Καστοριά αρχές του εικοστού αιώνα… μεσ΄ στο καλοκαίρι του 1905, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό…
Στη χριστιανική μεριά του Ντολτσού, κάτι σημαντικό συνέβαινε για δυο Καστοριανές οικογένειες…- του Δημητρίου Κρασά, και του Γεωργίου Σκαπέρδα-.
Τούτο το καλοκαίρι στο σπιτικό του κυρ Μήτσου Κρασά ήταν πολλές οι φροντίδες για τον επικείμενο γάμο της κόρης του Θεοδώρας που τοιμάζονταν να γίνει νύφη. Το ίδιο και στο σπίτι του γαμπρού.
Θεοδώρα Κρασά, γεννημένη στα τέλη του 19ου αιώνα. ΄Ένα σεμνό, ντροπαλό κορίτσι της παλιάς Καστοριάς που οι δικοί της την έστειλαν και στο σχολειό για να μάθει γράμματα, να γράφει και να διαβάζει…
Θεοχάρης Σκαπέρδας, ένα άξιο Καστοριανό παλληκάρι, εργατικό, ταξιδεμένο στην Κεντρική Ευρώπη, ντυμένο με ρούχα ευρωπαϊκά, αλλά για την περίσταση του γάμου, προτίμησε το παραδοσιακό γαμπριάτικο αντερί…
Κατά τις συνήθειες του καιρού τους, τοιμάστηκε και το προικοσύμφωνο, όπου περιγράφονται με το νι και με το σίγμα, τα προικιά της Θεοδώρας. Η παρουσία των μαρτύρων απαραίτητη, όπως και του εφημέριου της ενορίας Σερβιώτη, που υπογράφουν το προικοσύμφωνο, που «σώθηκε» και μοιράζεται σε φωτοαντίγραφα στο χώρο του λαογραφικού μουσείου Νεράντζη Αϊβάζη.
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
ΑΡΙΘΜ. 1334
Εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος Αμήν.
Σήμερον την 25 του Μηνός Αυγούστου του έτους 1905 ημέραν της εβδομάδος Πέμπτην ενώπιον εμού Προϊσταμένου της ενορίας Σερβιότου επι παρουσία και των κυρίων Προκριτών της αυτής ενορίας οι Κύριοι Ιωάννης Ν. Ρούσσος και Απόστολος Στεφάνου Δούκης εδήλωσαν τα εξής:
Ο κύριος Δημήτριος Δ. Κρασάς έχων θυγατέρα εις όραν – γάμου κοινωνίαν Θεοδώραν και θέλων να συνάψει αυτήν εις νόμιμον γάμου κοινωνίαν μετά του Κυρίου Θεοχάρη Γεωργίου Σκαπέρδα εν τούτοις προικίζω τα εξής:
45 κομ. Ασπρόρουχα, 12 φουστάνια, 7 μεταξωτά και 5 διάφορα, 3 γούστες η μία μάλλινη, 7 κονδέσια διάφορα, 3 ταπάρα καπλατισμένα, 1 μηλώγουνα άλλα πεχλέ άλλο νούρκα, 15 μεσαία διάφορα, 40 ζευγάρια τζιουράπια, 12 προσώπια, 12 πετζέτες, 5 στρώματα με τα σινδόνια,3 εφαπλώματα με τα σινδόνια, 10 προσκέφαλα, 2 μαξυλάρια, 3 κορτίνες, 20 σαχάνια, 3 τεντζερέδες, 3 πυροστιές με τα καπάκια, 3 συνιά, 1 χαρανή, 1 λεγενοϊπρεκο, 1 τηγάνι, 2 σανδάνια, 3 ζεύγη σκουλαρίκια διάφορα, 3 διακτυλίδια διάφορα, ένα ζεύγος παντάδες σερματερούς, 2 σενδούκια και τα πολιτευόμενα, λύρες Οθομ. Κομμάτια τεσσαράκοντα Αριθ. 40 και ένα αμπέλι εις το Σπεχιλούκι και τες ευχές των Αναθρεψάντων αυτήν γονέων και πάντων και πασών των Αγίων ΑΜΗΝ.
