουν κατά πίσω. Τότε κατάλαβα πως ήμουν ένα πληγωμένο πουλάκι στα χέρια τους και τίποτε πάρα πάνω από ένα φτερό στον άνεμο.
