ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΛΠΗ – Καστοριά του 1959…επι κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή (Γράφει η Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Μέσα στην εποχική ανατροπή, το άνθισμα της γης, και τις ηλιόλουστες ημέρες, η Καστοριά μετά το μακρύ χειμώνα, ξυπνά μέσα στις πρασινάδες και το ανοιξιάτικο σκηνικό… διανθισμένο με τις δημοτικές εκλογές και το άρωμα της γυναίκας που ψηφίζει κι αυτή πλέον και συμμετέχει στην πολιτική ζωή του τόπου.

Στα δημοτικά σχολεία, υπάρχουν κάλπες, αντιπρόσωποι, ψηφοδέλτια και ο κόσμος που πηγαινοέρχεται από ανατολής έως δύσης του ήλιου.

Κατά απόζαρι μεριά, ανταμώνουν κοντά στην εκκλησιά των Αρχαγγέλων, η κυρά Νέτα με την κυρά Τσιουτσιούλα. Η μια κατεβαίνει απ΄τη γειτονιά του βουνού, η άλλη είναι του εκεί μαχαλά.

Χαιρετιούνται…

– Καλημέρα κυρά Νέτα

– Καλημέρα κυρά Τιουτσιούλα

– Προυί – προυί στου μαχαλά μας! ΄Ησουν στην εκκλησιά;

– Ναι και δίκιο έχεις απού με αρουτάς, αλλά να έφτακάμε ιδώ στου σκουλειό γε να ψηφίσουμε τουν ανηψό μας, του Λάκη..

– Καλά έκαμάτε, θα ιδείς απού θα βγεί δήμαρχος, γιτί τώρα απού ψηφίζουμε κι ημείς οι γυναίκες, θα τουν βγάλουμε πρώτον, πρώτον, πως γυιέ μου μας άφκαν οι άντροι γε να ψηφίζουμε κι ημείς οι έρμες κι οι μαύρες;…

– Αμ κυρά Νέτα μου άλλαξάνε τα πράματα στουν ντουνιά, κι αν οι άντρηδες είχανε μόνε αυτοί δικαίουμα γε ταύτο, αγλοί και τρισαγλοί μας!

– Σε ακούγω και δεν σε αναγνουρίζω κυρά Τσιουτσιούλα μου, αμ απού πότε άλλαξάνε τα μνελά σου; Ιγώ αλλιώς σε ανθυμιούμαι… ποιος σε δασκάλεψεν;

– Κυρά Νέτα μου, αδουκήσου, έχω τις αδερφές μου, τη μια τη Μαλαματή στην Νέα Υόρκη, την άλλη στου Παρίσι την Κατίγκω απού την κουρόϊδευάμε, όλο μίξες ήταν, νύχτα και μέρα. Τώρα τη μια την φουνάζουν Μαλ και την άλλη Κατρίν… Αυτές με ουρμήνεψαν. ΄Οντας με γράφουνε, διαβάζω τα χαμπέρια τους και σιαστίζω. Μαθαίνω πουλλά και άσουτα. Αυτές πάϊσαν, ικεί στη ξενητειά σε σκουλιά και τώρα δουλεύουν κι απού πάνου και βγάνουν παράδες. Γε ταύτο μ΄ έγραψάνε να φτάκω ως ιδώ, να κάμω του χρέος μου, ποιος ξέρει… μπουρεί κι ηγώ να γένω μια μέρα δημαρχίνα…

– Πουλύ αψηλά τουν πήρες τουν αμανέ κυρά Τσιουτσιούλα! Απού αυτό του πλευρό να κοιμάσαι… Ιδώ τα πράματα είναι καναγκιουρίσια ακόμα… πώς να σ΄ ειπώ… ουπισθοδρομικά. Μας έχουν τις πικρές δεμένες στου ζουνάρι τους, σαν να είμεστε κούχτια. Τηράς; Κάμνουν νόμον τρόπον να μας περγελούν. Η μαμάνα μου τους ήλεγεν – απού κρυφά – όφιους και τρυπουδέντηδες… γιτί όντας άκουγάνε καμμιά παίνια για τις πούστες τις γυναίκες, τότες μούτσκουναν και τα μούτρα τους άλλαζάνε χρώμα απού την φούρκα τους.

– Ιγώ ήρθα ως ιδώ και δεν θα με αλλάξει κανένας του μνελό – είπε η Τσιουτσιούλα με πείσμα και γινάτι, θα κάμω το δικό μου!

Η Νέτα όμως επιμένει…-Ου Νούμτσιες σου πήρε χαμπάρι; Ξέρει ποιον θα ψηφίσεις; Νουγάς;

– Νουγώ και παρανουγώ και μη με βάνεις διαβάλματα – μ΄ είπεν ου Νούμης μου – κάμε ότι σε κατέβει, με τοίμασεν τουν φάκελλον, τουν σταύρουσεν και πααίνω να τουν ρίξω στου τρανό του κουτί.

– Τουν άνοιξες τουν φάκελλον; Είδες με τα τζίβια σου που έβαλεν τουν σταυρόν, γιτί ιγώ άκουσα ότι γένουνται πράματα και θάματα… ου αδαρφός δεν ψηφίζει την αδαρφή κι η γυναίκα τουν άντρα της…

– για να ανοίξω ψα την τσιάντα… τότες να ιδώ….

Η κυρά Τσιουτσιούλα έβγαλε τον φάκελλο, τον άνοιξε, κι είπε με χαρούμενη φωνή…

– Δόξα Τον, τηρώ την Τασίτσα του γιετρού απού είναι σταυρουμένο. Δεν ξέρεις τι καλό κουρίτσι απού είναι… καλή τύχη νάχει…

Ο Νούμης μου κυρά Νέτα είναι κιμπάρης, δεν κάμνει ουρσουζιές… άϊντε φεύγω τώρα… την γύρισε την πλάτη γιατί κάκιωσε με την περιεργειά της… και καθώς σέβαινε μέσα στο σχολείο, μετά το μαμπέτι, η κυρά Τσιουτσιούλα είπε με τον νού της: «ήταν ανάγκη ν’ ανταμώσω μ’ αυτό του μιχέγκι; Όσο νάναι ταράχτηκα…». Όσο για την κυρά Νέτα, είδε από μακρυά μια παρέα γνωστών γυναικών που έφταναν στο σχολείο για τον ίδιο σκοπό, τις απέφυγε…

Γύρισε σπίτι της μονολογώντας… και λέγοντας … τι ήθελα και τουν ήβγαλα τουν μπάκακα… δεν ομιλώ άλλο για εκλουγές, γιτί μπουρεί να λαθέψω, να βάλω φουτιά στα σπίτια του κόσμου, και να τους σιανιάσω…

Ας κάμουν ότι θεν…

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση