Σαν παραμύθι…(Γράφει η Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

Το καλοκαίρι του 5.500 π.χ. είναι πια μακρινό για τα ανθρώπινα δεδομένα, φυλαγμένο όμως μεσ΄ στην αχλύ του χρόνου… κι αν λογαριάσουμε και τα 2019 που έχουμε μετά Χριστόν, βρίσκουμε πως περάσανε 7519 καλοκαίρια από τότε που οι παλαιοί κάτοικοι του οικισμού , ζούσανε κοντά στη λίμνη ψαρεύοντας, κυνηγώντας, κτίζοντας και πλάθοντας τα κεραμεικά τους, κι ανακαλύπτοντας σε βάθος χρόνου, νέους τρόπους για την επιβίωση και τη βελτίωση της ζωής τους.

Η επιστημονική έρευνα έφερε και φέρνει συνεχώς στο φως, πληροφορίες για ένα χωριό επτά μόλις χιλιόμετρα από την Καστοριά, όπου τα  μέλη του ζούσανε με τα αγαθά τους και τον κόπο τους. Από την κλειδαρότρυπα του χρόνου, με την άδειά τους, σαν καλοπροαίρετοι επισκέπτες ρίχνουμε τη ματιά μας ολόγυρα, στις καλύβες τους, τα μονόξυλά τους, τα χωραφάκια, και τα γεννήματα της γης, να ζήσουμε λιγάκι κοντά τους, να μάθουμε για τις καλοκαιρινές τους φροντίδες, καθώς σιγά σιγά «έκλεινε» πια ο κύκλος των ζεστών ημερών… και θα άλλαζαν πολλά… με τον ερχομό του φθινοπώρου.

Ο Μόε από τις πρώτες κιόλας ώρες της καλοκαιρίας βάλανε σκοπό μαζί με τον Κόα και τον Άουτα , να χτίσουνε κοντά στη καλύβα τους μια νέα, πιο μεγάλη με δίρριχτη στέγη, για να βολευτούν όλοι τους καλύτερα, με τις γυναίκες που γεννοβόλησαν ήδη πέντε νέα μωρά, μέσα στο ζεστό καιρό… Είναι και οι μεγάλοι- κάμποσα φεγγάρια σε ηλικία που γεράζουνε μέρα με τη μέρα… Λίγες μέρες πριν πεθάνανε κι οι δύο μεγάλες γυναίκες κι ένας ακόμη μεγάλος άντρας ύστερα από δυνατούς πόνους που κράτησαν δύο μερόνυχτα από τα τσιμπήματα των φιδιών…

Οι τρείς νέοι άντρες και συγκάτοικοι, τραβούσαν για το γειτονικό δάσος να κόψουνε ξύλα για τη νέα καλύβα που είχαν αποφασίσει να φτιάξουνε.

«Εργαλείο , είναι η συνέχεια του χεριού… αλλά και του μυαλού επίσης» που βοηθάει στην πραγματοποίηση μιας σκέψης, μιας ιδέας, που φθάνει στο στάδιο της πραγματοποίησης και της εφαρμογής.

Ο οψιδιανός – ηφαιστειογενής πέτρα και μαυριδερή σε χρώμα- τους έδωσε μεγάλη βοήθεια, κομμένη σε φέτες , κοφτερές,ναι μοιάζει σαν μαχαίρι ακονισμένο της εποχής του σιδήρου που ανήκε στο κοντινό μέλλον. «Πριονίσανε» τα ξερόκλαδα που βρίσκανε στη γη και κόβοντας νέα φρέσκα και χλωρά, που θέλανε στέγνωμα έως ότου τα χρησιμοποιήσουν.

Μέσα στο δάσος υπήρχε όντως συνήθως μια περίεργη ησυχία… κι όση ώρα μείνανε εκεί ακούγανε τα φτερουγίσματα των πουλιών, το κελάηδημα και τα κρωξίματά τους… Η ύπουλη και σιωπηλή «ησυχία» έκρυβε πολλά… Το αυτί τους έπιανε κάθε ύποπτο ήχο από τα μουγκρίσματα των ζώων που κινούνταν κοντά ή μακρύτερα, μέχρι το αθόρυβο σύρσιμο των ερπετών… Μαθημένοι από μικρά παιδιά, ο Μόε, ο Κόα και ο ΄Αουτα, δουλέψανε για την κοπή των ξύλων ως τη δύση του ήλιου, υπολογίζοντας πως θάρχονταν ξανά – τουλάχιστον δυο ή τρείς φορές ακόμα- μεταφέροντας τα κομμένα κλαδιά με τ΄ άλογά τους ως το χωριό.

Στην επιστροφή τους αντάμωσαν πέντε άντρες που έφερναν τα δικά τους φορτώματα , κι ένα αγριογούρουνο- άπνοο εννοείται- φορτωμένο πάνω στη ράχη του ζώου τους, που το πέτυχαν λίγο πριν φύγουνε. Το κυνήγησαν αρχικά με μεγάλες πέτρες, μέχρις ότου το κερδίσουνε τελικά, με το ξύλινο αιχμηρό κοντάρι του ΄Εμουα που μπήκε στα πλάγια του λαιμού του…

΄Ετσι πέρασαν οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού, κι άρχισαν μετά να μελετούν και να σχεδιάζουν πως θα στήνανε τη νέα καλύβα, επάνω στη ξύλινη εξέδρα με τα μέσα που είχαν για να «καρφώσουν» τα πρώτα ξύλα, να τοιμάσουνε για τη στέγη τα ξεροκάλαμα, να έχουν έτοιμη τη λάσπη και να καλύψουνε κάθε σπιθαμή της καλύβας μέσα κι έξω, ώστε να αποκτήσουνε έναν ακόμα χρήσιμο χώρο για ύπνο, ξεκούραση, προστασία, περνώντας ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους, μετά τον καθημερινό αγώνα, άλλοτε με το ψάρεμα και το κυνήγι, ή τις εργασίες στη γη, το βόσκημα, το φύτεμα και την ετοιμασία του  φαγητού, ενώ οι γυναίκες περιμένανε το αρμεγμένο γάλα, το ψάρι, το κρέας, το μπρόκολο, τη φακή, το στάρι, να τοιμάσουνε μ΄αυτά το μενού της ημέρας… το μενού της νεολιθικής κουζίνας.

Καλοκαίρι του 5.500 προ Χριστού , στον λιμναίο οικισμό του Δισπηλιού…

Η ΄Ομα με το που άνοιξε τα μάτια της, είδε μισάνοιχτη την πόρτα της καλύβας. Κατάλαβε τότε πως οι δυο άντρες που λίγο πριν κοιμόντουσαν κοντά της είχαν φύγει. Τα μωρά της ακόμα απολάμβαναν τον ύπνο τους και τα δυο γέρικα κορμιά στην άκρη της καλύβας «καθαρίζανε» τα ψάρια που απ΄ την προηγούμενη είχαν ψαρέψει οι νέοι άντρες, που τώρα μάλλον λείπανε για κυνήγι…

Η ΄Ομα κάθονταν περιμένοντας να ξυπνήσουν τα μωρά να τα θηλάσει πρώτα, κι έπειτα αφού τα πλύνει καλά με το νερό της λίμνης, ν΄ αφήσει στους γέροντες τη φύλαξή τους για να φτάσει στο γειτονικό χωράφι όπου δουλεύαν έξη δυνατοί άντρες και κάμποσες γυναίκες που βοηθούσαν στο θέρισμα του σιταριού. Σωτηρία αυτός ο καρπός για όλους. Τους έσωνε κάθε φορά τους δύσκολους χειμώνες όταν η γη κρύα, γυμνή, σκεπασμένη για καιρό με χιόνι, δεν είχε τρόπο να τους ταϊσει, εκτός από τη λίμνη πούδινε ψάρι  και το καθιερωμένο κυνήγι… Ευλογημένος καρπός το σιτάρι, κι όποιος ήταν καλός νοικοκύρης είχε αποθηκευμένη τη σοδειά του ως το επόμενο καλοκαίρι, φροντίζοντας να το διατηρεί από τα έντομα, αφαιρώντας το σάπιο μέρος, ώστε να μην χαλάει το υπόλοιπο. Γι αυτό είχαν φροντίσει όλοι τους σχεδόν να τα βαστούνε καλά φυλαγμένα τοποθετημένα μέσα στα ψηλά πήλινα κεραμεικά κιούπια, που δεν τα έφταναν εύκολα τα μυρμήγκια, οι μύγες, τα κουνούπια και λογής λογής έντομα.

