Ραγκουτσάρια ανάμεσα στον χώρο και το χρόνο… (Γράφει και επιμελείται η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Γραπτές πηγές, αφηγήσεις, δημοσιεύματα από παλιές κιτρινισμένες από το χρόνο εφημερίδες, αποτελούν ένα σύνολο πληροφοριών για τις τριήμερες γιορτές της Καστοριανής μεταμφίεσης τα πολυαγαπημένα μας Ραγκουτσάρια.

Δεν είμαστε οι μόνοι που τα ζήσαμε. Πίσω μας υπάρχουν κι άλλοι πολλοί πρόγονοι που τα ζήσανε σύμφωνα με την εποχή τους ο καθένας και τα χαρήκανε, όπως τα χαιρόμαστε και θα τα χαίρονται και οι κατοπινοί.

Μ. Β. Γκαμπέση

 

Απόστολου Δούκα Σαχίνη, λαογράφου – «Το καστοριανό γλωσσάρι»

Ντυμένοι με τα καλά τους οι «ραγκουτσαραίοι» (έτσι λέγονταν επειδή μάζευαν ρόγες δηλαδή δώρα) και κρατώντας κάτω από το «σαγιάκινο μαντύο» τους, μαχαίρια για την αφάλεια και την τιμή τους, πορεύονταν παντού στο οδικό δίκτυο του καιρού εκείνου.

΄Όταν δυο ομάδες συναντιώνταν στα σταυροδρόμια, έθιμο ήταν η μία να τραβηχτεί στην άκρη του δρόμου και ν΄ αφήσει την άλλη να περάσει. Και το πράγμα περνούσε ομαλά. Σε πολλές όμως περιπτώσεις, οι ομάδες «τα μπουλούκια» ήταν ανυποχώρητες και τότε κατέληγαν σε μοιραία και δραματικά γεγονότα. Οι πληγωμένοι και οι σκοτωμένοι «ραγκουτσαραίοι» ήταν πολλοί. Οι δικοί τους τους έθαβαν δίπλα στα πεζοδρόμια , γιατί η εκκλησία απαγόρευε να τους διαβάσουν. Τα «μνημόριά» τους βρίσκονται και σήμερα στα ερημικά μέρη. Οι διηγήσεις των γερόντων αυτή την εικόνα μας δίνουν.

΄Όταν το «κακό» σταμάτησε οι «ραγκουτσαραίοι» διατήρησαν την αίγλη της παλληκαροσύνης και την ιπποσύνη των βυζαντινών χρόνων, κράτησαν δε το όνομά τους με μια ελαφρά παραποίηση «ραγκουτσάρια» τα είπαν και ντύνονταν βάζοντας το «σαγιάκινο μαντύο» με τις σιαμαρντόνες, τα τσαρούχια και την μπαρμπαρούσα (μαύρη με κόκκινο σταυρό στη μετώπη της).

Μπαρμπαρούσα: Το κάλυμμα της κεφαλής της ενδυμασίας του «μαντύου». ΄Ηταν κυκλομερής, μαύρη, μεταξωτή, με τον κόκκινο σταυρό.

Μαντύο: Επανωφόρι των κτηνοτρόφων και των κατοίκων της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας. Τη στολή αυτή την φορούσαν με τον πολεμικό οπλισμό της οι Μακεδονομάχοι.

Σιαμαρντόνες: Είδος μάλλινης περικνημίδας (γκέτα) της τοπικής βιομηχανίας της παλιάς ανδρικής ενδυμασίας.

Μπουλούκι: η ασύντακτη ομάδα άτακτου στρατού

Τα καστοριανά ραγκουτσάρια: τα άτακτα, χαρούμενα, παρδαλά και άκακα στρατεύματα της χαράς, της ανεμελιάς, της ξεγνοιασιάς.

 1906 επι τουρκοκρατίας…

Την ημέρα του ΄Αη Γιαννιού, οι ντουλτσινοί είχαν διοργανώσει στην πλατεία θεατρική παράσταση με θέμα τη μάχη του Καραϊσκάκη. Αρχηγός των καστοριανών ραγκουτσάρηδων ήταν ο Αργύρης Κόκκος, που αντιλήφθηκε έγκαιρα τους τζιανταρμάδες – τους τούρκους χωροφύλακες – να φθάνουν στην χριστιανική συνοικία.

Τότε φώναξε δυνατά! «η πολιτσία έφτακεν» κι έτσι οι φκιασμένοι πρόφτακαν να εξαφανιστούν ενώ οι χωροφύλακες βρήκαν μια ήσυχη πλατεία και καθόλου γκιαούρηδες που καταπατούσαν το νόμο…

΄Όμως αυτό κράτησε για λίγο, διότι το ίδιο απόγευμα κάμποσοι αποζαρινοί ραγκουτσιάρηδες ντυμένοι με τις στολές της μπάντας του ελληνικού ναυτικού έκαναν την περαντζάδα τους από εκεί. Επικεφαλής ο δικηγόρος Σωτήρης Τουτουντζής ως ναύαρχος και ο Λεωνίδας Μαυροβίτης ως πλοίαρχος.

Σε λίγο γιάτοι και πάλι οι τζιανταρμάδες στο ντουλτσό, τους πιάνουν και τους πηγαίνουν στον Κατή (ειρηνοδίκη). Τους βάνουν πρόστιμο μια χρυσή λίρα. Πλερώνει ο Μαυροβίτης και φεύγουνε… ελεύθεροι και ωραίοι…

Ο λαογράφος Απόστολος Σαχίνης έγραφε πως «οι τούρκοι έκαμαν αβαρία. Τους διέκρινε πάντοτε η σύνεση και υπεχώρησαν για να μην έχουνε να αντιμετωπίσουν άλλα χειρότερα και ασύμφορα γι αυτούς.

 Λουκά Σιάνου, λαογράφου, εκπαιδευτικού – «Καστοριανές εικόνες»

Τις απογευματινές ώρες στις 8 του Γενάρη, την επαύριο της γιορτής του Προδρόμου, αν βρίσκονταν κανείς στην πλατεία ντολτσού δεν θα μπορούσε ούτε βήμα να προχωρήσει, όχι μόνο από το μεγάλο πλήθος των θεατών, αλλά και από τα «μπουλούκια» των φκιασμένων, τους χορούς και το ξεφάντωμα της τελευταίας μέρας του γιορταστικού τριήμερου.

Πρόκειται για τα ραγκουτσάρια όπως λέγονται στην Καστοριά τα καρναβάλια. ΄Όλα τα σπίτια ήταν ανάστατα. Τα σαντούκια ανοιγμένα, άνω – κάτω, το ίδιο και τα αρμάρια και οι κάθε λογής ντουλάπες. Το «φκιάσιμο» ήταν τις πιο πολλές φορές έμπνευση της στιγμής, και λιγότερο προγραμματισμένο. ΄Ηταν μια ευκαιρία όπως και σ΄ άλλες γιορτές να ξεφύγουν τα κορίτσια και τ΄ αγόρια απ΄τα στενά πλαίσια της περιορισμένης ζωής, με τους αυστηρούς κανόνες της διαβίωσής τους και μακριά από κάθε επίκριση να «ριχτούν», να πειράξουν ν΄ αστειευτούν και να γλεντήσουν.

Οι «φκιασμένοι» (μεταμφιεσμένοι) στην πόλη της Καστοριάς λέγονται ραγκουτσάρια. Αυτή η λέξη προέρχεται από το λατινικό rogator που σημαίνει ζητιάνος. Τέτοιες γιορτές τελούνταν στην αρχαιότητα για να τιμήσουν διάφορους θεούς ή να αναμνηστούν γεγονότα και δοξασίες όπως ήταν τα Διονύσια. ‘ Όταν κατακτήθηκε η Ελλάδα από τους Ρωμαίους τότε οι ΄Ελληνες έμαθαν απ΄ αυτούς τα Σατουρνάλια. Γιορτές που μετά τη βυζαντινή περίοδο είχαν σαν κύρια εκδήλωση τα καρναβάλια που στην Καστοριά γιορτάζονται στις δύο τελευταίες μέρες του δωδεκαήμερου και όχι στις απουκρές.

Στα σπίτια όπου υπήρχαν Γιάννηδες οι ραγκουτσάρηδες έκαμναν επισκέψεις κι έπαιρναν κάποιο χρηματικό δώρο. Η επίσκεψη αυτή δεν κρατούσε πολύ γιατί έπρεπε το μπουλούκι να επισκεφθεί κι άλλους Γιάννηδες.

1943, επι γερμανικής κατοχής

Παρά τα θλίψη, τα πικρά και τα θανατερά χρόνια επι γερμανικής κατοχής, υπήρχαν σπίθες φωτιάς που έκαιγαν ευεργετικά στα ταλαιπωρημένα, στερημένα νεανικά κορμιά, που σαν ήλθαν οι μέρες της μεταμφίεσης έφτασαν ως το γραφείο του φρούραρχου να ζητήσουν την άδεια να γιορτάσουνε το πανάρχαιο αντέτι.

Τους επιτράπηκε αυτό υπο τον όρο ότι δεν θα διαταραχθεί η τάξη. Τη μέρα του ΄Αη Γιαννιού, ντυμένοι οι μεν με την έμπνευση της στιγμής, φκιάστηκαν μ΄ ότι βρήκαν στα σαντούκια, από τις λερωμένες φουστανέλες, ως τα μαντύα και τα τσαρούχια, οι δε με καπέλα αμερικάνικα κι ότι άλλο βάλει ο νούς.

Μέρα Προδρόμου, με βγελιά και νταούλια, τ΄ αυτιά του φρούραρχου «έβγαλαν φωτιές» σαν έμαθε ότι όλοι τους εκτός του ότι δεν τήρησαν την υπόσχεση , τραγουδούσαν κι από πάνω το τραγούδι (του το μετέφρασαν οι συνεργάτες του) «στη στεριά δε ζει το ψάρι κι ούτε ο ΄Ελλην στην σκλαβιά» και η λεβέντισσα Ελευθερία του Μπάστα νάναι ανάμεσά τους, χορεύοντας και τραγουδώντας. Φρονίμως όμως ποιών… προσπέρασε… το γεγονός.

΄Ένα ακόμη περιστατικό συνέβη στο σπίτι των αδελφών Τουμπίδη. Είχανε συγκεντρωθεί εκεί αρκετοί νεαροί και νεαρά κορίτσια, συνοδευόμενα από αδέρφια και ξαδέρφια, για να κάνουν ένα γλεντάκι, με το γραμμόφωνο, τους μεγάλους δίσκους των 33 στροφών και τα τρυφερά τραγούδια της εποχής τους…

Βαλς και ταγκό εναλλάσονταν και πάνω στο φόρτε της χειμωνιάτικης νύχτας του ΄Αη Γιαννιού χτύπησε δυνατά το τσιουκαλίδι. Με το που άνοιξε η πόρτα φάνηκαν οι γκεσταπίτες, οι πιο άγριοι, οι πιο αποτρόπαιοι από τους κατακτητές, με επικεφαλής τον Ντάριο. Ανάμεσα στα προσκεκλημένα παιδιά ήταν και δύο αδέρφια που γνώριζαν γερμανικά (είχαν μητέρα γερμανίδα). Επενέβησαν, εξήγησαν και γλύτωσαν από το κακό και οι υπόλοιποι. Οι φασίστες τους άφησαν έναν φαντάρο τους να τους προσέχει.

Η διασκέδαση που πέρασε σαν από ένα παγωμένο δωμάτιο, σε ένα ζεστό και με φιλικό κόσμο, συνεχίστηκε, ενώ η νοικοκυρά του σπιτιού κερνούσε και ξανακερνούσε όλους, μαζί και τον Γερμανό στρατιώτη, που πιες πιες ήρθε στο κέφι και έπεσε ξερός, μη αισθανόμενος πια τίποτα. Ο ύπνος βάστηξε αρκετά και στο διάστημα αυτό ο Κώστας Τουμπίδης είπε στη συντροφιά: Παιδιά έχω φυλαγμένη την ελληνική σημαία. Είναι ώρα να βγεί απ΄ το σεντούκι.

Μια από τις κοπέλες τότε τυλίχτηκε με την γαλανόλευκη κι όλοι μαζί τραγουδούσανε ένα από τα γνωστά τραγούδια: «θα γυρίσεις στην παλιά μας τη φωλιά, κάποια μέρα θα γυρίσεις»

(Από αφήγηση του Χαράλαμπου Τουμπίδη)

1956

Σαν πέρασε η μέρα των Θεοφανείων αγιάστηκαν τα νερά της λίμνης, παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ.κ. Νικηφόρου, σε ώρες απογεύματος μπούτσιαξεν το Τσιαρσί απ΄ τα βγιελιά που «έκλεισε» για την περίσταση ο Γιώργης ο Παρλίτσης. Φίσκα τα καφενεία του Νάνου και του Χριστόπουλου, καθώς και γλέντι στη λέσχη των γουνοποιών που στεγάζονταν στον κάτω όροφο της οικίας Μπίβουλα. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες του ΄Αρη και της Ορεστειάδας ήταν επι ποδός και συμφωνήσανε να διασκεδάσουν για τις 6,7,8 του Γεναρίου στην «Αίγλη» και το «Παλλάδιον»

 1963

Μια τρανή παρέα άφησε «ανάμη» στο πέρασμά της. Ορέστης Κοτόπουλος, Βασίλης Πετράς, Χρήστος Βέργος, Βάσος Γεωργιάδης, Βαγγέλης Τσαμίσης, Αντώνης Διόπουλος, διοργάνωσαν με το νι και με το σίγμα τον «Καστοριανό καναγιουρίτικο γάμο» με όλα του τα γνωρίσματα. Γέμισε το Τσιαρσί με ρύζια και κουφέτα για το νιόπαντρο ζευγάρι, κι όλοι τους κουβαλούσαν τα προικιά, τα μαξουλάρια, τα παπλώματα, τους νταμπλάδες, τα σαχάνια, τα τσιατάλια, τα πηρούνια… και το τράχωμα – τα μετρητά της προίκας – . Πολύς ο κόπος τόσος ώστε να πιστέψει κανείς ότι επρόκειτο για έναν αληθινό γάμο κι όχι μιαν αναπαράσταση. Το γλέντι στο δρόμο συνεχίζονταν, όπου τη μέρα της Παταρίτσας η πλατεία Ντολτσού είχε την τιμητική της, κι όπου όλοι αποχαιρετούσαν την ξεγνοιασιά που τους χάρισε η τριήμερη χαρά, που ξεθύμανε το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου του 1963. ΄Όλα στο πατάρι ξανά… όπως το πρόσταζε ο άγραφος νόμος…

Με παράπονο βαθύ το «Ζιζάνιον» που αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «ΟΡΕΣΤΙΑΣ» σημείωνε με νοσταλγία τα παρακάτω: «Αχ ραγκουτσάρια μου τρελά νάσασταν κάθε μέρα».

Οι ραγκουτσάρηδες φέρνουνε κάθε φορά τα αισιόδοξα μηνύματα για τη νέα χρονιά. Οπότε μέσα στο σπίτι μας θα ντυθούμε, θα χορέψουμε, δυο δυο, τρεις τρεις, για το καλό των ημερών, να διώξουμε τα «κακά πνεύματα» όπως λέγανε οι παλιότεροι, να τα νικήσουμε όπως τα αντιμετώπιζε ο μακρινός πρόγονος που φορούσε και κείνος μια μάσκα (ένα ξερόκλαδο, ή ένα τομάρι ζώου για να μην τον ανακαλύψουνε τα κακά πνεύματα). Μάσκα λοιπόν από παλιά, μάσκες και τώρα…

 (Η φωτογραφία «1963 Καρναβάλια – ο Καστοριανός γάμος», από το Φωτογραφικό Λεύκωμα του Παν. Εφόπουλου «Η ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ 1949 – 1971)

Προηγούμενο Άρθρο

Καπιτώλιο : Νεκροί, τραυματίες και μια βαθιά πληγή στη Δημοκρατία – Το χρονικό των συγκλονιστικών γεγονότων

Επόμενο Άρθρο

Σύλληψη δυο ημεδαπών στην Καστοριά για διακίνηση κοκαΐνης και ηρωίνης

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