Καστοριά 25 Αυγούστου 1905
Οι Μάρτυρες
Ιωάννης Ν. Ρούσσος
Απόστολος Στ. Δούκης
Ο Εφημέριος της Ενορίας Σερβιότου
Για το νυφικό της Θεοδώρας, οι δικοί της διαλέξανε ευρωπαϊκό νυφικό από λευκό σατέν, κεντημένο με ολόλευκες χάντρες στο ντεκολτέ, τα μανίκια, τον ποδόγυρο, τη μέση… Το παρήγγειλαν από το Παρίσι στα σόγια τους ήδη από την άνοιξη του 1905 και ως ότου έλθει με το τραίνο ως το Σόροβιτς – σημερινό Αμύνταιο – ευτυχώς έφθασε έγκαιρα ως την ώρα που Θεοδώρα θα το φορούσε στην πιο σπουδαία ώρα της ζωής της. ΄Ένα πέπλο πέφτει μπρος στο πρόσωπό της, διακρίνει ο καθείς το νεανικό πρόσωπο πούβαλε για πρώτη φορά κοκκινάδι στα μάγουλα και κραγιόν από τις χώρες της ξενητειάς.
Μέρα χαράς – γάμου…
Οι γειτονοπούλες, οι εξαδέλφες, τα κοριτσόπουλα από το μεγάλο της σόϊ την τραγουδούν…
«αργυρό μου χτένι, σέρνε αγάλια, αγάλια
τρίχα μη ραϊσεις, γιατί αυτή την τρίχα
την έχω αγορασμένη και ξαγορασμένη…»
Από τη γιαγιά της η Θεοδώρα άκουγε μικρή ακόμα, πως όταν εκείνη γίνηκε νύφη – κάπου 50 χρόνια πριν οι δικοί της της πέρασαν στο νεανικό λαιμό το χαλινάρι… δείγμα υποταγής σε κάθε λόγο σε κάθε προσταγή του συζύγου…
΄Ηρθε η ώρα να παν στην εκκλησιά… τη Θεοδώρα. Μπροστά σιγοπερπατούν οι μουσικοί του γαμπρού, που παίζουν τους ανάλογους σκοπούς, ήχους φερμένους από τα βάθη του χρόνου από οργανοπαίκτες- σπουδαίοι διασώστες της παραδοσιακής μουσικής…
Ακολουθούν μετά απ΄ αυτούς αγόρια αμούστακα, κι άγουρα κορίτσια, και κατόπιν η νύφη συνοδευόμενη από δυό άχαρες γυναίκες – έτσι για να φαντάζει περισσότερο.
Μετά απ΄ αυτούς ακολουθούσαν οι καλεσμένοι άντρες από τη μεριά του γαμπρού, μετά ο γαμπρός, κι έπειτα οι καλεσμένες γυναίκες από το σόϊ του, με τις γυναίκες της νύφης, τους άντρες από τη μεριά της νύφης και τέλος τους βγελιτζήδες από την πλευρά της νύφης…
Μεγάλη πομπή… όλο μεγαλοπρέπεια και κιμπαροσύνη… που έφερνε γύρα όλη σχεδόν την Χριστιανική συνοικία ως ότου φτάσουνε στην εκκλησιά…
«Μια βαμβακούλα φουντωτή
σε είχα στην αυλή μου
τη σκάλιζα την πότιζα
έλπιζα να την έχω
μα ξένος ήλθε πάνξενος
ήρθε και με την πήρε…»
΄Ηταν το τελευταίο τραγούδι που άκουσε η Θεοδώρα από τις φιλενάδες και τα δικά της πρόσωπα, κι ούτε που κατάλαβε πως πέρασε η ώρα κι ήρθε ως το κατώφλι της εκκλησιάς…
Μπήκανε ένας ένας στο ναό, όπου τελέσθηκε το μυστήριο τούτο, ενώπιον Θεού και ανθρώπων με τις ευχές των αναθρεψάντων αυτούς γονέων και πάντων και πασών των αγίων… ενώ μπόλικο ρύζι έπεφτε – χούφτες, χούφτες – από τους καλεσμένους στο «Ησαϊα χόρευε».
