Χαρές του χτεσινού κόσμου (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Ανάμεσα στις γλυκές ώρες του Σεπτέμβρη και κάποιες του Οκτώβρη, σε εποχές περασμένες, ο ήλιος έστελνε πάντα τις τελευταίες ζεστές ακτίνες, για να ωριμάσουνε όσοι άγουροι καρποί και ιδίως το σταφύλι σε κάθε μεριά της Μεσόγειας γης και στην ορεινή Καστοριά του περασμένου καιρού…

Λογαριάζουμε κάπου έναν αιώνα πριν, αναφερόμαστε σε χρόνια που είχαν οι άνθρωποι και τις καλές τους λιγοστές ώρες μέσα στον εικοστό αιώνα, διότι ο κόσμος γύρισε ανάποδα, ήρθαν μεγάλες ανατροπές, ταραχές, συμφορές και θλίψεις… Θα επιμείνουμε στις καλές που περιγράφονται στα λαογραφικά μελετήματα, τις παλιές κιτρινισμένες απ΄την πολυκαιρία εφημερίδες και τις «ζωντανές» αναμνήσεις όλων όσων πήρανε μέρος στο μάζεμα των σταφυλιών…

Καστοριά σε προπολεμικά χρόνια (προ του β΄παγκοσμίου πολέμου)…

Χαράματα σχεδόν… μόλις έφεξε κι από το Ντουλτσό και τ΄ Απόζαρι, ξεκινούσε η προετοιμασία των γειτόνων, πούχαν αμπέλια στις απέναντι όχθες… Πέτρας, Γκιόλε, ΄Αμμου, Κρεπενής κλπ.

Πηγαινοέρχονταν οι νυκοκυραίοι μεταφέροντας ως εκεί που ζγκάλωνε το καράβι, ότι χρειάζονταν, κι ήταν απαραίτητο. ΄Αφθονα τα κοφίνια, οι κάσες, τα καλάθια, για το μάζεμα του καρπού. Από κάθε αβγατή της πόλης ακούγονταν οι φωνές, οι οδηγίες, η ώρα αναχώρησης… όσο για την ώρα επιστροφής άμα ο ήλιος έγερνε κατά τη Δύση ήταν η ώρα του γυρισμού…

Κόπος τρανός ο τρύγος, αλλά το αποτέλεσμα μετρούσε… διότι σε κάθε σπίτι έπρεπε να υπάρχει για τις χειμωνιάτικες βραδιές και τις βεγγέρες το ευλογημένο κρασάκι…

Οι τρυγητάδες, άνδρες, γυναίκες, παιδιά και εργάτριες σέβαιναν στα καράβια, κάποιος ο πιο λεβέντης έπιανε τα κουπιά… κι η ώρα η καλή…

Η Καστοριά σε ώρες τρύγου ήταν ανάστατη, κι όλοι έπρεπε ν΄ανασκουμπωθούν, να καθαρίσουνε τα υπόγεια και τα βαρέλια τους…΄Ένα σχολαστικό καθάρισμα ακολουθούσε – πλύσιμο μ΄ όλη τη σημασία της λέξης- που η κάθε νοικοκυρά το κατάφερνε στην εντέλεια. Συν τοις άλλοις έπρεπε ν΄ ασβεστώσει όπου χρειάζονταν και να βουλώσει καλά τον τύλο –την ξύλινη βρυσούλα- απ΄ όπου θα έρρεε το πολύτιμο κρασάκι. Για τις μέρες που θα μαζεύονταν το σταφύλι υπήρχε μια ιδιαίτερη φροντίδα στο τι θα πάρουνε μαζί τους οι νοικοκύρηδες για τα μεσημεριανά γεύματα στο αμπέλι, κάτω από τη σκιά της καρυδιάς τους, της κερασιάς, της συκιάς.

Οι κοτσονάτες κυρές έψεναν τις πίτες τους, τοίμαζαν τα κεφτεδάκια τους, το ζυμωτό ψωμί, το σπιτικό τυρί, τις ώριμες ντομάτες. Τα στόματα ήταν πολλά, κι όλοι έπρεπε να χορτάσουν… απ΄ τα αφεντικά και τους σπιτικούς, μέχρι της εργατίνκες- τις εργάτριες που έφθαναν από τα γειτονικά κοντινά χωριά. Απο τα ποικίλα γεύματα και φιλέματα δεν έλειπαν για τις απογευματινές ώρες τα σιροπιαστά γλυκά, ιδίως το ρεβανί, μαζί με τους σαλιάρους και τα τόπια.

Μπαίνοντας οι τρυγητάδες στ΄ αμπέλια να κόψουνε τα ώριμα τσαμπιά έπαιρναν τα μέτρα τους. Ο ήλιος ήταν αρκετά ζεστός. Ψάθινα καπέλα, μαντήλες χρωματιστές με ποικίλα χρώματα, κινούνταν από κλήμα σε κλήμα. ΄Οσο γίνονταν αυτό το μάζεμα, άκουγε κανείς διάφορες κουβέντες μεταξύ σοβαρού και αστείου, τραγουδάκια σκωπτικά και ερωτιάρικα, καθώς και πιπεράτα κουτσομπολιά, που διάνθιζαν το μάζεμα του σταφυλιού.

Καστοριά σε ώρες τρύγου και πριν αλλάξουνε πολλά στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων του χτεσινού κόσμου, πριν ακουστούνε ήχοι από τα τύμπανα του πολέμου και τα φασιστικά εμβατήρια…

Κι άκουγε κανείς απ΄το πρωϊ τον Μπιγιαμή, το σεβάσμιο Εβραίο συμπολίτη, που γυρνούσε από πλατεία σε πλατεία, διαλαλώντας ως τελάλης που ήταν τα δημόσια νέα, ανακοινώνοντας το ξεκίνημα του τρύγου και λέγοντας με δυνατή και καθαρή φωνή…

«ακούσατε αλίτίίίίίς (δηλαδή πολίτες) αύριγιο αρχεύει ου τρύγοοος… με καλά μπερεκέτια… ΄Αϊντε και του χρόνου…»

Καθημερινές ιστορίες των παλιών καιρών…

΄Όταν έφτανε η ώρα του μεσημεριού, έστρωναν στα χόρτα τα παλιά κιλίμια – τα τσούλια- άπλωναν τα τραπεζομάντηλα, κι αραδιάζανε τα καλά του Αβραάμ και του Ισαάκ… μια ποικιλία από μεζεδάκια – απλά και νοικοκυρίσια- μαζί με το κρασάκι και το ρακί της προηγούμενης χρονιάς. Κάποιοι μερακλήδες «φύλαγαν» στη στάχτη, σαλτσούνι απ΄ το προηγούμενο δωδεκαήμερο… Από κάθε μεριά ακούγονταν ευχές και λόγια ευγενικά για το καλό ξόδιασμα…

Χορτάτοι κι έχοντας ακόμα αντοχές, συγκέντρωναν όλα τα καλάθια κι αδειάζανε τον καρπό προσεκτικά στα κοφίνια που γέμιζαν σιγά- σιγά από τον πάτο ως την κορυφή… Στα περισσότερα αμπέλια υπήρχαν μικρά καλυβάκια- αποθηκευτικοί χώροι- κι εκεί άφηναν ότι θεωρούσαν περιττό για να μεταφερθεί… ΄Ωρα λοιπόν να φορτωθεί ο «θησαυρός» του αμπελιού στα καράβια… Ο γυρισμός ορίζονταν πριν τη δύση του ήλιου. ΄Οσοι είχαν ζώα τα φόρτωναν και τα έστελναν απ΄το δρόμο, οι υπόλοιποι τα έβαναν στο καράβι. Οι παλιοί καραβοκύρηδες –οι γκιμιτζήδες- είχαν το νου τους στους αέρηδες, κι όσο μπορούσαν πιο γρήγορα από το Γκιόλε έπρεπε να πιάσουν την «Μύτκα» πριν αλλάξει ο άνεμος ιδίως ο δυνατός βοριάς του φθινοπώρου…

΄Επειτα από αβγατή σε αβγατή απ΄ όλα τα καράβια ξεφόρτωναν οι κατακουρασμένοι και ικανοποιημένοι νοικοκυραίοι, το πολύτιμο σταφύλι…

Μωρέ καλά τα έλεγε ο πάππος της Ιφιγένειας Διδασκάλου… «θέρος, τρύγος, πόλεμος»…

Σε κάθε κήπο όπου κατέληγαν τα κοφίνια, μοσχοβολούσε ο φρεσκοκομμένος καρπός… ως ότου ξεκινήσουν άλλες φροντίδες μετά, πότε θα πατήσουν τα σταφύλια, πότε θα βγεί ο μούστος και πότε θα δοκιμάσουνε το πρώτο ποτηράκι…

Γύριζαν και στα χωριά τους οι λυγερές εργατίνκες φορτωμένες με σταφύλια και το χρηματικό ποσόν που είχε συμφωνηθεί για τα μεροκάματα… Εξ άλλου όλα τα σταφύλια δεν προορίζονταν για πάτημα. Κάποια απ΄ αυτά τα κρεμούσαν για το χειμώνα, άλλα τα έκαμναν σταφυλαρμιά, κι άλλα πάλι τα χάριζαν σε γείτονες και φιλικά πρόσωπα «τιμής ένεκεν»…

Κάπως έτσι τέλειωνε ο τρύγος…

Στα 1841…

Ο Καστοριανός στην καταγωγή ποιητής, γιατρός και νομοθέτης, Αθανάσιος Χριστόπουλος, μεγαλωμένος σε χώρες ξενιτιάς, πολυταξιδεμένος, επίλεκτο μέλος της διασποράς, άφηνε την πέννα του «να μιλήσει» να υμνήσει και να ψάλλει τα στη ρέουσα δημοτική γλώσσα, τις όμορφες ώρες του τρύγου, μαζί και την αγάπη για το κρασί, τον έρωτα και τη ζωή… απαραίτητα στον επίγειο παράδεισο…

Αθανάσιου Χριστόπουλου του Καστοριανού 1772-1847

Από τα «Λυρικά», με χρονολογία 1841

(αποσπάσματα)

Τρύγος πρόσχαρα προβαίνει

εορτάζει η οικουμένη

η φλογέρα αχολογάει

Το φθινόπωρο βουϊζει

χορευτά πανηγυρίζει…

Εις υγείαν των ερώτων

το ποτήρι μας το πρώτον

Ας το σφίξουμε γεμάτο

Όλο φίλοι, ως τον πάτο…

Εις αυτόν τον κάτω τόπον

των φθαρτών της γης ανθρώπων

Όλες μας οι ευτυχίες

ειν΄της πλάνης φαντασίες.

Πλούτος, δόξα, μεγαλεία,

γνώση, μάθηση, σοφία

είναι ίσκιος και αέρας

και ονείρατα ημέρας…

Μία είναι μόνο ευτυχία

η ατάραχη υγεία

να μπορείς να τρως να πίνεις

κι αγκαλιά να μην αφήνεις.

Φίλοι φίλοι μη πλανάστε

φάτε πιέστε αγκαλιάστε

Ηδονή ΄ναι τούτη μόνη

κι όλα τ΄ άλλα…πλάνοι… πόνοι…

Υ.Γ.

Σ΄ ένα αδειανό βαένι, έπαιζε με τις κούκλες της η δεκατετράχρονη Ελένη η Λένκω του Μπαδιαβά, μ΄ ασχημάτιστο ακόμη το εφηβικό κορμί…

– βγές μπρε Λένκω απ΄ του βαένι και μην κρύβεσαι… ΄Ηρθεν ο γαμπρός…

΄Αφησε τις κούκλες… και όπως όριζαν οι μεγάλοι, η Λένκω ακολούθησε την τύχη της.

Προηγούμενο Άρθρο

Saga Furs: Πρόγραμμα Δημοπρασιών 2021-2022

Επόμενο Άρθρο

Αναγνώριση πλασματικών ετών ασφάλισης έως το τέλος 2022

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