Τρείς καβαλάρηδες ελευθερώνουν την Καστοριά (Από τη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ» Αριθ. Φύλλου 3244/8-11-2012)

κατηγορία : Παράδοση/Τοπικά Νέα από

 

Ο υπίλαρχος Π. Νικολαΐδης περιγράφει πώς εισήλθε πρώτος, με δύο ιππείς στην Καστοριά, βοηθούμενος από τον μουχτάρη της Κων. Γούση.

…Την 8ην ώραν της 10 Νοεμβρίου 1912, η ίλη αναγνωρίσεως αποσπασθείσα του συντάγματος εξεκίνησε από του χωρίου Ρούλια…Ο καιρός ήτο βροχερός, λίαν ψυχρός και ομιχλώδης. Η ομίχλη εκάλυπτε τα πέριξ όρη και υψώματα και η λεπτή βροχή, ήτις πίπτουσα από της πρωίας κατ’ αραιαά χρονικά διαστήματα, εξηκολούθησε καθ’ όλη την ημέραν. Αλλά, καίτοι οι άνδρες και οι ιππείς υπέφεραν υπερβολικά κατά την πορείαν ταύτην, ένεκα της ακαταστασίας του καιρού, εν τούτοις ο ακατάστατος αυτός καιρός μας ηυνόησεν πολύ, ωστε να φέρωμεν εις αίσιον πέρας την ανατεθείσαν εις ημάς εντολήν…

Το γενικό Στρατηγείο δε γνώριζε αν η Καστοριά κατείχετο από τον εχθρό. Οι πληροφορίες από την πόλη ήταν αντιφατικές. Γι’ αυτό και το Στρατηγείο διεβίβασε διαταγή στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού να στείλει ίλη αναγνωρίσεως και να διαπιστώσει ποιά ήταν η κατάσταση.

Οταν η ίλη ιππικού, που διηύθυνε ο επίλαρχος Ι. Αρτης, πλησίασε την Καστοριά, διεπίστωσε ότι κατείχετο από τουρκικά στρατεύματα.

Σαφής απόδειξη τούτου ήτο η επί των βορείων υψωμάτων της πόλεως επιτηρητική φρουρά. Δεν ήτο γνωστή η δύναμις αυτού και έπρεπεν οπωσδήποτε να γίνει μία αναγνώρισις και η αναγνώρισις αύτη ανετέθη εις εμέ.

Ο επίλαρχος Αρτης, αφού με εκάλεσε πλησίον του, με διέταξε να παραλάβω όσους ιππείς επεθύμουν και να προχωρήσω πρός αναγνώρισιν της πόλεως. Επειδή δε η πόλις κατείχετο υπό του εχθρού, να μηνύσω εις τον επικεφαλής των εχθρικών δυνάμεων, είτε δια του μητροπολίτου, αποστέλλων πρός αυτόν άτομον, είτε δι’ οιουδήποτε άλλου μέσου, όπως παραδώσει την πόλιν, ήτις υπό μιάς ολοκλήρου μεραρχίας πεζικού είναι αποκεκλεισμένη ήδη…

Απεφάσισα να προσλάβω μαζί μου τρείς μόνον ιππείς, τον δεκανέα Μουστακλήν, τον ιπποκόμον μου Γούσαν και άλλον έναν, ούτινος δεν έχω πρόχειρον το επώνυμον. Διότι έκαμα την σκέψιν ότι μετά των τριών τούτων ιππέων, θα ηδυνάμην ευκόλως να διανύσω την μέχρι των οχθών της λίμνης απόστασιν, χωρίς να κινήσω τας υπονοίας και την περιέργειαν των επί των βορείων της Καστοριάς υψωμάτων Τούρκων φρουρών.

Ως ανέφερον ήδη ανωτέρω, η από τις πρωίας πίπτουσα λεπτή βροχή και η ελαφρώς καλύπτουσα την ατμόσφαιραν ομίχλη, μας ηυνόησεν εξαιρετικά εις το έργον μας, διότι κατωρθώσαμεν να προχωρήσωμεν απαρατήρητοι από τον αχθρόν και να φθάσωμεν μέχρι την βορείας όχθης της λίμνης. Φθάσαντες εις το σημείον τούτο ήμεθα πλέον αθέατοι από τους επιτηρούντας εις τον Κουλέν Τούρκους φρουρούς, διότι τα εξ αυτών κατεχόμενα πετρώδη αντερρείσματα μας εκάλυπτον εντελώς.

Εις απόστασιν 200 περίπου μέτρων από του σημείου τούτου, διέκρινα ποιμένα, ονόματι Τέρπο, εις τον οποίον απηύθυνα διαφόρους ερωτήσεις και όστις απαντών μ’ επληροφόρησεν ότι εντός της Καστοριάς υπάρχουν δύο τάγματα τουρκικού στρατού μετά πυροβολικού και ότι πρό μιάς μόλις ώρας μια ισχυρά περίπολος εχθρική είχε κατέλθει εκ των βορείων της πόλεως υψωμάτων πρός αναγνώρισιν, μεθ’ ο επέστρεψεν εις την πόλιν.

Τον βλαχοποιμένα, όστις εγνώριζεν την τουρκικήν γλώσσαν, έπρεπε να τον προσλάβω μαζί μου, δια να τον χρησιμοποιήσω, εάν θα παρίστατο ανάγκη και τον διέταξα να μας ακολουθήσει.

Μετά του δεκανέως και του ιπποκόμου ιππέως ετέθημεν εις κίνησιν βραδέως βάδην προς πόλιν, παραπλεύρως μας δε ηκολούθει πεζή ο βλαχοποιμήν. Εις τον τρίτον ιππέα έδωσα την εντολήν να παραμείνει εις την θέσιν αυτήν, έφιππος, τελείως κεκαλυμμένος όπισθεν των υψωμάτων, και να επιτηρεί μετά προσοχής τους επί του Κουλέ Τούρκους φρουρούς. Επίσης έδωσα προς αυτόν την εντολήν, όπως εις περίπτωσιν καθ’ ην ήθελε παρατηρήσει κίνησιν εχθρικών περιπόλων επί των βορείως της πόλεως υψωμάτων προς την κατεύθυνσίν του ή προς την κατεύθυνσιν, ην επρόκειτο να ακολουθήσωμεν, πυροβολήσει κατ’ επανάληψιν και υποχωρήσει προς το σημείον ένθα είχε σταθμεύσει η Ίλη.

Εφθάσαμεν εις τα πρόθυρα της πόλεως και εις καμπήν, ην εσχημάτιζεν η οδός μετά των δεξιά αυτής υψωμάτων, απέχουσα περί τα 80 μέτρα από του πρώτου οικήματος, όπερ ήτο Σταθμός Χωροφυλακής. Σταματήσαντες προς στιγμήν εις το σημείον τούτο κεκαλυμμένοι, αντελήφθημεν τρεις Τούρκους χωροφύλακας ενόπλους, οίτινες εκ της πλησίον αγοράς κατήρχοντο προς τον σταθμόν των, και αμέσως εφορμήσαντες εν καλπασμώ διετάξαμεν τούτους τουρκιστί να σταθώσιν. Ο εις εκ των χωροφυλάκων τούτων, προλαβών, εισήλθεν εις τον Σταθμόν, ενώ οι άλλοι δύο, εκπλαγέντες, και τρομοκρατηθέντες εκ της απροόπτου εμφανίσεως ημών εν τη εισόδω της πόλεως, εστάθησαν και συνελήφθησαν παρ’ ημών…

Τους συλληφθέντας δύο χωροφύλακας εκρατήσαμε πλησίον μας, αφού τους διαβεβαιώσαμε ότι δεν έχουν τίποτε να πάθουν, λόγω της κρισίμου όμως καταστάσεως κατά την στιγμήν ταύτην δεν μας ήτο δυνατόν να τους εξετάσωμεν…