Η δουλειά της ΄Ομα αρχινούσε όταν ο ήλιος ανέβαινε ένα κοντάρι στον ουρανό και τέλειωνε όταν κρύβονταν πίσω απ΄την πλαγιά του βουνού. Ξανατάϊσε τα μωρά προς το μεσημέρι κι ύστερα έφτασε άκρα λίμνη με μια μεγάλη μαλάθα πλεγμένη με βέργες κι άρχισε να μαζεύει με τα χέρια μπόλικη λάσπη βάζοντάς την μέσα. Την κουβάλησε με κόπο ως την καλύβα κι από κει κι ύστερα ξεκίνησε να πλάθει τα πιατικά της, ανανεώνοντας το νοικοκυριό της, καθώς από το προηγούμενο καλοκαίρι μερικά από αυτά είχαν ραγίσει και σπάσει… Της άρεζε πολύ αυτή η δουλειά και καθώς τα έπλαθε και τα έδινα σχήμα, κι όσο ήταν ακόμα νωπά, έπαιρνε ένα καλάμι λεπτό και γερό κι έκαμνε ένα σχέδιο , ένα φύλλο , μια γραμμή ζικ ζακ στολίζοντάς το. Πάρα πέρα ο ΄Ατου , ένα παιδί δέκα καλοκαίρια είχε δεν είχε – τ΄ αράδιαζε για να στεγνώσουν τουλάχιστον πέντε μέρες, να στραγγίξουν καλά… Η ΄Ομα έπλασε σιγά σιγά τα πιάτα της και μετά καταπιάστηκε μ΄ ένα μεγάλο σκεύος κατάλληλο για το ψήσιμο μεγάλου γριβαδιού, δίνοντάς του το σχήμα του ψαριού…΄Όταν ο πηλός ήταν αρκετά ρευστός, η ΄Ομα ανακάτευε ότι ψιλό χαλίκι είχε κοντά της και τον έκαμνε πιο σφιχτό και ευκολόπλαστο. Είχε ψιλομάθει κι αυτή από μικρό κορίτσι τη δουλειά δίπλα στη γριά γυναίκα- κουβαλούσε στη ράχη της πολλά φεγγάρια κι αυτή- κι έδειχνε στην ΄Ομα πώς να τα πλάθει κάθε φορά…

Σούρουπο πια, κι ο ήλιος χάθηκε πίσω από τη κοντινή πλαγιά, μέχρι την επόμενη χαραυγή.

Νύχτωσε και κάποιος από το χωριό – υπεύθυνος μάλλον- έκλεισε τη μεγάλη πόρτα του ξύλινου φράχτη που χώριζε το χωριό από την υπόλοιπη περιοχή. Τα άγρια θηρία απείχαν αρκετά από τις καλύβες. ΄Ολοι συμμαζεύτηκαν απ΄ το κυνήγι και τις ασχολίες της ημέρας… Βγήκαν μονάχα οι φρουροί, οι φύλακες για να φυλάξουνε το χωριό – όπως γίνονταν κάθε βράδυ- κι ίσως να ήταν για απόψε μικρότερος ο κίνδυνος από τους λύκους, επειδή τα πρόβατα ήταν καλά φυλαγμένα. ΄Ηταν όμως η αρκούδα που έφτανε ως εκεί συνήθως κατά τα χαράματα- ψάχνοντας για μέλι, κι οι χωριανοί είχαν κάμποσες κυψέλες ολόγυρα… και λόγο για να ανησυχούν. ΄Ένα φεγγάρι κοκκινωπό- σαν πύρινη μπάλλα- πρόβαλε και φώτισε τον τόπο, τη λίμνη , το χωριό, και από ψηλά το στερέωμα ήταν στολισμένο μ΄ όλα τ΄ άστρα του καλοκαιρινού ουρανού, ενώ ένα πανάλαφρο αεράκι περνούσε πάνω από τις καλύβες αφήνοντας την ευχάριστη δροσιά, ύστερα από μια πολύ ζεστή και κοπιαστική μέρα.

Ο Τούα , μοναχός έξω από την καλύβα του μετρούσε τα πιο μεγάλα αστέρια και χάραζε πάνω στο σκληρό ξύλο της καρυδιάς τη νέα Σελήνη, αφήνοντας αρκετό μέρος για τις υπόλοιπες μετρήσεις, καθώς το φεγγάρι θα σώνονταν σιγά σιγά…

Μια φλογέρα ακούστηκε τότε από τη γειτονική καλύβα.  Ο Τούα έστησε τ΄ αυτί του… Ο μοναχικός «καλλιτέχνης»  αγρυπνούσε πάλι συνθέτοντας τη νέα του μελωδία… σε στιγμές – όπως φαίνονταν- έμπνευσης.΄Ηταν πράγματι η κατάλληλη ώρα, ήταν μια όμορφη νυχτιά, μέσα στο καλοκαίρι, με τον ξάστερο ουρανό, τα πουλιά που κούρνιαζαν ανάμεσα στις φυλλωσιές, τα βατράχια που κόαζαν και ζευγάρωναν μέσα στα ήρεμα νερά της λίμνης και τους ανθρώπους που ξεκουράζονταν και ερωτεύονταν επίσης, τοιμάζοντας τις νέες ζωές για την ερχόμενη άνοιξη…

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Προηγούμενο Άρθρο

«Όσκαρ» Φυσικής στον Έλληνα επιστήμονα και την ομάδα του για την πρώτη φωτογραφία μαύρης τρύπας

Επόμενο Άρθρο

Απόφαση-Σταθμός! Η Ιταλική Δικαιοσύνη δικαίωσε οριστικά τους Διστομίτες

Τελευταία από Παράδοση