– Στερεωμένοι… στερεωμένοι… εύχονταν οι παρευρισκόμενοι,
Μεγάλη κουβέντα, κι ευχή…
΄Υστερα ο παπάς έδινε το σύνθημα της αναχώρησης και η νύφη ως «στήλη άλατος» στέκονταν ακίνητη την ώρα που περνούσανε οι καλεσμένοι για να την χαιρετήσουν.
Σαν τέλεψε η στέψη, όσοι ήταν καλεσμένοι στο γαμήλιο γεύμα – το μπουρέκι- φρόντισαν να πάρουνε από τα σπιτικά τους, πιατικά, μαχαίρια και πηρούνια, πετσέτες που δένονταν στο λαιμό , για να κεραστούν από τα καλούδια που τοιμάστηκαν για το γάμο του Θεοχάρη, στο πατρικό του σπίτι…
Η Θεοδώρα μπήκε με το «δεξί», κάποια γυναίκα της οικογένειας της έδωσε πλαστό ψωμί, κι ένα ποτήρι λιαστό κρασί, η πεθερά της δε «σκόρπισε» νομίσματα για το μπερεκέτι… και έβαλαν δίπλα στη νύφη ένα μικρό αγόρι, που το σήκωσαν αγκαλιά , για να σηκώσει το πέπλο της νύφης. Η Θεοδώρα είδε ένα όμορφο παιδικό προσωπάκι , να την κοιτά με περιέργεια…
΄Όλα τα σκέφτηκαν οι τρανύτεροι, να δει αρσενικό παιδί, για ν΄αποκτήσει και κείνη αγόρι.
– Ου Θος να δώκει… ψιθύριζαν οι σπιτικοί…
΄Οση ώρα τρώγανε και πίνανε οι καλεσμένοι, η νύφη … σαν «μαρμαρωμένη» νηστική, κουρασμένη, παρακολουθούσε τα συμβάντα, ως ότου έρχονταν η ώρα, κι έφευγαν οι κόσμοι…
Την μεθεπόμενη μέρα παρουσίαζαν τα «νισάνια», σημάδια της αγνότητας τη νύφης… (πάντως έχουν ακουστεί πως έσφαζαν μουλωχτά και τον κόκκορα σε κάποιες περιπτώσεις, σε χωριά, χωριουδάκια, κώμες και μικροπολιτείες… των παλαιότερων καιρών…)
Μια βδομάδα πάνω κάτω κρατούσαν τα γλέντια…κι όλος ο χριστιανικός κόσμος περνούσε από το σπίτι του γαμπρού…
Είχαν όμως – όπως μας άφησε στα λαογραφικά της η αγαπημένη μας Ιφιγένεια Διδασκάλου – κι ένα ακόμη καθήκον, οι γονείς του Θεοχάρη Σκαπέρδα. Να καλέσουνε μια μέρα τους Εβραίους συμπολίτες τους και μιαν άλλη τους Τούρκους γνωστούς τους.
Η οικογένεια του Αβραάμ Καλέφ και του Ιωσήφ Αλμπάλα, η κυρία Εσθήρ, η κυρία Ρεβέκκα και η νεαρή Ραχήλ έφεραν δώρα για τα νιόπαντρα.
Ο Σελήμ αγάς, ο Αλή μπέης χάρισαν χρυσά γρόσια στους νεόνυμφους.
΄Εχουν περάσει 113 χρόνια από τότε…
Βαδίσαμε νοερά στα περασμένα χρόνια, για να βρεθούμε συν γυναιξί και τέκνοις σε μια Καστοριανή χαρά…
«Το καραβάκι το μικρό…
θα βγω να τ΄ αρματώσω
για να βγω στο περίπατο
μήπως και σ΄ ανταμώσω»
«Και στο κεφαλάκι σας»… και «Κατά τον πόθον σας»…
Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση
