Σαν σήμερα πρίν από 67 χρόνια! «Οδοιπορικό» εξερεύνησης της Σπηλιάς του «Δράκου» από ομάδα συμπολιτών μας στις 2 Ιουνίου του 1954 («Φωνή της Καστοριάς» αρ. φυλ. 422/20-6-1954) – [Ιστορικές φωτογραφίες!]

΄Ηταν 2 Ιουνίου του 1954, όταν αποφάσισε μια ομάδα από τους συμπολίτες μας: Γ. Ιατρού, συντάκτη τότε και μετέπειτα Εκδότη και Δ/ντή της «ΦΩΝΗΣ», Δημ. Γιαννούση, Κων/νο Μπάκαρη, Παν. Εφόπουλο (φωτογράφο), Γεώργ. Σαββάκη, Αλκ. Πανταζή και Ν. Καϊτέρη, να εξερευνήσουν την σπηλιά των θρύλων και των παραμυθιών, που βρίσκεται κοντά στο εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου, λίγο πριν την Μαυριώτισσα.

Γράφει λοιπόν ο Δημ. Γιαννούσης στο υπ΄ αριθμ. Φύλ. 422/ 20-6-1954 της εφημερίδας «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ»: «Εκεί που σώνεται η δενδροστοιχία των πλατανιών της Μύτκας κι αριστερά απ΄ τα΄ ακρογυάλι, σε ύψος πέντ΄ έξη μέτρων από τον δρόμο, υπάρχει ένα άνοιγμα μικρό, χαμένο στα βάτα και την πρασινισμένη χλόη. Πάνω του ένας στέρεος βράχος χαμηλώνει κλιμακωτά απ΄ το βουνό προς την ακρολιμνιά. Τι να κρύβει άραγε στα σωθικά του ο πέτρινος γίγας; Ποιο μυστήριο να βασιλεύει στα κατασκότεινα άδεια λαγούμια του; Η περιέργεια νικά τον φόβο και το θέλγητρο του αναγνώστη σκορπάει τους δισταγμούς…

Μπήκαν κι άλλοι, μπήκαν και νεαρά παιδιά, μπήκε κι ένας ειδικός ξένος επιστήμονας, μα κανένας δεν αποφάσισε ότι σχεδίασε η ομάδα της 2 Ιουνίου.

Μπαίνοντας είχαμε την απόφαση να προχωρήσουμε όσο παίρνει πιο βαθιά, να φωτογραφίσουμε το μαγικό περιβάλλον, να περιγράψουμε το σπήλαιο και να γνωστοποιήσουμε σ΄ όλον τον κόσμο το μυθικό διάκοσμο, τη μυστηριακή ομορφιά του. Τ΄ απομεσήμερο λοιπόν της 2 Ιουνίου ένας ένας έρποντας και με όλες τις δυνατές προφυλάξεις συρθήκαμε στο πρώτο διάδρομο που ακολουθεί απ΄ το στόμιο ως την αρχή της κάπως ευρύτερης στοάς. Στα μάτια μας προβάλλει μια σωστή φαντασμαγορία. Καθώς το απαλό φεγγοβόλημα της μέρας αδυνατίζει γρήγορα, ανάβουν οι ηλεκτρικοί μας φακοί. Λογχίζοντας το πυκνό – το απόλυτο σκοτάδι, οι δέσμες των φακών γλύφουν το μονοπάτι, φωτίζουν αμυδρά τις μαύρες χαίνουσες τρύπες, ξανοίγουν στην όραση μας την οροφή της σήραγγας, μια οροφή που λες είναι στερεοποιημένος αγαλματένιος αφρός κι οδηγούν την μικρή ομάδα των τολμηρών ερασιτεχνών σπηλαιολόγων όλο και πιο μακρυά από την αφετηρία, όλο και πιο βαθιά προς τα έγκατα…

Το θέαμα αλλάζει γρήγορα τις πιο απίθανες εικόνες που και η πιο δυνατή φαντασία δεν μπορούσε να συλλάβει. Να, εδώ, απ΄ το δεξιό άνοιγμα μια μεγάλη θολωτή τρύπα που μοιάζει σαν δωμάτιο. Ανεβαίνουμε στους βράχους. Στρίβουμε δεξιά. Μπροστά μας μια τεράστια πέτρα κοφτερή σαν ανάποδο τσεκούρι με την κόψη προς τα πάνω εμποδίζει το πέρασμα. Κοντανασαίνουμε! Μια στιγμή και μας συνεπαίρνει το μυστήριο του τρομερά απροσδιόριστου μεγαλείου. Οι δέσμες του φωτός στρέφονται παντού. Κάτω μας δεξιά κι αριστερά καθώς έχουμε καβαλήσει την κοφτερή πέτρα τι είναι; Μάταια τα αδύναμα φανάρια μας στέλνουν το ψυχρό τους φως. Σκύβουμε και διακρίνουμε άσπρους σταλαγμίτες σαν αγαλματένιες φραγκοσυκιές, σαν τροπικούς κάκτους, σαν πέτρινα μπουμπουκιασμένα κρίνα. Μια ακινησία που βαραίνει στην όραση, που κάνει την καρδιά να γοργοκτυπά… Μια ντουζίνα μάτια άδικα προσπαθεί να καθορίσει το βάθος. Η ψευδαίσθηση οφθαλμαπάτη. Το νερό εκλαμβάνεται για αέρας, το νερό της λίμνης που έχουμε δεξιά μας με την κρυσταλλένια διαφάνειά του με την ακύμαντη και πεντακάθαρη επιφάνειά του… Μια σταγόνα από κάποιον σταλαχτίτη που σαν κλεψύδρα γλυστράει ανάλαφρα και πέφτει στο νερό, μας γεμίζει ένα δέος τις ψυχές.

  • Προσοχή παιδιά μην πέσουμε στα νερά!…

Ωστόσο αντλούμε καινούρια θέληση απ΄ το είναι μας και προχωρούμε. Το βάδισμα ή μάλλον το σύρσιμο γίνεται πιο βασανιστικό, πιο αγωνιώδες. Το τούνελ ακολουθώντας το σχήμα ενός τετράγωνου βράχου, σέρνεται φιδίσια όλο δεξιά μ΄ ανωφεριές και κατωφεριές, αλλού στενεύει τόσο που μόλις το περνάς σερνόμενος κι αλλού φαρδαίνει, τετραγωνίζεται, ψηλώνει, ανοίγει κι αποκαλύπτει καινούριες μυθικές αίθουσες, νέες λιμνούλες με γάργαρα κρυσταλλένια νερά που δεν τα νιώθεις με τις κοινές αισθήσεις αλλά από ένστικτο. Κι όλη η διαδρομή γίνεται μέσα σ΄ ένα λαγούμι κατάλευκο, τόσο λευκό, όσο μαύρο και πηχτό είναι το σκοτάδι που δεν μπορούν να σκορπίσουν οι αδύναμοι φακοί μας.

Γιρλάντες, σχήματα τερατώδη, αιχμηρές κατάλευκες χαίτες, διάστικτη οροφή από χιλιάδες σταλακτίτες σαν άσπρα σβηστά σπερματσέτα συνθέτουν ένα σύνολο εικόνων, που και να το ονειρευτεί δεν θα μπορούσε κανείς. Στεκόμαστε βουβοί μπροστά στο μεγαλείο της τρίτης λίμνης που σχηματίζεται σε μια γιγαντιαία κοιλότητα αλληλοκρατούμενων βράχων. Στο βυθό πεσμένοι κατάλευκοι σταλακτίτες, ποιος ξέρει για πόσες χιλιάδες χρόνια αργολυκνούν σακατεμένοι κει δα από κάποιο ξεθεμέλιωμα, από κανέναν τρομερό πλουτονικό συνταραγμό.

