Απουκρές και ζουλιάσματα… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου – Γκαμπέση) 

Πριν το 1940. Η ζωή στη μικρή μας πολιτεία είχε πάντα το δικό της ξεχωριστό ντόπιο χρώμα. Καθώς πλησίαζε η Αποκριά.

Ο ρυθμός της καθημερινότητας διανθίζονταν από τις μικρές και τις μεγάλες φροντίδες που συνδέονταν από πάππου προς πάππο κι από γιαγιά σε γιαγιά, φθάνοντας από το πολύ μακρινό παρελθόν και τις γιορτές των παλαιότερων ανθρώπων, στον παρόντα χρόνο και η παρουσία της φωτιάς στη ζωή και τις συνήθειές τους. Τα μικρά παιδιά είχαν την σημαντική αποστολή, να συγκεντρώσουνε όσο πιο πολλά τσάκανα, ρουσκάδια, ξερόκλαδα που προορίζονταν για το άναμμα της μπουμπούνας της γειτονιάς τους. Αυτά και οι μεγάλοι ήταν οι υπεύθυνοι και κανείς άλλος. Με το που σχολούσαν οι μικροί μαθητές από το σχολειό διέθεταν χρόνο τις πρώτες ώρες του απογεύματος – για 2 , 3 βδομάδες – να κουβαλήσουνε τα τσάκανα από κοντά ή μακρυά, για να τα αποθηκεύσουν ως τη μεγάλη ώρα που θα άναβαν τη μπουμπούνα σε ασφαλείς χώρους, επειδή κάποια άλλα παιδιά  άλλης γειτονιάς επιχειρούσαν να τα πάρουν για τη δική τους μπουμπούνα.

-΄Εμασάμε με τον Νούμη απ΄ το Τσαρδακόπλο άσουτα τσάκανα έλεγε το ένα.

-κι ημείς πάησάμε στη Τούμπα και έκοψάμε απ΄ τα πιο τρανά τσάκανα, έλεγε το άλλο… απόψε τα φυλάγω ηγώ, κι άυριο ο αδαρφός μου…

Ωρισμένα παιδιά, που έμεναν σ΄ απόζαρι και ντουλτσό έφερναν πάντα με τη βοήθεια των μεγάλων σωρούς από ξερά καλάμια που υπήρχαν στην όχθη της λίμνης, με τα καράβια λάμνοντας οι τρανοί και φθάνοντας και πιο πέρα ακόμα προς την Πέτρα και την περιοχή  ΄Αμμου. Για αρκετές μέρες τα χαγιάτια των σπιτιών μέσα στο κρύο Φλεβάρη ή Μάρτη, ήταν τίγκα… από κάθε είδους ξερόκλαδα.

Παλιές Απουκρές…

Ο λαογράφος Λουκάς Σιάνος, αναφέρεται σε δύο χαλβατζίδικα που υπήρχαν στην κάτω αγορά της πόλης, στη σημερινή οδό Κολοκοτρώνη. Μας θυμίζει επίσης πως πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας- Τουρκίας την αποκλειστικότητα της πώλησης του χαλβά την είχαν οι τουρκαλβανοί πλανόδιοι μικροπωλητές. Φορούσαν άσπρα φέσια, είχαν επίσης ένα στρογγυλό μαξιλαράκι, όπου το τοποθετούσαν πάνω στο κεφάλι τους. Το μεγάλο ταψί , γεμάτο χαρλβά «πατούσε» εκεί ψηλά στη κεφαλή τους, και έχοντας και ένα μικρό πτυσόμενο καρεκλάκι μαζί τους, κινούσαν από πλατεία σε πλατεία για να μοσχοπουλήσουνε το χαλβά και φωνάζοντας δυνατά… αλμπααά, αλμπααά…

