Στα μαθητικά θρανία… και τις εξετάσεις … του 1932 (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

-Σήκου μπρε Τσιόλη, σήκου μπέτσκα μου, σήμερα θα σας δώκουν του ενδεικτικό, άϊντε μπρε… ένα κουντάρι ανέφκεν ου ήλιος, θα μπιτίσουν οι εξετάσεις, θα σφαλίσουν οι πόρτες του σκουλειού, κουνήσου μπρε, βάλε τα καλά σου τα στράνια, πιε του γάλα σου…

΄ Αϊντε μπρε διάβουλε γραμμένε… θε μου σχώρα με… είπεν η κυρά Φώταινα…

Ου Τσιόλης άκουγεν, αμά δεν άφκεν ούτε του ντιβάνι απού κοιμούνταν, ούτε την μάτσω του, μια γκριζόασπρη γατούλα με πράσινα μάτια, που κουλουριάζονταν στα ξυπόλυτα πόδια του και χουχούλιαζε, άσχετα αν εκείνα μοσχοβολούσαν…

Δεν είχεν καν όρεξη να πάνει στις εξετάσεις. Τούξερεν του «βιος του» κι ου δάσκαλός του, όσο κι αν δεν τον καρτερούσεν «με τη χρυσή τη βέργα» που ήλεγεν και του τραγούδι… ικείνος ήξερεν ότι πάλε θα έμενε στην ίδια τάξη…

  • Ισύ Τσιόλη μου τουν είχεν ειπεί, πρίμι λίγες μέρες, πάλι τσιούτσι θα απουμείκεις. Αμπρέ τρεις χρόνους στην ίδια τάξη; Δεν μπεζέρισες;

Ου Τσιόλης όμως είχεν άλλους σκοπούς, ήθελεν να πάνει στου τεζιάκι δίπλα στον αδαρφό του τουν Νούμτσιε και να μάθει να ξεδιαλέγει τους χουρδάδες και να ξεχουρίζει τα κουματσούλια της γούνας σε σκούρα, καζανίσια, καφέ ή άσπρα σαν του χιόνι, μερικές φουρές και γκρίζα σαν τη ράχη της γάτας του, απού την ουνόμασεν ου τετραπέρατος «Ραμόνα» όντας ου θειός του ου Αναστάσης σαν γύρισεν απού την Αμέρικα, ήφερεν ένα γραμμόφουνο και κάτι τρανούς δίσκους με τραγούδια αλλοιώτικα απού τα δικά μας. Ανάμεσά τους και η Ραμόνα που το όνομά της ταίριαζε στη χαδιάρα γατούλα του.

΄Ανοιξη , Καστοριά στα 1932

Του σκουλειό βρίσκουνταν στην Χριαστιανική μεριά κοντά στην Εβραϊκή κοινότητα και εκείνη την γιορτινή μέρα, τα μικρά μαθητούδια φορώντας τα καλά τους περίμεναν καθισμένα στα σκουρόχρωμα θρανία να ξεκινήσουν οι εξετάσεις… Σε παλιότερα χρόνια όμως στην εκδήλωση παρευρίσκονταν και ο Μητροπολίτης, οι δωρητές και οι γονείς των παιδιών…

΄Επαιρνε αρκετή ώρα αυτή η διαδικασία, διότι έπρεπε όλα τα παιδιά να διαβάσουνε αποσπάσματα από το αναγνωστικό, για να βαθμολογούν οι δάσκαλοι την ευχέρεια στο λόγο. ΄Όταν επρόκειτο για το μάθημα των μαθηματικών, τα παιδιά έπρεπε να σηκωθούν στον μαυροπίνακα, να λύσουν τα προβλήματα που οι εκπαιδευτικοί εκείνων των καιρών είχαν επιλέξει.

Υπήρχαν και ποιήματα και τραγούδια πατριωτικά, οπότε το κάθε παιδί, κορίτσι ή αγόρι είχε μάθει λίγες μέρες πριν.

Η δεκάχρονη Βασιλικούλα- Κούλα του Κουκούλη- αητός σ΄ αυτά, τα έπαιρνε με το πρώτο. Στον κήπο του σπιτιού της, από μόνη της ασχολούνταν με την κηπουρική, φύτευε σειρές σειρές σκορδούλια, κρουμμυδούλια σαν νάναι στρατιωτάκια και με απόσταση δέκα εκατοστών το ένα με το άλλο. Σε δυο γλάστρες είχε τον μαϊδανό, το σέλινο, ποτίζοντάς τα καθημερινά και σιγοτραγουδώντας το ποίημα που είχε για τις εξετάσεις.

΄Ένα λούλουδο κρυμμένο

μέσα στ΄ άλλα τα πολλά

ντροπαλό και μυρισμένο

Θεέ μου πως μοσχοβολά

΄Εχει του ουρανού το χρώμα

και θυμίζει ουρανό

και προβάλλει από το χώμα

το καημένο ταπεινό…

το καημένο ταπεινό…

Τη μέρα των εξετάσεων φόρεσε το γιορτινό και ταφταδένιο αμερικάνικο φόρεμα, σταλμένο με δέμα από τον πατέρα της γουνεργάτη στη Νέα Υόρκη, ένα φουστανάκι με φαρμπαλάδες που φθάναν ως το γόνατο. Φόρεσε τα καφετιά μποτίνια της, χτένισε τα πυκνά σγουρά μαλλιά της και κίνησε για το σχολείο , περνώντας από το σπίτι της Τρυγωνίτσας.

Καθόντουσαν πάντα η μια δίπλα στην άλλη, στο ίδιο θρανίο, κι αποτελούσαν ένα μοναδικό ντουέτο, που τα καλοκαίρια τριγυρίζανε όλες τις μακρινές γειτονιές της πόλης, κάνοντας τις δικές τους έρευνες – σαν τουρίστριες – επιστρέφοντας πάντα στην δική τους γειτονιά της Μητρόπολης ακριβώς κάτω από το καμπαναριό.

Αν αυτά τα κορίτσια είχαν γεννηθεί τουλάχιστον τριάντα χρόνια μετά, ίσως νάχαν πάρει και το δρόμο των γραμμάτων, αλλά οι καιροί τότε που μεγαλώνανε ήτανε με δυσκολίες και ξενητιές και ήλθαν απανωτά ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο εμφύλιος με σπαραγμούς και πένθη. Η ζωή κούτσα κούτσα προχωρούσε κι εκείνες μεγαλώνοντας κεντούσανε τα προικιά τους, περιμένοντας τους προξενητάδες να βάλουνε οπωσδήποτε το χεράκι τους…

Πολλά χρόνια αργότερα σε εποχές που η ιστορία είχε αλλάξει σελίδα η Κούλα- Βασιλικούλα κι ο Τσιόλης ανταμώσανε σ΄ ένα καλοκαιρινό τραπέζωμα, με συμπεθέρια, ξενητεμένους, αδερφές και σόγια, καθώς και νέα βλαστάρια, απολαμβάνοντας μια καλοκαιρινή μέρα με το απαλό αεράκι τον «καλοχτένη» να χτενίζει τα νερά της λίμνης.

Τα γκρίζα μαλλιά, οι ρυτίδες και οι αλλαγές που έφερε ο χρόνος , δεν εμπόδισε καθόλου να θυμηθούνε κάτι απ΄ τα παλιά και ιδίως τα μαθητικά τους χρόνια…

-Εεε Κούλα… είπεν γελώντας ο Τσιόλης… ανθυμιέσαι απού είμουστουν τότες μαζί στου πρώτο του σκουλειό; Είμουστουν κουντά κουντά στα θρανία μας… και τότε εκείνη σοβαρή σοβαρή απουκρίθηκεν «απόμκες τσιούτσι, και σε πρόφτακα…»

Στο βιβλίο του με τίτλο «Καστοριανές εικόνες» του Μουσικοφιλολογικού συλλόγου «Αρμονία», ο δάσκαλος Λουκάς Σιάνος αναφέρει τα παρακάτω…

«Λίγα ήταν τα παιδιά που γυρνούσαν στο σπίτι με βουρκωμένα τα μάτια από τα πολλά δάκρυα και το κλάμα τους. Ήταν αυτά που δεν πήραν ενδεικτικό κι έμειναν στάσιμοι, ή όπως έλεγαν τότε … τσιούτσι. Το κλάμα τους όμως αυτό ήταν της ημέρας, παροδικό, γιατί με τα παιχνίδια που άρχιζαν, όλα ξεχνιούνταν…

΄Ένα από τα δημοφιλή παιχνίδα του καλοκαιριού ήταν να πιάσουν μπούμπανους… Η πρώτη δουλειά των παιδιών ήταν να ιδούν αν είχαν μύτη άσπρη ή μαύρη. Η μαύρη μύτη σήμαινε κίνδυνο και το πιάσιμό τους είχε άσχημα επακόλουθα. Τον μπούμπανο με άσπρη μύτη τον έδεναν με μια κλωστή από το πόδι και τον φύλαγαν σε ένα κουτί από σπίρτα. ΄Όταν τον άφηναν για να πετάξει έδεναν ένα σπίρτο ή ένα ελαφρύ ξυλάκι στην άκρη της κλωστής για να περιορίσουν έτσι τη δυνατότητα να πετάξει μακριά και να απελευθερωθεί…»

Σ΄ ευχαριστούμε δάσκαλε…

Προηγούμενο Άρθρο

Με Κώστα Αγέρη και Ρία Ελληνίδου επιστρέφει το 3ο Black Mountain Festival!

Επόμενο Άρθρο

Εκδήλωση παρουσίασης βιβλίου στην αυλή του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα Καστοριάς

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