Χειμώνες που περάσανε… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Η κυρά Ρίγκω ανασκουμπώθηκε απ΄τη χαραή κι άναψε το τζιάκι. Σκούπισε με προσοχή τις πεσμένες στάχτες με το λαγοπόδαρο και κοκκίνησε την εστία με το ρευστό κόκκινο χώμα που το βαστούσε σ΄ ένα πήλινο λαϊνι. ΄Εριξε τα πρώτα κλήματα κατάξερα πάντα, κι έφερε τα ξύλα που άναψαν με το πρώτο, φερμένα από την Βυσσινιά, την Οξυά, τα ορεινά χωριά των Κορεστείων. Σάββατο ξημέρωσεν και το μαγκάλι καρτερούσε να ζεστάνει και το δουξάτο κάθε βδομάδα. ΄Ηταν το καλύτερο στη γειτονιά, φερμένο από την Πόλη, κι όταν η νοικοκυρά είχε κουράγια το γυάλιζεν μ΄ ένα μίγμα από ξύδι, αλάτι και ψιλή άμμο.

΄Εριξε μια ματιά απ΄το παράθυρο και «μέτρησε» με την εμπειρία της το κρύο που πλάκωσε τον τόπο.

  • Μάνα… είπεν στραμένη προς την πεθερά της – ένα μπαμπί μπαμπάτσκω (κατάγερη)- θεόκουφη μεν , αλλά νουγούσε και τηρούσε κάθε φορά στο στόμα τη Ρίγκω που την παράδειχνε τα καιρικά φαινόμενα…

…ε μάνα… η λίμνη είναιτη παγουμένη άκρα άκρα,  σαν κάμπος ουμοιάζει και τα πουλιά παρβατάνε πέρα δώθε. Φουκάλισα κι όξου απ΄την πόρτα μας, του χιόνι είναι τρείς πεθαμές (πιθαμές) κι ου πάγος απού σκέπασεν τη λίμνη ιδώ στ΄ απόζαρι, είναι πέντε σπιθαμές πάχος, λιένε οι ψαράδες. Τα καράβια απόμκαν, μόνε άμα βγεί ου ήλιος, θα ξελευτερουθούν, ΄Οξου κανείς δεν τρουγιουρνάει εξόν απού τους παζαριώτες απού έφτακαν πουδαράτοι απού το Μαύροβο, τη Λίτσιστα, με τα πουλήματά τους. Ου Τσιόλης μας απού πάϊσεν πουδαράτος κι αυτός στου χωριό, μας ήλεγεν αντάμουσεν με τον  τσιουμπάνο τον Μπότκα μας, απού ήφερνεν τα πρόβατα απ΄ του χωριό στη Καστουργιά, γιτί δεν είχαν να βουσκήσουν… τα έρμα, δεν έβρισκάνε χόρτο για χόρτο… Παρά πίσου ήρχουνταν δυο μπαξεβάνοι…΄Ηφερναν πατάτες, λάχανα, κρουμύδια, αυγά κι όρθες, φουρτουμένα σε κάρο απού του έσερναν δύο βουβάλια…

Αυτά παράδειχνεν στην ενενηντάχρονη γιαγιά που κάθε τόσο σταυροκοπιούνταν.

Η Ρίγκω σέφκεν στου μαγιεργιό, κάνοντας άλλη μια προσπάθεια να ξεπαγώσει τη βρύση που δεν έσταζεν, ζεσταίνοντας μπόλικο νερό, για να κάνει μετά τις δουλειές της… Εδώ και δυο χρόνια το τρεχούμενο νερό είχε μπεί στα σπίτια της πόλης, με χρήματα, δολλάρια και  φράγκα που είχαν στείλει οι σύλλογοι «Ομόνοια»  Νέας Υόρκης και «Ορεστιάς» των Παρισίων.

Το σπιτικό της Ρίγκως και του Κοσμά βρίσκονταν πίσω από  το ιερό βήμα του Αγίου Λουκά στ΄ Απόζαρι. ΄Εμοιαζε με  «κέντρο διερχομένων». ΄Όταν μια γειτόνισσα την έλειπεν ένα λεμόνι, ένα κρουμύδι, μα καφές, έφτανεν ως την πόρτα της και κείνη πρόθυμη την κρατούσε και για λίγη κουβέντα.

-΄Ελα … μέσα κυρά Αγνή… τι χαμπέρια μας φέρνεις;

-Δεν έμαθάτε; Γίνκεν η «χαρά» της Ντότας του Νούμτσιε μας… κι απού τουν Ντουλτσό την έστειλαν στουν γαμπρό μ΄ άμαξα ως του Μαύρουβο οι δικοί της.Την τύλιξάνε σε μια άσπρη γιάμπουλη για να μην παγώσει του τσιουπί μας… Είμουστουν ουπίσω με τα πουδάρια κανά εικουσαρά απού του σόϊ και πέρασάμε την παγουμένη λίμνη κι έφτακάμε ως του χουριό και την εκκλησά της Κρεπενής… Του τσιερέπι(κουτσομπόλα) η Λένκω τηρούσε με προσοχή τα στολίδια της νύφης. Του φόρεμα τόστειλαν από τη Νέα Υόρκη οι Ρουσούληδες απού την βάφτισάνε κι ήταν όλο χάντρες ασημένιες απάνου στου κουρμί, κι όλο μεταξωτό τρουγιούρω… Η νύφη φουρούσεν και άσπρα  χειρότια (γάντια) ένα πέπλο με κουρώνα στην κουρφή… Την έφκιακαν στου μάνι μάνι και ένα γούνινο σιάλι, ετόλ του λέν στα φράγκικα, και σαν χουρέψανε τουν χουρό του Ησαϊα απ΄ τα άσουτα ρύζια γιε μου και τα κουφέτα ου κουμπάρος έκαμεν μια τζιούμκα πάνου απού του φρύδι…

Πουλά σας παρέδειξα…άϊντε και στου κεφαλάκι του Τζιώτζη σας. Τουν αντάμωσα στην εκκλησά όταν ήρθεν απού την Αμέρικα…α… αστόησα να σας ειπώ. Ου αξάδερφος ου Βαγγέλης ου Τσιαμίσης, βρέθκεν μαζί μ΄ άλλους πουλλούς Ντουλτσινούς κι είδαν τον Δημητρό τον Γκαμπέση απού ήφερνεν βόλτες απάνου απού τη λίμνη κι ύσταρνα βούλιαξάνε οι πίσω ρόδες απού του αυτοκίνητο. Τον ήβγαλαν ζωντανόν κι ύστερα τράβηξαν του αμάξι με σκοινιά όξου από τουν πάγο και τα νερά…

Καστοριά, μέσα στους χειμώνες του 1928-1929-1930

΄Οσο πιο πίσω επιστρέφουμε στα περασμένα σε ώρες παγωνιάς, τόσο πιο απλές ήταν οι συνήθειες μα και κουραστικές, ιδίως για τις γυναίκες που έβαζαν σε σειρά ένα ένα από τα καθήκοντα, άναμα το τζιάκι, φαγητό, ζύμωμα ψωμί, πλύσιμο, μπάλωμα, χειροτεχνία…

Τους χειμώνες των περασμένων χρόνων, οι σάνιες ήταν και διασκεδαστικό παιχνίδι, αλλά λειτουργούσε και σαν μεταφορικό μέσον, ιδίως για ξύλα. ΄Οποιος επισκεφθεί το λαογραφικό μουσείο Νεράντζη Αϊβάζη θα αντιληφθεί πως ήταν κατασκευασμένο αυτό το μικρό έλκηθρο με την ιδιότυπη κατασκευή του, φερμένο μάλλον και προσαρμοσμένο στις δικές ανάγκες από  χώρες του βορρά.

