Σε μια πόλη… μαγική (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

 

1957, Σεπτέμβρης… λίγο πριν ανοίξουνε τα σχολεία… τελευταίες μέρες του καλοκαιριού… γλυκές και δροσερές μαζί, και ένας σιωπηλός αποχαιρετισμός συνέβαινε ανάμεσα στις δυο εποχές… η μια χάριζε τις τελευταίες… ζεστές της αχτίνες, η άλλη έφερνε κιτρινόχρωμα φύλλα, ψιλή βροχούλα… και χελιδόνια αραδιασμένα στα καλώδια του ηλεκτρισμού να περιμένουνε την τελεσίδικη απόφαση… και να κινήσουνε για το μεγάλο ταξίδι προς το ζεστό νότο…

Καστοριά, Σεπτέμβρης , 1957… και ένα τσούρμο κόσμος, έκοβε εισιτήρια στα γραφεία του ΚΤΕΛ , μπροστά στον εύσωμο τροχονόμο τον Αντώνη, που έστεκε από το πρωϊ στο σταυροδρόμι για να επιλύει προβλήματα  και να εξυπηρετεί αυτοκίνητα και οδηγούς… Μέσα στο πλάνο αυτό και μεις μικρά παιδιά, πανέτοιμα για το ταξίδι , από Καστοριά για Θεσσαλονίκη διάρκειας 4,30 ώρες βαριά 5…

΄Όλα έτοιμα , βαλίτσες, η τσάντα με τα κουλουράκια και την πίττα, οι ομπρέλες καλού κακού, και τα ζακετάκια μας… Το πράσινο λεωφορείο φόρτωνε τις αποσκευές , και κινούσε για την πόλη του Θερμαϊκού… με τον λευκό της Πύργο, τα πλοία στο λιμάνι, και την πολύβουη αγορά της… χαλάλι λοιπόν όλα αυτά… κι αν στη διάρκεια της διαδρομής… μας «πείραζαν» οι στροφές και φτάναμε ταλαιπωρημένα… -εύκολα ξεχνούν τα παιδιά τα δύσκολα- τελικά… φτάναμε στην μεγάλη πόλη, με τους φαρδείς δρόμους, την συνεχή κίνηση, με τα αστικά λεωφορεία και τα τραμ, τα κεντρικά εστιατόρια, και τα καταστήματα με τα φανταχτερά ρούχα, τα παπούτσια και τα παιχνίδια…

΄Απληστα τα παιδικά μάτια,… πειρατές μικρών διαστάσεων, να λιγουρευόμαστε τα πάντα, να τα θέλουμε όλα … τώρα…

Μα πρώτα απ΄όλα στάση και διανυκτέρευση στο ξενοδοχείον ΗΛΥΣΙΑ , στην πλατεία Κολόμβου, κι ύστερα… θάχαμε το χρόνο να κάνουμε βόλτες, και να φθάσουμε στην 25η Διεθνή ΄Εκθεση, και να πάρουμε ένα ένα τα περίπτερα, για να δούμε την πρόοδο των ξένων χωρών και τα προϊόντα που πλασάρανε στον τόπο μας, κυρίως τρακτέρ, κι άλλα πολλά για την ελληνική αγροτική οικογένεια…

Σεπτέμβρης του ΄57… και «φούστα κλαρωτή» και έτοιμοι όλοι οικογενειακώς, για το θερινό σινεμά… να δούμε την ταινία «λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο»,… όπου ταλαίπωροι ρωμιοί και τσιγγάνοι – μαθημένοι κι οι δυο μια ζωή στα δύσκολα- συνυπάρχουν κι η λατέρνα τους δίνει τον επιούσιον… και την ελπίδα για την επόμενη μέρα…

Πρωϊ της επόμενης μέρας, και πέρασμα από το γαλακτοπωλείο, που βρίσκεται στο διπλανό στενό, με ζεστές μπουγάτσες, τυρόπιττες, φρέσκο ψωμί με πρόβειο βούτυρο και χύμα μέλι,… κι ένα ποτήρι ζεστό γάλα… κι αφού –φάγαμαν και ήπιαμαν- πούλεγε ο θείος Αναστάσης… έτοιμοι για την βόλτα στην αγορά… και πρώτα πρώτα… στο κατάστημα παιχνιδιών… γεμάτο κούκλες ξανθές και καστανομάτες, κουρδιστά αυτοκινητάκια, κρεββατάκια, και βαρκούλες… Οι ακούραστες μαμάδες… μας σέρνανε στην κυριολεξία μετά από όλα αυτά… στα δικά τους στέκια- καταστήματα Λαμπρόπουλοι- Φωκάς- Κατράντζος, κι ότι άλλο είχε βάλει το θηλυκό τους μάτι, για να το τσεκάρουνε…

… ώρα 1 το μεσημέρι… κι όλοι μαζί στο μεγάλο παραλιακό εστιατόριο ΄Ολυμπος-Νάουσα… με τα βιενέζικα καθίσματα και το ποιοτικό φαγητό… με τις ζεστές σπιτικές σούπες, τα γεμιστά, και τα πολίτικα κεφτεδάκια… με κόσμο εκλεκτό και ανθρώπινες φιγούρες βγαλμένες λες από κινηματογραφικά φίλμ τύπου Αγγελόπουλου, πρόσωπα αμίλητα, σιωπηλά, καλοντυμένα, μοναχικά, σκυμμένα στο μενού, αδιαφορώντας για την δική μας περιέργεια, που «ταξίδευε» από τραπέζι σε τραπέζι… προσπαθώντας να μαντέψει τις καθημερινές τους έγνοιες…

 Από τα μεγάλα ανοικτά παράθυρα του εστιατορίου αγναντεύαμε την κυμματισμένη θάλασσα με τα πλοιαράκια που κάνανε τα καθημερινά τους δρομολόγια… λιμάνι-καραμπουρνάκι..-μπαξέ τσιφλίκι-… Ακολουθούσε λιγόωρη ξεκούραση στα δωμάτια του ξεν. Ηλύσια με τις στριφογυριστές σκάλες, τα τεράστια δωμάτια… ε…μας τσίμπαγε τη νύχτα και κανένας κοριός… που μπαινόβγαινε στα στρώματά μας… κι ύστερα και πάλι στη διεθνή έκθεση για να παρακολουθήσουμε το υπερθέαμα, με τις αμερικάνικες παγοδρομίες…, με τους καταπληκτικούς –αθλητές- χορευτές και τις χορεύτριες, να τρέχουνε στο παγωμένο δάπεδο… να κινούνται σαν μαγικές φιγούρες του παραμυθιού…που βγαίναν από κάποιο παιδικό βιβλίο… αποκτώντας ζωντάνια… κίνηση…ζωή… κι εδώ ήταν η πόλη, όπου όλα αποκτούσανε μια άλλη διάσταση… κι όλα φαίνονταν υπαρκτά, εδώ βρισκόμασταν σ΄ έναν κήπο, μαγικό, γεμάτο απρόοπτα και εκπλήξεις, με μυστικές γωνιές, και «ασώματη τη κεφαλή», τη μοτοσυκλέτα που κάνει το γύρο του θανάτου, το κατάστημα υφαντίδης απ ΄ όπου θα ψωνίζαμε τα χειμωνιάτικα παντοφλάκια… μαγικά κι αυτά…

Τελευταία μέρα… και τότε έρχονταν η ώρα για να ψωνίσουμε και κάποια τετράδια, μολύβια, σβήστρες, και τα παραμύθια που μας έβγαζαν από το γνώριμο σκηνικό, στο βιβλιοπωλείο και στο κατάστημα παιχνιδιών… υπήρχαν τα καλύτερα… εργαλεία προς εκπαίδευσιν…και διάπλασιν των παιδιών…

