Ρεπορτάζ από τον Δεκέμβρη του 1958 (παιδικές αναμνήσεις και εικόνες από τις τοπικές εφημερίδες) – Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Είμασταν μαθητούδια τότε και κάμναμε καθημερινά την διαδρομή σπίτι-σχολείο με τα πόδια, άλλα στο 1ο Δημοτικό, κάποια άλλα στο 2ο  και μεις που μέναμε στην περιοχή Ψαράδικα και Απόζαρι πηγαίναμε στο τρίτο, κάτω από την εκκλησία της Παναγίας Φανερωμένης. Επειδή είμασταν δύο βήματα από την κάτω αγορά νιώθαμε  έντονα τον ερχομό των γιορτινών ωρών. Τα περισσότερα καταστήματα νεωτερισμών, ένδυσης, παπουτσιών, ζαχαροπλαστικής, βρίσκονταν κοντά μας, μια ανάσα που λένε.

Περνούσαμε από την οδό Ερμού και τα καταστήματα Ρούβα και Τσολάκη είχαν ήδη στολίσει τα δεντράκια τους, τα πρώτα ψεύτικα, με φύλλωμα που έβγαινε από βιομηχανία πλαστικών. Οι βιτρίνες ήταν γεμάτες από πολύχρωμες χρυσόμπαλες, τόσο εύθραυστες που  την επόμενη χρονιά τρέχαμε να τις αντικαταστήσουμε. Στην οδό ΄Αρτη και νέο κατάστημα νεωτερισμών Μιχάλη Λυμπερόπουλου και Γιάννη Αναστασιάδη. ΄Ηταν δυο πειραιώτικα παλληκάρια που βρήκαν εδώ τρόπο να προκόψουνε. Στην οδό Ερμού βρίσκαμε τις λαστιχένιες μαύρες μπότες, ανάμεσα στο κατάστημα Πυροβέτση και Λυκογιάννη, ενώ στην 11η Νοεμβρίου υπήρχε το κατάστημα του Σταύρου Ανδρίκου με παντοφλάκια και κάθε είδος ζεύγη υποδημάτων.

΄Όλα αυτά τα καταστήματα περιμένανε την ντόπια κοινωνία να πάρει τα απαραίτητα, από βρακάκια και καλτσάκια, μέχρι παλτουδάκια, σκούφους και κασκόλ, μα και πολλά άλλα που αφορούσαν μεγαλύτερες ηλικίες.

Από αρχές Δεκεμβρίου ξεκινούσανε τα κάλαντα και οι μουσικές πρόβες στο σχολείο, ούτως ώστε νάμαστε έτοιμα για τις 23 του μήνα. Τα αγαπημένα μας; Το «καλήν εσπέραν άρχοντες» και το «στη γωνιά μας κόκκινο το αναμμένο τζάκι».

Καστοριά του 1958, με σπίτια διόροφα ακόμη, με μεγάλα χειμωνιάτικα δωμάτια, με ντιβάνια στρωμένα με κόκκινες βελέντζες, αγορασμένες από το ΄Αργος Ορεστικό. Με σόμπες που καίγανε αχόρταγα τα δεντρίσια ξύλα και πάνω τους  βράζανε στα γκιούμια τα κάστανα του απογεύματος. Προς το σούρουπο ψένονταν φέτες ψωμί, που τις αλείφαμε με φρέσκο βούτυρο ή στην κατσαρόλα έβραζε ο σπιτικός τραχανάς.

– Αχ πότε να σχολάσουμε…

Αυτή ήταν η επιθυμία όλων των παιδιών, για να ασχοληθούν με τα σκαλιστά τους, το δέντρο τους, να του βάλουνε μπόλικο μπαμπάκι – σε τούφες αγορασμένο από το φαρμακείο του Παπία και του Παπακυρίλλου. Να το στολίσουνε με τη χάρτινη φάτνη δίπλα στα κλαριά του και για τα παιδικά μάτια νάναι το ωραιότερο στον κόσμο… Λιγοστά τα σπίτια όπου υπήρχαν φωτεινά λαμπάκια, διότι τα πράγματα ήταν με μετρημένα τα κουκιά στα πιο πολλά. Στα βιβλιοπωλεία των αδελφών Ανδρέα και Στέφανου Δούκη και του άλλου Στέφανου Δούκη, καθώς και του Ιωάννη Βουϊτση τρέχαμε για ν΄ αγοράσουμε τα σκαλιστά μας με τα πανέμορφα αγγελούδια, την γέννηση του Χριστού και τον αγαπημένο ΄Αγιο Βασίλη, φορτωμένο με ένα σακί γεμάτο δώρα…

Για τα γεμάτα πορτοφόλια, το βιου μάστερ ήταν ένα ονειρεμένο δώρο.΄Ενας μικρός κινηματογράφος με την οθόνη του, απ΄ όπου παρακολουθούσαμε καρά καρέ την ιστορία της Χιονάτης, της Σταχτοπούτας, της Κοκκινοσκουφίτσας και των ηρώων του Ντίσνεϋ, Ντόναλντ Ντάκ, Μίκυ Μάους κλπ.

Δεκέμβρης και όλοι να ζητούν αγάπη, δώρα, χαρά, μέσα στα σπιτικά τους και οι νοικοκυρές να τρέχουν ολοταχώς για όλα, με ψώνια, με δουλειές σπιτικές, με την ετοιμασία των σπιτικών λουκάνικων, τους σαρμάδες και τα γλυκά των ημερών.

Δεκέμβρης του 1958

Παρ΄ όλο που η βασίλισσα Φρειδερίκη έλειπε από την Αθήνα, έκαμνε έκκληση μέσω των εφημερίδων και του ραδιοφώνου, στα νοικοκυρόσπιτα των χωριών και των πόλεων, ώστε να ενισχύσουνε τον έρανο για την φανέλα του στρατιώτη. Υπήρχαν επίσης τα πολιτιστικά και θεατρικά δρώμενα στην προσπάθεια να «γλυκάνουνε» τις μέρες αυτές την ντόπια κοινωνία. ΄Ετσι, ένας πρωτοπόρος θίασος με την ονομασία «ελεύθερο θέατρο» έφθασε στην Καστοριά, για να προσφέρει την αύρα  της θεατρικής παιδείας, με το έργο του Ιρλανδού συγγραφέα  Σων ο΄ Κέηζυ «η ΄Ηρα και το παγώνι». Οι ταλαντούχοι ηθοποιοί Θόδωρος Τριανταφυλλόπουλος και η ΄Αννα Τάρη που ενσάρκωναν τους βασικούς ήρωες, χειροκροτήθηκαν θερμότατα από το θεατρόφιλο κοινό.

Υπήρχε τότε η ιστορία του «Μπαμπαρόκου» γραμμένη από την λαογράφο Ιφιγένεια Διδασκάλου. Αναφέρονταν σ΄ ένα αδικημένο από τη φύση πλάσμα, ως προς τα δράμια του μυαλού του. Οι πάντες ξέρανε πως όταν φύτευε ένα λουλούδι, παραδίπλα φύτευε κι ένα τσιρόνι. ΄Ακακος όπως τον περιέγραψε η Ιφιγένεια αλλά… οι μεγάλοι τον «φορτώσανε» με κάτι αρνητικό, οπότε όταν θέλανε να φοβερίσουν τα άτακτα παιδιά, λέγανε «θα φωνάξω τον Μπαμπαρόκο…».

1958

Στον τόπο μας στα βορειοδυτικά της χώρας, τα καταστήματα μέσω των ανακοινώσεων – διαφημίσεων, που δημοσιεύονταν στον τοπικό τύπο, ενημέρωναν το ντόπιο καταναλωτικό κοινό. Τα καταστήματα Πέτρου Πασσιά και Τσακαλίδη στην πάνω αγορά διαφήμιζαν όλα τα είδη από τα ανδρικά, τα γυναικεία, τα παιδικά είδη και τα παιχνίδια που θα έφταναν ως δώρα στα χέρια των μικρών καλαντιστών, ενώ το βιβλιοπωλείο Δούκη, έδινε το εξής μήνυμα πως «το καλύτερο  δώρο για σας και τα παιδιά σας είναι ένα καλό βιβλίο».

1958

Εν όψει των ημερών τοιμάστηκαν σιγά σιγά κι έπιασαν τόπο στα ταβάνια των κελαριών και της κουζίνας τα κοντάρια, κατάλληλα για το κρέμασμα των σπιτικών αλλαντικών και μοσχοβολούσαν τα λουκάνικα, οι μπιλίτσκες, τα σαλτσούνια, κι οι μπάμπες…κι αδύνατον να τα φτάκουν εκεί ψηλά γατιά και ματσιαρόκοι…

Ο σχολιαστής της «Φωνής» με το ψευδώνυμο Κ. σημείωνε την αλλαγή των συνηθειών, διότι παλιότερα κάθε σπίτι έτρεφε στον κήπο του το δικό του γουρούνι, ενώ τώρα όλοι ψώνιζαν απ΄ το χασάπη. Οπότε οι γουρουνοχαρές έλειψαν σιγά σιγά από τα αντέτια των ημερών. Τελειωμό δεν είχαν οι διαφημίσεις και οι ευχές. Η ξακουστή ταβέρνα «ΓΩΝΙΑ» στο Τσαρσί – πάνω αγορά, εύχονταν χαρούμενα Χριστούγεννα και αίσιον και ευτυχές το ανατέλλον έτος 1959.

Τα γεννησούδια έφεραν χαρά στα σπιτικά. Στο Παπαναούμικο σόϊ η Αμαλία  αποκτούσε σε ώρες γιορτινές την μπέμπα της, και η Ζακελίνα Μυλωνά τον μπέμπη της… «΄Ένα μικρό μικρούτσικο σπυρί μαργαριτάρι» άλλαζε το τοπίο και έφερνε κι άλλη τόση ευτυχία στους σπιτικούς. Οι γάμοι του Βασίλη Μενεατσόπουλου με την δεσποινίδα Καίτη Γεργίνη στο Τορόντο του Καναδά, οι αρραβώνες του Αριστοτέλη Καρυώτη με την γλυκύτατη Σιατιστινή Σουλτάνα Γραββά, ακούστηκαν απ΄ άκρη σ΄ άκρη. Τα προξενιά δε έδιναν κι έπαιρναν και οι προξενητάδες βάζανε τα δυνατά τους, να «πείσουν» θολώνοντας ως συνήθως τα νερά, για τα προσόντα των ενδιαφερομένων έως ότου πουν το «ναι». Κι όλα αυτά περασμένα στις τοπικές εφημερίδες (βρίσκονταν πάντα στη διάθεση του καθενός στην δημοτική βιβλιοθήκη) όπου υπήρχαν σε ειδική γιορταστική στήλη και τα παραδοσιακά αστικά Καστοριανά κόλιεντα, γνωστά από γενιά σε γενιά…

Τέτοιες ώρες ο κυρ Βασίλης ο Δόϊκος  συγκέντρωνε τους χορωδούς του στο χώρο του μουσικοφιλολογικού συλλόγου, λίγο πριν το κτίριο του σημερινού επιμελητηρίου, για να κάνουν πρόβες νάναι έτοιμοι για την 23 του μήνα…

«αραδιαστείτε αμπρέ παιδιά όλοι με την αράδα, να πούμε τραγούδια ευγενικά ν΄ αρέσουν στ΄ αφεντικά μας»…

Και τότε γίνεται για πρώτη φορά η σκέψη να ηχογραφηθούν αυτά τα εξαίσια επαινετικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια της πόλης μας και πως «πρέπει» να το προσέξουνε αυτό οι ιθύνοντες.

1958

Καλός ο Δεκέμβριος μα… χωρίς χιόνι σημείωνε ο σχολιαστής Α.Μ. … «αχ και νάπεφταν οι νυφάδες να ζήσουμε το παραμύθι μας να τραγουδήσουμε… τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι»…

1958

Η κίνηση γίνεται ολοένα και πιο ζωηρή… κι οι γιορταστικές κάρτες δίνουν και παίρνουν. Στα βιβλιοπωλεία και τα περίπτερα είναι το απαραίτητο είδος που ξοδεύεται στο άψε σβήσε, ενώ στο ταχυδρομείο στην οδό Αγ. Αθανασίου, στην οικία Παπατάσση, κάνουν ουρά οι συμπολίτες να πιάσουν σειρά. Οι ταχυδρόμοι έχουν και δεύτερο σάκο διότι είναι η κατάλληλη ώρα να φτάκουν τα «νταουτλίδικα» γράμματα απ΄ την ξενιτιά – πα να πει – με τα τσέκια, τις επιταγές, τόσο πολύτιμες αυτές τις μέρες… Μέρες χρονιάρες, κι έφτασε το τρανό δέμα για όλο το σόϊ, στο τοπικό κατάστημα του ταχυδρομείου… Βαστούμε με νοσταλγία πάντα αυτή την αποστολή δώρων που μας έδινε τόση χαρά, όταν οι θειές από τη Νέα Υόρκη, η Ντότα του Κυριάννη κι η θεία Θωμαή Πασχαλίδη από το Ντιτρόιτ, στέλνανε ότι είχαν και δεν είχαν. Είτε ήταν χρήσιμα, είτε δεν ήταν (όπως καπέλα με φτερά και λουλουδάτες γραβάτες ή στολισμένες με τον Γκούφη και τον Τουίτι) τα φυλάγαμε όπως έλεγε η θεία Ντότα του Κρανιά «για τα ραγκουτσάρια»… κάθε τι στην ώρα του και φκιάνουμούστουν μ΄ όλες αυτές τις αμερικάνικες μαλιαμόρδες… που έρχονταν από τις πλούσιες U.S.A. του προέδρου Ντουάητ Αϊνζενχάουερ , κι όταν επι των ημερών του έφθανε γάλα σε σκόνη, κίτρινο αγελαδινό τυρί και ψαρόλαδο, στα μαθητικά συσσίτια για τα μικρά τότε παιδιά της μεταεμφυλιακής Ελλάδας,  αίτημα που είχε ψηφιστεί ήδη από το 1957 μαζί με σχετικό νόμο και για τα πολιτικά δικαιώματα.

Μέσα στα πολλά που βρήκαμε στο μαγικό δέμα ήταν  δύο φιγουρίνια και μέσα στις σελίδες τους οι έγχρωμες φωτογραφίες του ΄Ελβις Πρίσλεϊ και της Ντόρις Ντέη…

Μάλιστα… έτσι ξεκινήσανε οι πρώτες επιρροές από την μακρινή χώρα πέραν του Ατλαντικού…Το star system και ο μουσικός  αγγλοσαξωνικός πολιτισμός της υπερδύναμης, χτυπούσε δυνατά τα τσιουκαλίδια μας, να μας μυήσουνε στη μόδα και τις συνήθειες των πολιτών της, συνδυασμένη με την καταναλωτική μανία, που κέρδιζε ολοένα έδαφος…

Καστοριά στα 1958 και στην κάτω αγορά η ομόρρυθμος εμπορική εταιρεία του Αθ. Τουμπίδη – έτος ιδρύσεως 1903, έστελνε τις ευχές της μέσω των εφημερίδων διαφημίζοντας τα ποικίλα εμπορεύματά της από τα οικοδομικά είδη, τις ηλεκτρικές συσκευές, τις ραπτομηχανές, τα σιγαρέτα Παπαστράτος έως και τους ραδιοφωνικούς δίσκους. Κι ακολουθούσαν οι συνεργάτες της κοινοπραξίας φορτηγών αυτοκινήτων Καστοριάς, που εύχονταν στην αξιότιμη πελατεία της «Ευτυχισμένα και χαρούμενα Χριστούγεννα, και το νέον έτος 1959 αίσιον και επικερδές».

Πρώτη στις πρώτες φίρμες και η Πετρογκάζ που εκτός των ευχών παρότρυνε τους πελάτες της να προμηθευτούν μια συσκευή μαγειρικής για την οικογένεια και για την ακούραστη νοικοκυρά πούχε ως τότε τα παραδοσιακά σκεύη.

Το μήνυμα ότι στις 31 Δεκεμβρίου 1958 θα κληρώνονταν το λαχείο συντακτών και οι τυχεροί θα αποκτούσαν νέα διαμερίσματα σούπερ λουξ, έστελνε τους νοικοκυραίους στους λαχειοπώλες να πάρουν έστω κι ένα από τα υποσχόμενα αποκόμματα, να φέρουνε την τύχη στην μεριά τους…

Προπαραμονή Χριστουγέννων 23 του μήνα ανεβήκαμε με τον αδελφό μου Κωστάκη στο Τσαρσί, με προορισμό να φτάσουμε ως το καμπαναριό της Μητρόπολης όπου δίπλα βρίσκονταν το σπίτι της γιαγιάς Κουκούλαινας. Τραγουδήσαμε ξανά το «στη γωνιά μας κόκκινο» και η γιαγιά γέμισε τα τουρβαδάκια μας με τις μικρές μπιλίτσκες, με μήλα και με κάστανα και ύστερα μας έδωσε φιλί κι από ένα αστραφτερό κατακαίνουργιο τάληρο. Κατεβαίνοντας από τον ίδιο δρόμο φτάσαμε έξω από το κουρείο του Νίκου Πιστικού, σταθήκαμε να χαζέψουμε ακόμη μια φορά στη βιτρίνα του την χειροποίητη λιλιπούτεια μακέτα της Παναγίας Κουμπελίδικης. Ο κυρ Νίκος άνοιξε την πόρτα και μεις τραγουδήσαμε, ενώ το μάτι μας δεν έφυγε στιγμή από το κομψοτέχνημα, που έφεγγε με το απαλό του φως, λίγες ώρες πριν τη γέννηση του μικρού Χριστού. Μας δώρισε και μας ευχήθηκε καλή πρόοδο… Πήραμε πάλι το δρόμο κατηφορίζοντας για την οδό ΄Αρτη, με τις τσέπες γεμάτες πεντάρες, δεκάρες μισές και ολόκληρες, δραχμές και δίφραγκα, και μερικά τάληρα από τους θείους και τις θειές.

Κάπως έτσι ζήσαμε τις μέρες εκείνες μικροί και μεγάλοι, με τα λίγα ή τα περισσότερα αγαθά … Ενώ οι γλεντζέδες της πόλης – σύμφωνα με τον τοπικό τύπο – αντάμωναν στα καφενεία όπου γίνονταν οι «ζυμώσεις» για να συγκροτηθούν παρέες για τις Χριστουγεννιάτικες και Πρωτοχρονιάτικες βεγγέρες και στη συνέχεια κλείσιμο τραπεζιών στα μεγάλα κέντρα για το τριήμερο στα Ραγκουτσάρια του 1959…

2019… προς 2020…

Περιμένοντας τα καλύτερα πάντα… κι έχοντας υπ΄ όψιν πως οι σπουδαίοι συμπολεμιστές  (κομμάτι του εαυτού μας) που στέκουνε δίπλα μας και μας στηρίζουν, είναι ο χρόνος και η υπομονή…

Χρόνια πολλά με αγάπη, με ελπίδα, με πίστη.

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

(Η φωτογραφία, από το λεύκωμα του Παναγιώτη Εφόπουλου «Η Καστοριά 1949 – 1971»)

Προηγούμενο Άρθρο

Σύλληψη δύο αλλοδαπών σε περιοχή της Καστοριάς για αδασμολόγητη ποσότητα καπνού

Επόμενο Άρθρο

Σύλληψη 52χρονου ημεδαπού σε περιοχή της Καστοριάς για παράνομη μεταφορά αλλοδαπού

Τελευταία από Παράδοση

Η «ΜΠΕΤΣΚΑ»

Το Πάσχα δεν το θύμιζαν μόνο τα κόκκινα αβγά, ούτε τα τσαρούχια,