Οι ελάχιστοι που βρίσκονταν μέσα εις το οίκημα, δεν είχον καμίαν διάθεσιν ν’ αντιδράσουν. Από την πρόχειρον ανάκρισιν, που έκαμα εις τους δύο χωροφύλακας, πληροφορήθηκα ότι μέσα εις την πόλιν της Καστοριάς βρίσκονταν ένα τάγμα πεζικού και ουλαμός πυροβολικού, ενώ εγγύς της Καστοριάς, εις το Άργος Ορεστικόν, υπήρχε και δεύτερον τάγμα και περί τους 25 χωροφύλακες. Αι δυνάμεις υπάγονταν εις τον Μεχμέτ Πασά, που είχεν την έδραν του στρατηγείου του εις την πόλιν.

Μετά τας ανωτέρω θετικάς πληροφορίας, τας οποίας μου έδωκεν ο Τούρκος χωροφύλαξ, εκάλεσα πλησίον μου τον προϊστάμενο βλαχοποίμενα, τον οποίο διέταξα να μεταβεί εις την Μητρόπολιν, να ιδεί τον Μητροπολίτην, εις ον ν’ ανακοινώσει ότι ο Έλληνικός Στρατός ευρίσκεται εις τα πρόθυρα της πόλεως και διά του Μητροπολίτου να ειδοποιηθεί ο Μεχμέτ Πασάς να παραδώσει την πόλιν. Συγχρόνως εις τον εξετασθέντα Τούρκον χωροφύλακα, όστις ήτο ευφυέστατος, έδωκα την εντολή να μεταβεί και να ειδοποιήσει τον γιούσμπασή του (λοχαγόν του), διοικητήν της Χωροφυλακής, να έλθει εις την θέσιν, εις ην ευρισκόμην, προς συνάντησίν μου. Ο ιππεύς, ιπποκόμος μου Γούσας, μου εζήτησεν την άδειαν, όπως εισέλθει και αυτός μετά του Τούρκου χωροφύλακος εις την πόλιν. Προς στιγμήν εδίστασα να του επιτρέψω την είσοδον, αλλά σκεφθείς ωριμότερον επέτρεψα εις αυτόν να μεταβεί μετά του Τούρκου χωροφύλακος, αφού προηγουμένως όλως ιδιαιτέρως και εμπιστευτικώς τον συνεβούλευσα τι έπρεπε να απαντήσει, εάν εξητάζετο υπό των εντός της πόλεως Τούρκων αξιωματικών. Συγκεκριμένως είπον εις αυτόν ν’ απαντήσει ότι έξω της πόλεως έφθασαν περί τους 400 ιππείς και μία ολόκληρος Μεραρχία Πεζικού, ήτις ευρίσκεται πλησίον εν πορεία και θα περικλείσει κατά την νύκτα την πόλιν.

Ο Τούρκος χωροφύλαξ, μετά του ιππέως μου, εισήλθεν εις την πόλιν, δια να εκτελέσει την εντολήν μου. Κατάπληκτοι οι Τούρκοι αξιωματικοί εκ της απροόπτου εμφανίσεως Έλληνος ιππέως εν αυτή τη πόλει τον ωδήγησαν αμέσως ενώπιον του διοικητού των τουρκικών δυνάμεων, Μεχμέτ Πασά, όστις και εζήτησε πληροφορίας, πόθεν ερχόμεθα και περί των στρατιωτικών ημών δυνάμεων. Ο ιππεύς μου, συμφώνως προς τας οδηγίας, ας τω είχον δώσει, απήντησεν ευστόχως εις τας ερωτήσεις του Πασά ειπών εν τέλει εις αυτόν ότι ο αξιωματικός του (εγώ) ευρίσκεται εις τον σταθμόν χωροφυλακής παρά την είσοδον της πόλεως και περιμένει Τούρκον αξιωματικόν, δια να συνεννοηθούν. Ο Μεχμέτ Πασάς, αφού διέταξε να του προσφέρουν λουκούμι και καφέ, του είπε να μείνει ολίγον δια να ξεκουραστεί και θα στείλει αξιωματικόν να συνεννοηθεί μετά του αξιωματικού του (μετ’ εμού).

Μετά την είσοδον του Τούρκου χωροφύλακος και του ιπποκόμου μου εις την πόλιν, εγώ μετά του δεκανέως Μουστακλή, έφιπποι πάντοτε παρεμέναμεν αναμένοντας έξω του σταθμού. Εκεί ιστάμενοι αντελήφθημεν παρά την όχθην της λίμνης και εις μικράν απόστασιν νεαρόν ατσίγγανον, κάτοικον Καστοριάς. Τον ατσίγγανον τούτον, όστις εγνώριζεν ελληνικά, τον εκάλεσα πλησίον μου και τον απέστειλα εις την ολίγα μέτρα απέχουσα αγοράν να ειδοποιήσει δύο ή τρεις Έλληνας πολίτας να έλθουν εις συνάντησίν μου. Πράγματι, μετ’ ολίγον κατέφθασαν τρεις Έλληνες εκ των προυχόντων, μεταξύ των οποίων εις ήτο ο Έλλην μουχτάρης της πόλεως, Κ. Γούσης ονόματι.

Οι τρεις ούτοι Έλληνες με αντίκρισαν πεφοβισμένοι και κατάπληκτοι. Τους ενεθάρρυνα ειπών εις αυτούς ότι δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν και ότι τους εφέραμε την ελευθερίαν ύστερα από τόσων αιώνων δουλείαν. Τους παρακάλεσα συγχρόνως να μου παράσχουν μίαν υπηρεσίαν. Να μεταβούν εις την Μητρόπολιν προς συνάντησιν του Μητροπολίτου, να του ανακοινώσουν ότι ελληνικόν ιππικόν και μία μεραρχία ευρίσκονται εις τα πέριξ της πόλεως και να μηνύσουν εις τον Μεχμέτ Πασά να παραδώσει την πόλιν, διότι πάσα τυχόν απόπειρα αυτού προς άμυναν θα έχει ολέθρια αποτελέσματα όχι μόνον δια τον εν τη πόλει τουρκικόν στρατόν, αλλά και δια τον άμαχον πληθυσμόν, όστις κατά μέγα μέρος απετελείτο από Οθωμανούς.

Οι προαναφερθέντες Έλληνες εδέχθησαν προθύμως να εκπληρώσουν την εντολήν μου και απήλθον. Εθεώρησα καλόν να αποστείλω τους Έλληνας τούτους πολίτας εις τον Μητροπολίτην, διότι δεν ήμουν βέβαιος ότι ο προαποσταλείς Ελληνόβλαχος θα εξετέλει την ανατεθείσαν εις αυτόν ιδίαν εντολήν.

Η βροχή εξηκολούθει πίπτουσα κατά διαλείμματα. Η ώρα παρήρχετο και η νυξ είχεν επέλθει ήδη. Παρήλθε ώρα και πλέον αφ’ ης ο Τούρκος χωροφύλαξ μετά του ιπποκόμου μου είχον εισέλθει εις την πόλιν και ουδεμίαν είδησιν είχον περί αυτών. Νέος εκνευρισμός και ανησυχία ήρχισε να με κυριεύει και, επειδή την θέσιν, εις ην εν αναμονή ειδήσεως ευρισκόμην, δεν την εθεώρουν ασφαλή, υπεχώρησα περί τα 80 μέτρα μετά του δεκανέως μου και εστάθημεν παρά την καμπήν του δρόμου, οπίσω του βραχώδους υψώματος, αναμένων εκεί ειδήσεις.

Μετά πάροδον ημισείας ώρας, έφθασεν επιτέλους εις το μέρος εις ο ευρισκόμην, ο Τούρκος χωροφύλαξ μετά του ιπποκόμου μου, τους οποίους συνώδευε και ο Ελλην μουχτάρης Γούσης, όστις είχε σταλεί μετά των άλλων δύο Ελλήνων πολιτών πρός συνάντησιν του Μητροπολίτου. Εις ερώτησιν, ην απηύθυνα πρός τον Τούρκον χωροφύλακα, διατί δεν ήλθεν ο γιούσμπασής του ή άλλος Τούρκος αξιωματικός, δια να συναντηθεί και συνεννοηθεί μαζί μου, που απήντησεν ούτος και μαζί με αυτόν και ο ιπποκόμος μου, ότι ο Μεχμέτ Πασάς με περιμένει εις την πόλιν, δια να συνεννοηθώ απ’ ευθείας μαζί του. Ο ιπποκόμος μου, τον οποίον εκάλεσα ιδιαιτέρως και τον ηρώτησα τί πληροφορίας του εζήτησαν οι εντός της πόλεως Τούρκοι και τι αντελήφθη, μου απήντησεν ότι τον ηρώτησαν πόθεν ερχόμεθα, τί δυνάμεις έχομεν και που ευρίσκονται αύται τώρα. Μετά τς πληροφορίας, τας οποίας τοις έδωκε, διέταξαν και του προσέφεραν λουκούμι και ολίγον να ξεκουρασθεί και να σταλεί αξιωματικός εις τον Σταθμόν Χωροφυλακής, δια να συνεννοηθεί μετά του αξιωματικού του.

Αμέσως μετά τούτο ο Μεχμέτ Πασάς κλεισθείς εις παρακείμενον οίκημα μετά τινων εκ των αξιωματικών του, εν σπουδή συνεκρότησεν ολιγόλεπτον σύσκεψιν, μετά το τέλος της οποίας διετάχθησαν τα εν τη πόλει ευρισκόμενα στρατιωτικά τμήματα με πλήρη οπλισμόν και εξάρτησιν, να εξέλθωσιν αυτής. Πού κατηυθύνσθησαν τα εχθρικά τμήματα, ο ιπποκόμος μου δεν ήτο δυνατόν να αντιληφθεί την κατεύθυνσίν των. Ο Ελλην μουχτάρης Γούσης, τον οποίον ερώτησα επίσης αν εξετέλεσε μετά των άλλων δύο Ελλήνων την εντολήν μου, με επληροφόρησεν ότι ενεκοίνωσεν την εντολήν μου εις τον Μητροπολίτην, όστις όμως δεν διεβίβασε ταύτην εις τον αρχηγόν των τουρκικών δυνάμεων Μεχμέτ Πασά, διότι ο Μεχμέτ Πασάς, σκληρός και αιμοβόρος Τούρκος, ήτο εκείνος όστις είχε διατάξει τας σφαγάς των χριστιανών κατοίκων του χωρίου Βογατσικού.

Αφού παρήλθεν αρκετή ώρα από της εξόδου των τουρκικών τμημάτων εκ της πόλεως, απεστάλη, ως προανέφερον, ο Τούρκος χωροφύλαξ μετά του ιπποκόμου μου να με ειδοποιήσουν ότι δεν θα σταλεί Τούρκος αξιωματικός πρός συνάντησίν μου και ότι ο Μεχμέτ Πασάς με περίμενε να εισέλθω εις την πόλιν, δια να συνεννοηθώ απ’ ευθείας μαζί του. Ο πασάς με προσεκάλει εις την πόλιν, δια να συνεννοηθώ μαζί του. Η είσοδος εις την πόλιν κατά την εσπέραν αυτήν ήτο μέχρι τρέλλας παράτολμος.

Τι έπρεπε να κάμω; Να εισέλθω ή όχι; Ιδού το δίλημμα, όπερ εβασάνιζε την σκέψιν μου. Εξ άλλου, μία ενδόμυχος, μία μυστηριώδης δύναμις με παρώτρυνε να μήν υποχωρήσω εις ο σημείον είχον φέρει τα πράγματα αλλά να προχωρήσω, δια να ολοκληρώσω το έργον μου.