΄Οσο για τις νοικοκυρές είχαν πάντα την αξιοσύνη να έχουν τα απαραίτητα γλυκίσματα για τον ερχομό της Αποκριάς και την Σαρακοστή. Κάθε σπιτικό μα εύπορο μα μεσαίας τάξης έκαμνε το κουμάντο του νάχει τους σαλιάρους του, το σιμιγδαλένιο χαλβά του, το παστοκύδωνο, τα σουτζούκια από τον περασμένο Οκτώβρη φυλαγμένα, τα γλυκά του κουταλιού φτιαγμένα από τις ώρες του καλοκαιριού και του φθινοπώρου. Στα Οβρέϊκα μικρομάγαζα πάλι στο Τσαρσί τα μικρά παιδιά έβρισκαν τα σάφια – ξύλινα πιστόλια που έπαιρναν μπαρούτι  και τάπες που έκαμναν δυνατό κρότο, άμα τις πατούσαν ή τις κοπανούσαν με καμμιά πέτρα…

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΛΙΩΝ ΚΑΙΡΩΝ…

Οι μπουμπούνες παλιά είχαν μόνον την υποστήριξη των γειτόνων. Ο αξέχαστος συμπολίτης μας Κώστας Μπάκαρης – μικρό παιδί στη δεκαετία του 30 – είχε μετρήσει περίπου 100 μπουμπούνες απ΄ άκρη σ΄ άκρη της πόλης. Εκτός από τα σάφια και τις τάπες – απαραίτητα για την περίοδο της Αποκριάς – είχαν και τα σιουφλέκια, που τα τοίμαζαν οι μεγάλοι για τους μικρούς. ΄Ηταν κυλινδρικοί σωλήνες που θύμιζαν κάνες όπλων. Για βόλι χρησιμοποιούσαν μικρά κομμάτια λινάτσας που προηγουμένως  μασούσανε καλά. Μ΄ ένα  μικρό αλλά σκληρό ξύλο έσπρωχναν μέσα στο σιουφλέκι το βόλι και με την έξοδό του ακούγονταν ένας δυνατός κρότος. Αυτό επαναλαμβάνονταν αρκετές φορές.

Αποκριές των παλιών καιρών… με βγελιά… κρασιά, ρακιά και μεζεκλίκια μαζί με τα τελευταία λουκάνικα και τα σαλτσούνια που έβγαιναν από τους χώρους όπου  φυλάγονταν προσεκτικά για να κεραστούν πριν μπει η  Σαρακοστή.

Την μέρα της Αποκριάς συνηθίζονταν στα πιο πολλά σπίτια να μαγειρεύουν κότα με αρμιά. ΄Επρεπε και η αρμιά να καταναλωθεί έγκαιρα πριν χαλάσει – πριν «τσουφίσει» όπως λέγανε οι παλιοί…

Το λαδερό καρκαλέτσι – αρμιά λιανισμένη με ρύζι- ήταν ότι έπρεπε για την νηστεία, μαζί με τη φασολάδα, τη φακή, το πρασόρυζο, το σπανακόρυζο… και τις χορτόπιτες που χόρταιναν φαμίλιες…

Νύχτα απουκράς κάποτε…

Τα τσάκανα φυλάχτηκαν μια χαρά… ΄Ολες οι ομάδες «κράτησαν» τα δικά τους και τα έστησαν στις μικρές πλαταιϊτσες και τα ξερόχια. Κι άναψαν οι μπουμπούνες, κι η Καστοριά έλαμπε από μακριά, μέσα στη χειμωνιάτικη γιορτινή νύχτα. Απέμεινε μόνον η χόβολη και τότε οι μικροί και οι μεγάλοι πηδούσανε πάνω απ΄τη ζάρη φωνάζοντας δυνατά «καίω τους εχθρούς», «καίω τους ψύλλους»…

΄Ωρα για … χάσκαρη, κι έφευγαν όλοι χαρούμενοι για το σπίτι να χάψον το αυγό, να «κλείσει» το στόμα από τα μουρσιαστικά φαγητά ως το Πάσχα.

Την επομένη της απουκράς, την Καθαροδευτέρα ξεκινούσαν τα «ζουλιάσματα». Οι νοικοκυρές έβγαναν στους κήπους  όλα τα σκεύη της μαγειρικής – τεντζερέδες, γουδιά, σινιά, χαρανιά, τηγάνια και πιατικά τσίγκινα, μέχρι κλώστηδες και πλαστήρια. ΄Αναβαν από το πρωϊ τη φωτιά, τοποθετώντας το καζάνι πάνω στη πυροστιά με μπόλικο νερό. Εκεί μέσα έριχναν και αρκετή στάχτη που έβραζε. ΄Όλα τα σκεύη έπεφταν ένα ένα μέσα και «καθάριζαν» ως ένα σημείο. Μετά αφού τα έβγαζαν με μια τσιμπίδα, συνέχιζαν με στάχτη και ένα πανί ή σύρμα το τρίψιμό τους. Τέλος ήταν το ξέπλυμα με άφθονο κρύο νερό. ΄Όλα αυτά κρατούσαν για ώρες. Ο κόπος, η κούραση ξεχνιούνταν μπρος στο εκθαμβωτικό αποτέλεσμα. ΄Όλα ήταν και πάλι κατακάθαρα και αραδιασμένα στα ράφια του χαγιατιού κι ο κήπος, με το φούρνο του, το κοτέτσι, την ξυλαποθήκη, σιγυρισμένος «από ρίζα»…

Το άναμμα της μπουμπούνας – όπως αναφέρουν οι λαογράφοι – έχει τη ρίζα του στο προχριστιανικό κόσμο… Η φωτιά «έδεσε» αρμονικά με τη χριστιανική πίστη και την πρόοδο του ανθρώπινου γένους. Ο παλαιός άνθρωπος που παλιά δεν ήξερε να την ανάβει μοναχός, την θεώρησε ως «θείο δώρο» και την διατήρησε και την κράτησε άσβεστη, ποιος ξέρει πόσο λατρεύοντάς την. ΄Εφτασε από ψηλά με την πτώση του κεραυνού ή από την ανάφλεξη κλαδιών και αργότερα πολύ αργότερα, οι άνθρωποι κατορθώσανε να την ανάψουν μόνοι τους να αλλάξουνε τόσα στη ζωή τους και χάρις σ΄ αυτήν και να λυώσουν σίδερα, να ζεσταίνονται τις κρύες μέρες, να μαγειρεύουν  την τροφή τους…

Πίσω από τις γιορτές μας και τον χρόνο που έφυγε, υπάρχει ο μακρινός πρόγονος, αυτός που κατόρθωσε να επιβιώσει να επικρατήσει ως νικητής σε μια δύσκολη διαδρομή χιλιετιών, διαδρομή γεμάτη εμπόδια και προκλήσεις. Μοιάζει με περιπετειώδες παραμύθι η εξέλιξή του, με φόβους κι αγωνίες, εφευρέσεις μικρές και μεγάλες κι όταν τ΄ ακούει ή τα διαβάζει κανείς αυτά, μοιάζει με το μικρό παιδί που του αρέσει το παραμύθι αυτό ,αρκεί να μην τελειώνει άσχημα, απότομα και βίαια, αλλά με ευχάριστο τρόπο, αντάξιο με την αποστολή του ανθρώπινου γένους, σ΄αυτόν τον κόσμο με τα καλά του και τα στραβά του.

(Η φωτογραφία, από το φωτογραφικό λεύκωμα του Τάκη Ζιώγα: «Καστοριά, Άνθρωποι-Λίμνη-Τοπίο».)

Προηγούμενο Άρθρο

СЛАВА УКРАЇНІ- ΖΗΤΩ Η ΟΥΚΡΑΝΙΑ (Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1])

Επόμενο Άρθρο

Καιρός Μαρουσάκης: «Ο Ωμέγα εμποδιστής φέρνει πολικό ψύχος από την Ουκρανία και χιόνια στην Αττική»

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε