Στα χρόνια της επανάστασης του 1821, 1822 και 1826… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Από το βιβλίο του Παντελή Τσαμίση, γυμνασιάρχη «Η Καστοριά και τα μνημεία της» (αφιερωμένο στις ιερές σκιές των αδελφών Παναγιώτη και Ιωάννη Εμμανουήλ ) μαθαίνουμε πως:

Ο Τοπάρχης της πόλης Μεχμέτ Μπέης με εντολή του Τούρκου αρχιστράτηγου Αβδούλ Αμπούντ, διέταξε την σύλληψη πολλών συμπολιτών και προκριτών, προσώπων εμπιστοσύνης και κύρους, τους οποίους μεταφέρανε σε φυλακές άλλων πόλεων μακριά από την Καστοριά.

Υπάρχουν πληροφορίες για τέσσερις αγωνιστές γεμάτους φλόγα και πατριωτισμό. Πρόκειται για τον Ιωάννη Παπαρέσκα – οπλαρχηγό – τον Γρεβενιώτη πρωτοσύγγελο Γρηγόριο, τον Παναγιώτη Ναούμ, καθώς και τον Ζαφειρίου (όλοι τους μέλη της επιτροπής που ορίσθηκε για τον επαναστατικό αγώνα της Νάουσας, από τον επικεφαλής Ζαφειράκη).

Στις 22 Φεβρουαρίου κοινωνήσανε των αχράντων μυστηρίων στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα της Νάουσας.

Ο Καστοριανός Παπαρέσκας είχε μυηθεί στους σκοπούς της φιλικής εταιρείας ήδη από το 1820. Επισκέπτονταν πολλές περιοχές της Μακεδονίας και σαν κατακτητής όσα γνώριζε τα μοιράζονταν με τους κατοίκους της. Ο ηρωϊσμός σημάδεψε τους 65 συμπολεμιστές του και τον ίδιο, οι οποίοι έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδας.

Στα χρόνια της μάχης του Μεσολογγίου, 9 με 10 Απριλίου 1826, βρέθηκε μέσα στους καπνούς, τα χαλάσματα και τα νεκρά παλληκάρια, ο συμπολίτης Καστοριανός Κωνσταντίνος Λιάνος. Τον είχε υποχρεώσει ένας μπέης να τον ακολουθήσει από την Καστοριά ως ιπποκόμος. Στο πλάνο αυτό της τετελεσμένης καταστροφής, ο Κων/νος Λιάνος βρήκε ανάμεσα στα εναπομείναντα κειμήλια, το σήμαντρο με το οποίο είχε κηδευτεί και ταφεί ο ήρωας Μάρκος Μπότσαρης. Το σήμαντρο «ταξίδεψε» ως την Καστοριά, με τρόπο που να μη κινεί υποψίες, την ώρα που σταυρός και εικόνες των Αγίων καίγονταν… και ψήνονταν κοκορέτσια απ΄την πλευρά των Οθωμανών. Ο Κ. Λιάνος το παρέδωσε με το που έφθασε στην Καστοριά στον Γεώργιο Μουτάφο και από εκείνον το παρέλαβε ο επίτροπος Μιχαήλ Μαχαιράς χρόνια μετά, αφού ο τόπος απελευθερώθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1912. Στην συνέχεια υπηρέτησαν εδώ Μεσολογγίτες στρατιώτες και το ζήτησαν εκ μέρους του Δημάρχου της πόλης τους και με εντολή του Σεβαστού Υπουργείου, το σήμαντρο επέστρεψε το 1926 μετά 100 χρόνια και πάλι στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα Μεσολογγίου.

΄Ισως στο μέλλον να υπάρχει πρόθεση από πλευράς του Δήμου και της Περιφέρειας να αποφασισθούν κοινές εκδηλώσεις σε Νάουσα και Μεσολόγγι.

Υ.Γ. Δεν ξεχνούμε και τους συμπολίτες μας Εβραίους, οι οποίοι στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής άφησαν την αγαπημένη τους πόλη στις 24 Μαρτίου 1944 για να χαθούν στα κρεματόρια…

«Αγαπημένη μου Τασίτσα όταν διαβάσεις αυτά τα λόγια δεν θα υπάρχω πια στη ζωή. Θα μ΄ έχει φάει η ξενιτιά. Χύσε για μένα ένα δάκρυ. ΄Αν ζω ή αν πεθάνω…», έγραφε η Ρεγγίνα Κοέν.

(Φωτο: Ελληνόπουλο – Ελαιογραφία – 1837 Δαμιανού Κυριαζή ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ – ΑΘΗΝΑ)

Προηγούμενο Άρθρο

Έξι Τράπεζες συμμετέχουν στο Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας

Επόμενο Άρθρο

fonikastorias.gr: Μηνύματα για την επέτειο της 25ης Μαρτίου και την συμπλήρωση φέτος 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, από τους βουλευτές του Νομού μας και εκπροσώπους των τοπικών μας αρχών

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