Φεβρουάριος στα 1958 (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Τα μικρά τότε – στο ύψος μας περίπου – έλατα του σημερινού πάρκου των Μακεδονομάχων, γίνονταν αφορμή να φωτογραφίζονται τα γειτονόπουλα δίπλα τους, σε ώρες που το χειμωνιάτικο τοπίο στολίζονταν στα λευκά. Το πάρκο αυτό ήταν για όλα τα παιδιά της οδού ΄Αρτη, Ορεστείων και του μαχαλά, η «αλάνα», όπου βρίσκαμε ανάλογα με την εποχή, με ποιο τρόπο, τι παιχνίδια θα σκαρφιζόμασταν κάθε φορά.

Καθώς βουλιάζαμε μέσα στο φρέσκο χιόνι, κι όλα μαζί δίχως ιδιαίτερες συμμαχίες, πετούσαμε τις χιονόμπαλες το ένα στο άλλο, αφήνοντας σημάδια στα παλτά μας κι έτσι από την πολλή δουλειά που είχαμε μπρος μας, σαν παίρναμε χαμπάρι ότι μουσκεύτηκαν τα πόδια μας, βρέχονταν τα γάντια, τότε σιγά σιγά το «ασκέρι» υποχωρούσε και το καθένα στρατιωτάκι του χιονιά επέστρεφε στη βάση του ν΄ αλλάξει, να βάλει στεγνές κάλτσες, διότι οι χιονίστρες μας τότε μας παιδεύανε αρκετά. Πλάϊ στη σόμπα που μας συνέφερνε από το κρύο, τρώγαμε ψημένες φέτες ψωμί, φτιαγμένες πάνω στη σόμπα του καθημερινού, με τυρί ή βούτυρο και μαρμελάδα σπιτική. Και τι δεν έκαναν αυτές οι ξυλόσομπες…βρασμένα κάστανα, τραχανά, παπάρα. Εύκολα, εύγευστα κι απλά βραδινά, πρόχειρα και ωφέλιμα βραδινά, κι απογευματινά, παντός καιρού, ιδίως χειμωνιάτικου.

Η χιονόπτωση συνεχίζονταν, αλλά η γιορτή γιορτή, κι έτσι βρισκόμασταν κάθε Φεβρουάριο στα γενέθλια της εξαδέλφης Εύης, παιδιά απ΄ το συγγενολόϊ, της σχολικής της τάξης και τα γειτονόπουλα της εορτάζουσας. Σίγουρα τη μέρα εκείνη το σπίτι είχε καταληφθεί από τα ζωηρά, χαρούμενα, κάποια δειλά και συνεσταλμένα αγόρια – κορίτσια και τις μαμάδες τους. Ανάμεσα στα κουλουράκια, τις τυρόπιτες, τη μοντέρνα τούρτα, τα φρέσκα παιδόπουλα παίρνανε μαθήματα καλής συμπεριφοράς και συνύπαρξης.

Μια φωτογραφία όπως λένε αξίζει όσο χίλιες λέξεις.

Φλεβάρης του 1958

Η λίμνη, δύο βήματα από τα σπίτια μας είχε παγώσει για τα καλά, και τα μεν καράβια και τα μοτόρια είχανε εγκλωβιστεί στα παγωμένα νερά, οι δε πεινασμένες αλεπούδες έφταναν από τις κοντινές μεριές, περνούσαν τη λίμνη, τον «δουξάτο του διαβόλου» ύπουλο και επικίνδυνο, φθάνοντας ως τους παραλίμνιους κήπους και τα κοτέτσια. Δεν βρίσκαμε τα κοτόπουλα ζωντανά, η κάθε πονηρή κυρά Μαριώ είχε φροντίσει να βολέψει την πείνα της.

Τα παραλίμνια σπίτια τότε που είχανε στα υπόγειά τους τα καυσόξυλα της χρονιάς, γέμιζαν νερό λιμνίσιο.

Τότε ο Κωστάκης – αδελφός μου – έμπαινε στην ξύλινη σκάφη που έπλεε και μετέφερε τα ξύλα ως την καταπακτή απ΄ όπου τα παίρνανε άβρεχτα. Το δρομολόγιο αυτό γίνονταν πέντε ως δέκα φορές κι ο βαρκάρης έπαιρνε τα «μπράβο» απ΄ όλους μας.

Χειμώνας στα 1958…

Η μαθητική μας ζωή για το τρίτο δημοτικό σχολείο «σταματούσε» μόνον όταν το χιόνι έφθανε ως το γόνατο… των μεγαλύτερων.

Ειδ΄ άλλως φθάναμε ως εκεί έχοντας μαζί μας κι από ένα κούτσουρο όπως το γράφει και η Ειρήνη. Γειά σου Ειρηνάκι, θέλουμε δε θέλουμε είμαστε ανάμεσα στα τότε μικρά παιδιά που μεταφέρανε στο σήμερα εικόνες από τον χθεσινό τρόπο ζωής.

Τα καλώδια του ηλεκτρικού φορούσανε τη χιονισμένη τους γιρλάντα, οπότε όταν λόγω του καιρού υπήρχε πρόβλημα διακοπής έφθαναν οι ντόπιοι υπάλληλοι του ηλεκτροφωτισμού κι ανεβαίνανε στους στύλους να επιδιορθώσουνε τη βλάβη. Φορούσανε στις κνήμες τους κάτι βιδωτά σιδερένια δρεπάνια, για να σκαρφαλώνουν με ασφάλεια, ως τα ψηλά, και να γραπώνουνε στα σίγουρα τον ελατίσιο κορμό. ΄ Ηταν τόσο κοντά στο μπαλκόνι του καθημερινού, που ένα κέρασμα από τη μαμά μας, κουλουράκι ή σάλιαρο το δέχονταν ευχαρίστως.