Καστοριά 1933

Ο Λιούκας και ο Γιάγκος έφηβοι τότε, έβγαλαν τις σάνιες  απ΄ τα κατώγια των σπιτιών τους και κατηφόρισαν ως την γέφυρα του Σταυρού, φορώντας τ΄ αρβύλια τους και τα χοντρά αμερικάνικα παλτά τους. Οι δυο φίλοι μαστόρευαν από μικροί το κάθε τι κι όταν ψόφησε το μουλάρι του γείτονά τους μέρες μετά, πήραν τα οστά από τα πόδια του και τα προσάρμοσαν στο κάτω μέρος της σάνιας, οπότε κινούνταν εύκολα στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης. ΄Αλλοι πάλι χρησιμοποιούσαν μπουκάλια από γκαζόζα και είχανε το ίδιο σχεδόν αποτέλεσμα, οπότε ο γυαλοπάης (ο πάγος της λίμνης) τους βοηθούσε για να κάνουνε τα παιδικά τους κέφια…

Οι σάνιες στους δύσκολους χειμώνες της κατοχής χρησίμευαν για την μεταφορά των ξύλων από τις απέναντι όχθες της λίμνης. Μ΄ όλη την προσοχή και την εμπειρία τα νεαρά αγόρια όπως ο Γιάγκος, έφθανε απ΄ το Σταυρό απέναντι, όπου υπήρχαν ξεροί κορμοί δένδρων που τους έδενε, για να τους περάσει στην άλλη μεριά.

Εκείνο που φοβούνταν όσοι πατούσαν στον πάγο ήταν τα ρουκάνια. Ιδίως τις χειμωνιάτικες νύχτες όπου όλα ήταν καταπαγωμένα και η θερμοκρασία έδειχνε κάτω από το μηδέν, τότε, μπορούσε ν΄ ακούσει κανείς μέσα στην ησυχία, το θόρυβο που έκαναν τα ρουκάνια,τα κομμάτια πάγου δηλαδή που ανοιγόκλειναν λόγω της διαστολής του πάγου.

΄Έναν αιώνα πριν και κάτι, ανάμεσα στο 1917 και 1920, μικροί και μεγάλοι περνούσανε από την πλατεία Ντολτσού για να δούνε δύο λύκους που οι κυνηγοί της πόλης τους άφησαν εκεί, στην κοινή θέα των περαστικών.

 Οι χειμώνες των περασμένων χρόνων ήταν δύσκολοι σε ώρες χιονιά και παγωνιάς κι αυτό έγινε γνωστό από τα σημειώματα των μορφωμένων ιερέων οι οποίοι τα άφηναν μέσα στα εσώφυλλα των εκκλησιαστικών βιβλίων αναφέροντας και τις ημερομηνίες.

Από το βιβλίο του Γιάννη Ρούκσα  «Το Καστοριανό καράβι» ξεχωρίζουμε τα παρακάτω:

«1829 Φεβρουαρίου, πάγοσεν η λίμνη /στάθηκαν/μέρες 10, κε περπάτισάμαι απού πάνου / Νάνος Παπανικολάου γράψας.

1848, επάγωσεν η λίμνη 2 πιθαμές και επάνω απερνούσαν αμάξια.

Από την εφημερίδα «Καστοριά» του 1924 μαθαίνουμε:

Λόγω του υπερβολικού ψύχους τα σχολεία θηλέων διέκοψαν επι 3-4 μέρας τα μαθήματά των και τα γραϊδια διηγούντο δια το πρωτοφανές κρύο χίλιες δύο ιστορίες, διηγούμεναι περί παρομοίων χειμώνων κατά τους οποίους επάγωναν τα μωρά στις κούνιες».

Απέχουμε πάρα πολύ από όλες αυτές τις ιστορίες… και μπορούμε να συγκρίνουμε το τότε με το τώρα….

Προηγούμενο Άρθρο

22.362 νέα κρούσματα κορωνοϊού σήμερα στη χώρα μας – 107 ακόμα θάνατοι – 605 διασωληνωμένοι

Επόμενο Άρθρο

Ἡ Ἱερά Μητρόπολη Καστοριάς τιμᾶ τούς Τρεῖς Ἱεράρχες

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