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, παρ’ όλον τον εκνευρισμόν, όστις κατά την στιγμήν ταύτην με κατείχε και παρ’ όλους τους κινδύνους, τους οποίους διέτρεχον, απεφάσισα τελικώς να εισέλθω και να μεταβώ πρός συνάντησιν του Μεχμέτ Πασά αλλά και με την απόφασιν πάντοτε να μήν πέσω ζων αιχμάλωτος εις χείρας αυτού. Διέταξα επομένως τους δύο ιππείς μου, τον Τούρκον χωροφύλακα και τον πλησίον μου ευρισκόμενον Ελληνα μουχτάρη Γούσην, να με ακολουθήσουν.

Ο Τούρκος χωροφύλαξ με παρεκάλεσε τότε, όπως του επιτρέψω και προηγηθεί εκείνος εις απόστασίν τινα αφ’ ημών, δια να ειδοποιεί, διότι, ως είπεν, είχε κηρυχθεί ο στρατιωτικός νόμος, όστις απηγόρευε την κυκλοφορίαν κατά την νύκτα και ήτο κίνδυνος να βληθώ από τα κυκλοφορούσας εν τη πόλει περιπόλους. Προηγούμενος ούτω ημών εις απόστασιν ολίγων βημάτων και ειδοποιών απέτρεπε πάν ενδεχόμενον τοιούτον κίνδυνον.

Ενώ πλέον εκκινήσαντες εισήλθον εν τη πόλει και διεσχίζαμεν την αγοράν αυτής, παρετήρησα ότι ο Τούρκος χωροφύλαξ, όστις, ως ερέθη ήδη, προηγείτο ημών, εξηκολούθει βαδίζων πρός το έτερον μέρος της πόλεως, επί της οδού, ήτις ωδήγει εις τους δυτικώς της πόλεως στρατώνας. Τούτο με ενέβαλεν εις υπονοίας και εις κάποιαν ανησυχίαν και σταματήσας, ηρώτησα τουν Τούρκον χωροφύλακα που μας οδηγεί. Ο χωροφύλαξ απήντησεν ότι μας οδηγεί εις τους στρατώνας, ότι εκεί θα ευρίσκεται αναμένων ο Μεχμέτ Πασάς. Στραφείς τότε πρός τον ακολουθούντα Ελλην μουχτάρη Γούσην του είπον, εάν όσα λέγει ο Τούρκος χωροφύλαξ δεν είναι αληθεί και εάν νομίζει ότι βαδίζοντες πρός τους στρατώνας η θέσις μας ήτο επικίνδυνος, να αποσυρθεί. Οσον δ’ αφορά ημάς είχομεν σκεφθεί πώς θα ηδυνάμεθα άνευ πολλών κινδύνων να αποχωρήσωμεν. Ο μουχτάρης όμως με εβεβαίωσεν ότι ο χωροφύλαξ λέγει την αλήθειαν ισχυριζόμενος ότι ο Πασάς ευρίσκετο εις τους στρατώνας. Κατόπιν τούτου επανελάβομεν την πρός τους στρατώνας κίνησίν μας.

Ενα αμυδρόν φώς λάμπας πετρελαίου, εντός φανού ανηρτημένου εις την μεγάλη πύλην των στρατώνων, μέσα εις το επικρατούν σκότος, εσημείωνε την θέσιν αυτών.

Εκεί εφθάσαμεν μετ’ ολίγων και εστάθημεν πρό της εξωτερικής μεγάλης πύλης. Τον Τούρκον χωροφύλακα τον διέταξα να εισέλθει και να ειδοποιήσει τον Μεχμέτ Πασάν ότι ο Ελλην αξιωματικός αναμένει έξω των στρατώνων.

Ουδείς θόρυβος, ουδεμία φωνή ηκούετο εντός του κτιρίου επί τρία περίπου λεπτά της ώρας, καθ’ α έφιππος πάντοτε ανέμενον μετά των δύο ιππέων μου και του μουχτάρη Γούση εις την εξώθυραν αυτού. Ο Τούρκος χωροφύλαξ, εισελθών εις το προαύλιον των στρατώνων, εφώναζεν δυνατά καλών φαίνεται τους Τούρκους στρατιώτας αλλά ουδείς απήντησεν εις τας φωνάς του. Ο Τούρκος χωροφύλαξ επανελθών μετ’ ολίγον μεθ’ ενός Τούρκου στρατιώτου, του μόνου ευρισκομένου κατ΄την ώραν εκείνην εντός των στρατώνων, μοι ανέφερεν, ότι ο Πασάς δεν είναι εντός των στρατώνων και ότι κατά πάσαν πιθανότητα θα ευρίσκετο εις την ελληνικήν Μητρόπολιν.

Ο Ελλην μουχτάρης όμως με εβεβαίωσεν ότι ο Πασάς δεν είναι εις την Μητρόπολιν, διότι, ως είπε, προηγουμένως τον είδε ιππεύοντα και κατευθυνόμενον πρός τους στρατώνας. Εξ άλλου, ο ευρεθείς εις τους στρατώνας Τούρκος στρατιώτης του πεζικού, Αλβανός την καταγωγήν, ερωτηθείς αλβανιστί παρ’ εμού, που είναι ο τουρκικός στρατός, απήντησεν ότι έφυγαν, υπέδειξε μάλιστα και την κατεύθυνσιν πρός ην ετράπη πρός δυσμάς. Ήτο φανερόν πλέον ότι ο εν Καστορία τουρκικός Στρατός είχεν εγκαταλήψει προ ολίγου την πόλιν και εν σπουδή υπεχώρησε πρός Κορυτσάν, δια να αποφύγει αιχμαλωσίαν, ην εφαντάζετο ότι ασφαλώς θα υφίστατο την επομένην, εάν παρέμεινεν εν τη πόλει, εφ’ όσον, ως είχε πληροφορηθεί παρ’ ημών, ολόκληρος μεραρχία του ελληνικού στρατού επρόκειτο την επομένην πρωίαν να επιτεθεί.

Αφού επείσθην πλέον οριστικώς ότι οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την Καστορίαν, διέταξα τον Τούρκον χωροφύλακα, όπως μας συνοδεύσει και επιστρέψωμεν δια της ιδίας οδού εις την πόλιν.

Μετά την άφιξίν μας εις την ανατολικήν έξοδον της πόλεως και παρά τον γνωστόν Σταθμόν Χωροφυλακής, απεχαιρέτησα τον Ελληνα μουχτάρη Γούσην, εις ον είπον συγχρόνως μεγαλοφώνως, ώστε να ακούσει και ο παριστάμενος Τούρκος χωροφύλαξ, να δώσει εντολήν να ετοιμάσουν την επομένην άρτον δια 25.000 άνδρας.

Μετά τούτο επέστρεψα μετά των δύο ιππέων εις την παρά τους αμπελώνας θέσιν, ένθα αρχικώς είχε σταθμεύσει η ίλη και ένθα συνήντησα τον επίλαρχον Αρτην, αναμένοντα μετά τινων ιππέων, εις ον ανέφερον λεπτομερώς τα συμβάντα της εσπέρας εκείνης, ειπών συγχρόνως εις αυτόν ότι η Καστορία είναι πλέον ελευθέρα εχθρού και είναι δυνατόν και από της νυκτός ταύτης να καταληφθεί παρ’ ημών.

(Αναδημοσίευση από το περιοδικό «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΖΩΗ, τ. 270, Νοέμβριος 1988)

(Η φωτογραφία, από το βιβλίο του κ. Πάνου Τσολάκη «ΚΑΣΤΟΡΙΑ τόπος και ιστορία»)