Ευχαρίστως κι εμείς δεχόμασταν τις χιονόμπαλες που έριχναν οι στρατιώτες της 15ης μεραρχίας κι έφθαναν ως τη γειτονιά και τα γύρω μπαλκόνια.

Η καθημερινή ζωή κυλούσε κανονικά. Ο καθένας νοικοκύρης και μαγαζάτορας φτυάριζε τη μεριά του, κι ένα μέρος του δρόμου άνοιγε για να φθάσουμε στο φούρνο του Κάρζια με τα αχνιστά ψωμιά, τα παντοπωλεία του Καρακάσηκαι του Δάλλα και τους γύρω δρόμους, σε μια μικρή πόλη, χωρίς τηλέφωνα και αστική συγκοινωνία, οπότε έπρεπε να φτάσουμε ως τη Μητρόπολη τη γειτονιά της γιαγιάς Αφροδίτης, να μάθουμε τι κάνουν και πως είναι όλη η φαμίλια της.

Το ανέβασμα ως το Τσαρσί μας οδηγούσε όπως ήταν μέσα στο χιόνι, νοερά (με την παιδική φαντασία που κάλπαζε) σε παραμυθένια βασιλεία καθώς το χιόνι σκέπαζε τα πάντα. Ξεκινούσαμε και ανηφορίζαμε από τα ψαράδικα κάνοντας μία στάση στο κουρείο του Νίκου Πιστικού, όπου στην βιτρίνα του καταστήματος βλέπαμε τον δια χειρός Ν. Πιστικού μικρόγλυπτο βυζαντινό ναϊσκο της Παναγιάς Κουμπελίδικης. Μέσα έφεγγε ένα τόσο δα φωτάκι που μας μάγευε, καθώς έδινε ζωντάνια στη μικρή χειροποίητη εκκλησιά με τις τοιχογραφίες και το διάκοσμό της. Λίγος δρόμος έμενε ακόμη.

Χτυπούσαμε σαν φτάναμε σπίτι της το τσιουκαλίδι της εξώπορτας που έγραφε ακόμη το όνομα του παππού. Ευάγγελος Κουκούλης – γουνοποιός.

– έλατε, έλατε, βγάλτε τις μπότες σας, έλατε να ζεσταθείτε, κάτσετε στις γιάμπουλες.

Σε λίγο έφταναν τα κεράσμτα. Γλυκό κερασάτο απο την κερασιά του κήπου της, σταφίδες – μπιμπλιά, κάστανα βρασμένα και πίτα γυριστή.

Κι όση ώρα μέναμε είμασταν όλο γέλιο και χαρά.

– Είχαμε γράμμα απού τουν Ηλία μας, έλεγε η γιαγιά… μας έγραψεν, χιουνίζει κι ικεί στη Νέα Υόρκη. Και να σας ειπώ ότι στα παλιά τα χρόνια ου πάππος σας απού δούλευεν στη ξενητειά απού δεκατέσσερα χρουνών, η πρώτη δουλειά απού έπιακεν ήταν να καθαρνάει τους τρανούς τους δρόμους απού τα χιόνια γυιέ μου…

Η επιστροφή από την οδό Μανωλάκη στην Ομόνοια και από κει μέχρι τα ψαράδικα είχε τα απρόοπτά της. Στον κατήφορο το πέσιμο ήταν βέβαιο. Πολλά παιδιά της απάνω γειτονιάς – απ τάουν – όπως την έλεγαν οι Καστοριανοί της Αμερικής, έπαιζαν χιονοπόλεμο και γίνονταν λούτσα, κι όσο είχανε κουράγιο έστηναν και τον χιονάνθρωπο, βάζοντας κάρβουνα για μάτια, ένα καπέλο χάρτινο καρναβαλιού, ένα ραβδί απ΄τα πεσμένα κλαδιά, κι αυτό ήταν όλο.

Σαν πλησιάζαμε στη γειτονιά μας νάσου μπροστά μας, μέσα στο σημερινό πάρκο Ειρήνης – απέναντι από το πάρκο Μακεδονομάχων, το πρώην πάρκο Βαν Φλητ με τον εξόριστο άρχοντά του. Εκεί έστεκε φασκιωμένος, δεμένος, τυλιγμένος με νάϋλον ο κοντός φοίνικας από τα ζεστά μέρη. Αυτή ήταν η προστασία για να μην παγώσει στα βόρια κλίματα, κι ο κηπουρός του δήμου ο κυρ Γιάννης Κεχαγιάς έφτανε και τον τύλιγε πριν πιάσουν τα κεμέτια.

Την επόμενη μέρα όλα τα γειτονόπουλα θα ξεκινούσαμε και πάλι με νέο χιονοπόλεμο και το πάρκο των Μακεδονομάχων θα γέμιζε από τις χαρούμενες παρουσίες του Τάσου, της Τζένης, του Νίκου, της Αννούλας, του Γιωργάκη, της Κατίνας, του Τάκη, της ΄Αννας, της Νίκης, της Κέρι, του Νονόκα, του Κωστάκη και της υπογράφουσας…

Υ.Γ. Η επιστροφή στα 1958 μας βοηθά να ξεχάσουμε κάπως τη σημερινή πραγματικότητα, καθώς ο πολιτισμός, η οικονομική κατάσταση, το ψυχικό σθένος και η πανδημία μας παιδεύουνε, δοκιμάζοντας τις αντοχές μας.

Προηγούμενο Άρθρο

Τηλεδιάσκεψη του συλλόγου εστίασης Καστοριάς με τον Περιφερειάρχη Δυτ. Μακεδονίας

Επόμενο Άρθρο

Αφιέρωμα στην Επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του ’21 (Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος¹)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