΄Ενας – δύο φακοί παθαίνουν μικροβλάβες και μας σβύνουν. Ξέρετε τι σημαίνει σβήσιμο; Σωστός – σίγουρος – αναπόφευκτος χαμός! Ο ένας είναι αδύνατον να προσφέρει ανθρώπινη βοήθεια στον άλλο.

Μ΄ όλα ταύτα, τα βέλη που αντικρύζουμε δεξιά μας, μισοσβησμένα από την κιμωλία μας δείχνουν ότι ο κ. Λίτμπεργκ, πέρασε από δω! Εμείς πρέπει να τον ξεπεράσουμε! Αρχίζουμε ν΄ανεβαίνουμε ελαφρά και να στρίβουμε λοξά δεξιά με τρόπο που αν σχημάτιζες την πορεία μας με βέλος, έξω στην επιφάνεια του βουνού θα έβρισκες την κατεύθυνση της Στάρα – Ρέκας Φωτεινής. ΄Υστερα από λίγα μέτρα και στη βάση ενός μεγάλου ανοίγματος, το τούνελ σταματάει και ξανοίγει μπροστά μας μια τεράστια αίθουσα μεγάλη και ψηλή σαν το «Παλλάδιο». Η βάση της είναι λίμνη πεντακάθαρη με λασπώδη βυθό. Στα κράσπεδα υψώνονται σαν βάθρα τεράστιες λευκές πέτρες σχηματισμένες από άλατα νερού. Απειράριθμοι σταλακτίτες κρέμονται σαν οπώρες από την οροφή δίνοντας την εικόνα πολυτελέστατων και καλοδουλεμένων πολυελαίων. Το σύνολο είναι τρομακτικά μεγαλοπρεπές. Ωραιότερο θέαμα δεν είδαν τα μάτια μας!… Αναμφίβολα είναι το ωραιότερο και εξαισιώτερο σημείο της διαδρομής. Μονάχα το αντίκρυσμα αυτής της παραμυθένιας αίθουσας άξιζε ο κόπος κι ο κίνδυνος. Το βάθος είναι 120 μέτρα!… Βασιλεύει η απόλυτη σιγή. Για μια στιγμή σβήνουμε τους φακούς για να δουλέψει η φωτογραφική μηχανή με το φλας. Γύρω μας κι από παντού μας ζώνει το σκοτάδι κι άλλο δεν ακούμε εξόν από τους χτύπους των καρδιών μας, Τη λίμνη τη διαβαίνει ο κ . Ιατρού κι ακολουθώ εγώ. Το βάθος ποικίλει αλλά ο πυθμένας δεν μου φαίνεται και στέρεος. Το αριστερό πόδι βυθίζεται αργά αλλά σταθερά σαν σε ρουφήχτρα. Ξεμακραίνουμε από τους άλλους και ύστερα από μικρή ανάβαση προβάλλει η τελευταία λίμνη σε μια μικρότερη αίθουσα, αδιαπέραστη σε βάθος και κατώτερη σε γραφικότητα και ομορφιά. Στεκόμαστε λιγάκι βουβοί, κοιτάμε τα ρολόγια μας, νιώθουμε τον αέρα φτωχότερο σε οξυγόνο, ώρα να γυρίσουμε…».

