Τα παιδικά μας καλοκαίρια… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

/

Στα 1958 ήμασταν δεκάχρονα παιδιά που κυνηγούσαμε καθημερινά στα πάρκα κοντά στα ψαράδικα πεταλούδες το πρωϊ και σφιτούλκες μόλις ξεκινούσε το βραδάκι… Τα παιδικά μας καλοκαίρια ήταν διανθισμένα με παγωτό χωνάκι και παιχνίδι, πολύ παιχνίδι…

Οι τρίμηνες διακοπές με τα σχολεία κλειστά ως τις αρχές του Σεπτέμβρη σήμαιναν ανεμελιά, ξεκούραση, έχοντας μια στίβα δίπλα μας μικρά περιοδικά που μας ψυχαγωγούσανε και μας διασκεδάζανε συνάμα, ξεκινώντας από τις περιπέτειες του μικρού ήρωα και του ταρζάν ως τον σούπερμαν…

Από την ώρα που ξυπνούσαμε εμείς τα παιδιά της γειτονιάς απολαμβάναμε το φρέσκο γάλα που έφερνε ο γαλατάς ο κυρ Κώστας από τη Λιθιά ως την πόρτα μας, μαζί με το επίσης φρέσκο βούτυρο που «χτυπούσε» στο μικρό του εργαστήρι ο κυρ Νίκος κι έφτιαχνε το φρέσκο ανάλατο τυρί που γίνονταν ανάρπαστο πηγαίνοντας ως εκεί για την αγορά του.

Επόμενο βήμα στην καθημερινότητα ήταν τα πρώτα θελήματα που «έπρεπε» να τακτοποιηθούν από μεριάς μας. ΄Όλα τα σπίτια είχαν παγωνιέρες κι ο πάγος γίνονταν κοντά στα νοικοκυριά μας, λίγο πιο πίσω από την σκαπέρδειο αγορά και το σημερινό Δημαρχείο, όπου μέσα σ΄ έναν υπόγειο χώρο βρίσκονταν κομμάτια πάγου τυλιγμένα σε μπόλικο άχυρο. Πληρώναμε περίπου 2 δρχ το βαρύ κομμάτι, κάπου στις 5 οκάδες και με ένα δίχτυ – τσάντα το φέρναμε ως την πόρτα μας κάνοντας δύο-τρείς στάσεις ενδιάμεσα από το παγοποιείο των αδελφών Δανδή ως το σπίτι.

Ακολουθούσανε κι άλλα ψώνια, που περνούσανε από το χέρι μας, όπως το ψωμί από το φούρνο του Κάρζια και τα καρπούζια με τα πεπόνια που πουλούσανε οι υπαίθριοι φρουτέμποροι.

Αν χρειάζονταν οι μαμάδες μας κλωστές για κέντημα έπρεπε να φτάσουμε στην οδό Ερμού.

΄Ολος ο χρόνος μετά ήταν ολόδικός μας και η πρώτη μας δουλειά ήταν να μπούμε στα πάρκα, τα μεν αγόρια να πιάνουν μπουμπαναίους, προσέχοντας να μην έχουν μαύρη μύτη γιατί τσιμπούσανε…έτσι διάλεγαν αυτούς που είχαν άσπρη, δένανε μια κλωστή στο ένα τους ποδαράκι και τ΄ αμολούσανε στον αέρα, αλλά και μαζεύανε το νήμα όσο θέλανε. Είχαν κι ένα άδειο από σπίρτα κουτάκι και φυλάγανε για λίγο τον μπούμπανό τους. Εμείς ως κορίτσια ασχολιόμασταν με τις πεταλούδες διαφόρων χρωμάτων μικρές και μεγαλύτερες. Πιστεύαμε πως θα κάναμε μια μεγάλη συλλογή πως θα τις κρατούσαμε για πάντα μέσα σε μικρά γυάλινα βάζα… μα γρήγορα το ξεχνούσαμε και για να μην μας έχουν οι μανάδες μας στους δρόμους, μας έδειχναν πώς να κάνουμε σταυροβελονιά και να κεντούμε σε ύφασμα ιταμίνα. Τα πρώτα μας έργα… ήταν σειρές με διάφορα χρώματα…

Μέρες καλοκαιριού ανάμεσα σε Ιούλιο και Αύγουστο και μυστικά μετρούσαμε πόσες μέρες απομένουν με τόσα παιχνίδια, χουζούρι, να τριγυρνούμε στα πάρκα και να παίζουμε ασταμάτητα ή να κάνουμε ποδήλατο. Είχαμε δυο ποδηλατάδικα στη γειτονιά μας, του Παπαπαντελή και του Ταλίδη. Τα νοικιάζαμε και φτάναμε δυο δυο, τρία τρία παιδιά μαζί, ως το δροσερό απόζαρι και μέχρι το σημερινό ναυτικό όμιλο. Από κει ξεκινούσαν τα βράχια. Γι αυτό όταν γιόρταζε το εκκλησάκι του ΄Αη Σωτήρα φτάναμε εκεί μόνον με τα καράβια και τα μοτόρια.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό… ξαπλώναμε στο πιο δροσερό δωμάτιο του σπιτιού, απ΄ όπου ακούγαμε τις φωνές των νεαρών κολυμβητών και των εφήβων που απολαμβάνανε το κολύμπι. Τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά είχαν κιόλας μυηθεί στην γούνα, κέρδιζαν το ψωμί τους, είχαν ξεφύγει από την παιδικότητα – ήταν εργαζόμενα νιάτα.

Καστοριά του 1958

Και με την παιδική μας ματιά φωτογραφίζαμε την γειτονιά και τον μικρό μας κόσμο μέσα στο καλοκαίρι με τα τζιτζίκια του που κρύβονταν στα φυλλώματα των πλατανόδενδρων, τα καταστήματα της μεριάς αυτής της Καστοριάς, με τα μπακάλικα τα Δάλλα, του Γουδή, του Μίκη Χήτα, του Χάμπου, τα υαλοπωλεία του Δομουξή και του Αλεξόπουλου, το υφασματοπωλείο του Γεργίνη, τα καταστήματα νεωτερισμών Τσολάκη και Ρούβα, το κατάστημα Γκολογκίνα με οικοδομικά υλικά, τα υποδηματοποιεία Πυροβέτση και Λυκογιάννη, το κατάστημα Βογιατζή με κούκλες μαλλί για πλέξιμο και το ζαχαροπλστείο του Τάνε.

Ανάμεσα στους δρόμους ΄Αρτη και Ερμού και τα πάρκα, μας περιμένανε οι παγωτατζήδες κατά τις απογευματινές ώρες. Τα καροτσάκια του κυρ Τσιόλη και του Αρίστου αλωνίζανε την κάτω γειτονιά, με πρώτους και καλύτερους πελάτες εμάς τα παιδιά που με μισή δραχμή εξασφαλίζαμε το παγωτό χωνάκι της ημέρας…

…καλοκαίρι… με ήπιες θερμοκρασίες και οι στάμνες και οι παγωνιέρες δροσίζανε τον «γκούρσιαμνό» μας με το νεράκι τους.

Καθώς το απόγευμα πλησίαζε στα πάρκα μαζεύονταν κάπου 20 παιδιά, αγόρια – κορίτσια, με τις μπίλιες τους, την μπάλα, το σχοινάκι που άρεζε τόσο σε μας μαζί με το κουτσουντό, το «περνά περνά η μέλισσα» και τα κοινά παιχνίδια, κυνηγητό και κρυφτό… ΄Ολη η ενέργεια που διαθέταμε ξοδεύονταν ως το σούρουπο καθώς εμείς συνεχίζαμε να μαζεύουμε σε μαντηλάκια ή σε πιάτα τα ταπεινά και μοσχοβολητά χαμομήλια , που θα χρειάζονταν στα πρώτα κρυολογήματα.

Νύχτα καλοκαιριού του 1958…

Το υπαίθριο σινεμά είχε στηθεί δίπλα στο μαχαλά ανάμεσα στα σπίτια του Ρουσούλη και του Πυροβέτση. Καθόμασταν όλα στο χώμα κάθε φορά που ένα στρατιωτικό τζιπάκι έφτανε με μια φορητή κινηματογραφική μηχανή… και παρουσίαζε τα επίκαιρα του κόσμου μας και ενός ψυχρού πολέμου ανάμεσα σε Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ. που εμάς τα παιδιά λίγο μας απασχολούσε το κομμάτι αυτό των προβολών. Περιμέναμε ανυπόμονα τον χοντρό και τον λιγνό να γελάσουμε διαβάζοντας τα μεταφρασμένα λόγια στη γλώσσα μας.

Κάτι που ξεχώριζε μέσα στην καθημερινότητά μας ήταν να μας πάρουν οι δικοί μας κάποια απογεύματα (κυρίως κυριακάτικα) και να φτάνουμε στα εξοχικά κέντρα της οδού Γράμμου. Τότε ήταν ένας ήσυχος δρόμος με λίγα τροχοφόρα, με τον ηλεκτρικό του σταθμό και τους παμπάλαιους κήπους με τα φρούτα και τα λαχανικά τους.

Δεν λησμονούμε τα δύο εξοχικά κέντρα που βρίσκονταν πλάϊ πλάϊ, του Χάτσιου και του Θεμελίδη, όπου από νωρίς συγκέντρωναν τις οικογένειες για ένα μικρό κέρασμα λεμονάδα, υποβρύχιο ή μπύρα… Χτυπούσαν παλαμάκια οι μεγάλοι για νάρθουν τα γκαρσόνια να πάρουνε παραγγελία και με την όρεξη που είχαμε όλοι συνεχίζαμε με πατάτες τηγανιτές, τυρί, ψωμάκι και τσιρομεζέδες για τους μπαμπάδες μας…

Μέσα στις ζεστές μέρες και λίγο πριν δύσει ο ήλιος κατέφθανε η «ποτιστήρα» – πυροσβεστική, ένα κοκκινωπό φορτηγό και κατάβρεχε τη διψασμένη άσφαλτο, δροσίζοντας τις μεγάλες γειτονιές.

Η παρουσία των νεαρών εφήβων και παλληκαριών που ιδρύσανε το ναυτικό όμιλο ήταν επίσης κάτι το εντυπωσιακό για μια μικρή πόλη. Τα θαυμάζαμε αυτά τα παιδιά, έδιναν με την παρουσία τους ζωντάνια στην πόλη, η λίμνη γίνονταν το πρώτο τους αγαπημένο άθλημα και μετά την δουλειά και το τεζιάκι τρέχανε στην προπόνηση.

Τι σχέση έχουν τώρα όλα αυτά με τα σημερινά πράγματα; Πόσο άλλαξε η ζωή!…

Το ποτάμι κυλά προς τα μπρος όλα όσα ζήσαμε βρίσκονται πλέον στο πατάρι των αναμνήσεων που επανέρχονται στη μνήμη που και που…

Πάντως εμείς είμασταν πολύ ευχαριστημένα μ΄ όλα αυτά…

Προηγούμενο Άρθρο

Πάτησε Καστοριά το νέο Honda Rebel 500 2021!

Επόμενο Άρθρο

Θερμά και ειλικρινά συγχαρητήρια για το «Φεστιβάλ Γράμμου» στο Δήμο Νεστορίου!

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