Οφείλουμε στη Θεσσαλονίκη ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα αυτά… Εκείνη άνοιγε τις πύλες της διεθνούς έκθεσης και μεις μπαινοβγαίναμε , στους δρόμους της φτωχομάνας πόλης… αυτής που βγάζει τα καλύτερα παιδιά…και νάσου…τότε να βλέπεις τόσα και τόσα παιδιά… να κάνουνε την πρώτη τους απόδραση, συναντώντας τον κόσμο της φαντασίας και του παραμυθιού… να νοιώθεις σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, να αναζητάς στο δάσος τους εφτά νάνους και τη χιονάτη, να βρίσκεσαι μπροστά στην κοιμωμένη βασιλοπούλα, και το γεναίο πρίγκηπα που μ΄ ένα φιλί την ξαναφέρνει στη ζωή… να κάνεις βόλτα, στο εργαστήρι που ο γέρο τεχνίτης μαστορεύει τον Πινόκιο, τα ξύλινα ταμπούρλα, τα μολυβένια στρατιωτάκια, κι η νεράϊδα του δάσους, με την μπαλαρίνα και την καλή μάγισσα να … δίνουν δεύτερες ευκαιρίες, για να καλυτερέψουνε οι ταπεινοί ήρωες τη ζωή τους.

Να συναντάς τον Ρομπέν των δασών… με την Μάριον, να κάνουν όρκο για τη δύναμη του Στέμματος και τον Ριχάρδο τον λεοντόκαρδο κι όλος ο ταπεινόκοσμος να τους θυμάται… εφ΄ όρου ζωής…

Αυτά , κι αυτά διαβάζαμε στα κλασικά εικονογραφημένα, καθώς επιστρέφαμε με το λεωφορείο της γραμμής… μέσω Πέλλας-΄Εδεσσας, Αμυνταίου και Λεχόβου… και παρά τη ζαλάδα…λόγω στροφών…μαθαίναμε… όσα μπορούσαμε… καθ΄ οδόν… και να ακόμη μια μικρή ιστορία… μας έκανε ν΄ απορήσουμε για λίγο… «εφτά με ένα χτύπημα;» … μύγες εννοείται…  αλλά όταν κάποιος το γράφει στη ζώνη του , υπάρχει … και…  κάποιος που αναρωτιέται… και τότε σε υπολογίζει αλλοιώς , όπως το λέει ο σοφός λαός «μη δεις ψηλό και φοβηθείς, κοντό και ξεθαρρέψεις…»

Θεσσαλονίκη 2019

Κι ύστερα… κι ύστερα από 62 συναπτά έτη… να «επιστρέφεις» και νάχεις ακόμη τη μυρωδιά του παστουρμά, της φρέσκιας μπουγάτσας,… του πρωϊνού πατσά…, να βρίσκεις μια πατρίδα και μια Θεσσαλονίκη φλεγόμενη, να καίγεσαι… να κάνεις μ  όλους τους καμμένους βουτιά απόγνωσης στα φουρτουνιασμένα νερά…της πολύπαθης ελληνικής θάλασσας… δίπλα στο θερμαϊκό …στην 84η Δ.Ε.Θ. όπου ο τροβαδούρος του 73… μιλούσε για «λόγους επισήμων στο κενό…» και όλοι εμείς να διαβαίνουμε λέει… τα 40 κύματα … να παλεύουμε νυχθημερόν μ΄ όλους τους λαούς της Μεσογείου… ενάντια στους νέους Σταυροφόρους ή σταυρωτήδες  5ης περιόδου… που κατεβήκανε πάλι στο νότο και τη μεγάλη θάλασσα που ενώνει λαούς και πολιτισμούς αιώνων… σπέρνοντας πανικό, διαλύοντας κάθε τι ζωντανό, σκορπίζοντας φόβο, κάνοντας γιουρούσι, ψάχνοντας όπως παλιά για λάφυρα, θησαυρούς, αγάλματα, κίονες,… κι άγιο δισκοπότηρο… σε άγιους τόπους όπου … ακόμη ανθεί η ιδέα… του ωραίου του μεγάλου και του αληθινού…- σε καιρούς ύπουλους-…

Κι ο ποιητής να μονολογεί… διαχρονικά.

«Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;

Τι κάθονται   οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι συγκλητικοί;

Οι βάρβαροι …σαν έλθουν… θα νομοθετήσουν.»

Κων/νου Καβάφη «Περιμένοντας τους Βαρβάρους»

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Προηγούμενο Άρθρο

ΕΠΑΛ Καστοριάς – Εκτυπωτής Σοκολάτας – Νεανική Επιχειρηματικότητα

Επόμενο Άρθρο

Συνελήφθη 44χρονος ημεδαπός για καλλιέργεια 8 δενδρυλλίων κάνναβης, σε περιοχή της Καστοριάς

Τελευταία από Παράδοση