Συμπληρωματικά ο τότε συντάκτης της «ΦΩΝΗΣ» αείμνηστος Γιώργος Ιατρού, σε σχόλιό του για την Σπηλιά του «ΔΡΑΚΟΥ» και στο υπ΄αριθμ. Φύλ. 563/17.3.1957 της «ΦΩΝΗΣ» αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι «…πρώτοι οι οποίοι επεχείρησαν να την εξερευνήσουν, ήταν ο Σουηδός βιοσπηλαιολόγος Λίντμπεργκ με τον Δημ. Σύμβουλο συμπολίτη μας κ. Γ. Μάνθο κατά τα τέλη Μαϊου του 1954. Αυτοί μπήκαν σε βάθος 120 περίπου μέτρων…». Στην συνέχεια αναφέρει το πώς προχώρησαν, ο ίδιος με τον Δημ. Γιαννούση άλλα 50-60 μέτρα (δηλ. σύνολο διαδρομής εξερεύνησης 170-180 μέτρα) για να βρεθούν μπροστά σε τέταρτη λίμνη, επιμήκη και πολύ μεγαλύτερη από την τρίτη, αλλά επειδή δεν είχαν ούτε βάρκες, ούτε και άλλο μέσο για να την περάσουν και επειδή είχε νυχτώσει, πήραν τον δρόμο της επιστροφής και βγήκαν από την Σπηλιά σχεδόν νύχτα και κατάχλωμοι, όπως περιγράφει.

Και συνεχίζει : «…Αλλά η Σπηλιά δεν καταλήγει ως εκεί προχωρεί και πιο πέρα, άγνωστον ως που. Αυτό τουλάχιστον διαπίστωσε η ομάδα του Σπηλαιολογικού τμήματος, όπως έλεγαν ότι είναι του Ε.Ο.Σ. Αθηνών η οποία στις 15 και 16 Αυγούστου 1955 μπήκε στην Σπηλιά με βάρκες και λοιπά μέσα, έφθασε σε βάθος 302 μέτρων και έκαμε την πρώτη χαρτογράφησή της». Και καταλήγει στο τότε σχόλιό του ο Γιώργος Ιατρού «δίκια συνεπώς έχομε την γνώμη ότι πρέπει ο Ε.Ο.Τ. και οι λοιποί αρμόδιοι να ενδιαφερθούν για την τουριστική της αξιοποίηση. Να φροντίσουν για την συστηματική της εξερεύνηση κατ΄ αρχήν από ειδικούς σπηλαιολόγους, εν συνεχεία δε και σε συνεργασία με τον Δήμο Καστοριάς, για την διαπλαντική διάνοιξη της εισόδου της στην αρχή και ύστερα για την κατασκευή διευκολυντικών σκαλιών στη διαδρομή της και για τον ηλεκτροφωτισμό της, ώστε ν΄ αποβεί ένα σπάνιο τουριστικό άντρο, που θα συγκεντρώνει χιλιάδες τουρίστες ΄Ελληνες και ξένους. Ας το ελπίσομε λοιπόν».

Επιμέλεια Στέργιος Γ. Ιατρού

 

Μέσα στη Σπηλιά του «ΔΡΑΚΟΥ»

Από αριστερά πρός τα δεξιά οι: Δημ. Γιαννούσης, Κων/νος Μπάκαρης, Γεώργ. Ιατρού & Αλκ. Πανταζής

Από αριστερά πρός τα δεξιά οι: Ν. Καϊτέρης, Αλκ. Πανταζής, Κων/νος Μπάκαρης,

Γεώργ. Ιατρού και Δημ. Γιαννούσης.

Ο Γεώργ. Ιατρού και πίσω του ο Δημ. Γιαννούσης

Ο Δημ. Γιαννούσης

(Οι φωτογραφίες είναι από το Αρχείο του Γιώργου Ιατρού και τις τράβηξε ο φωτογράφος τότε Παν. Εφόπουλος που συμμετείχε στην εξερευνητκή ομάδα, το μόνο εν ζωή μέλος της σήμερα).

Προηγούμενο Άρθρο

Εκδήλωση γνωριμίας με το μπάσκετ από την Ε.Ο.Κ. με την συμμετοχή του Α.Σ. Καστοριάς

Επόμενο Άρθρο

Συνάντηση εργασίας στα γραφεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καστοριάς

Τελευταία από Τοπικά Νέα