Παρέλαση στα 1960 … και πέραν αυτής….(Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Κάθε φορά που κοντεύει η 28η Οκτωβρίου όλο και κάτι αργοξυπνάει από τις μέρες εκείνες, όπου εμείς μικρά μαθητούδια, κάμναμε επι μέρες πρόβες στην αυλή του τρίτου δημοτικού σχολείου. ΄Οσα παιδιά είμασταν  μικροκαμωμένα θεωρούσαμε τυχερό τον εαυτό μας, ακόμη κι όταν κρατούσαμε την τρίτη σειρά από το τέλος…κι έτσι στεκόμασταν στο ύψος των περιστάσεων  «με το κεφάλι μας ψηλά και την ψυχή στα πόδια», «αντέχοντας» την ειρωνία των ψηλότερων παιδιών…Αυτές οι μικρές δοκιμασίες όμως, μας δυνάμωναν, κι έτσι τα τραύματα αυτής της περιόδου θεραπεύονταν μέχρι νάρθει η επόμενη παρέλαση σε ώρες άνοιξης…

Κάθε φορά λοιπόν που έφταναν οι μέρες αυτές η γειτονιά μας κοντά στα ψαράδικα «γιόρταζε» όσο καμμιά άλλη, κι ο δρόμος της οδού ΄Αρτη ήταν καταστολισμένος απ΄ άκρη σ΄ άκρη από τις γαλανόλευκες σημαίες και τα μεγάφωνα στο φούλ… Εδώ καμαρώνανε όλοι τα περήφανα νιάτα, μαθητές δημοτικών, γυμνασίου και στρατευμένα παιδιά ντυμένα στο χακί.

Το σπίτι μας μπορεί να μην είχε καμιά ταμπέλα που να γράφει με μικρά ή κεφαλαία γράμματα «κέντρον διερχομένων»… επομένως ήτανε γνωστό τοις πάσι, πως εκείνη τη μέρα όλα τα σόγια, τα κουμπαριά,η γιαγιά η Κουκούλαινα και κάποιοι απλά γνωστοί, θα απολάμβαναν το θέαμα από τα τρία μπαλκόνια που γέμιζαν από τους μουσαφίρηδες (παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα μας που φοβούνταν πως θα πέσουνε όλοι μαζί με τα μπαλκόνια και θα καταπλακώσουνε όσους παρακολουθούσανε κάτω απ΄ αυτά την παρέλαση).

Η οδός ΄Αρτη γιόρταζε κι όλα τα καταστήματα τόδειχναν ολοφάνερα με τα κατεβασμένα κεπέγκια, τον σχετικό σημαιοστολισμό και την ασβεστωμένη γραμμή στην άσφαλτο.

Ήδη από τις πρωϊνές ώρες έκλεινε ο κατακάθαρος δρόμος για την ημέρα εκείνη. Κλειστά τα ποδηλατάδικα του παπαπαντελή και του Ταλίδη, κλειστό το κουρείο του Χρηστάκη, κι όλα όσα βρίσκονταν αντίκρυ, του κυρ Πολύκαρπου Κιορπελίδη με τα έπιπλά του, το ραφτάδικο του Γιώργου Ατζέμη, το μπακάλικο του Πασχάλη Καρακάση, το υποδηματοποιείο του Φάνη που κατόπιν έφυγε για το Σικάγο, καθώς και το γραφείον ταξιδίων του Παναγιώτη Μαυρομάτη. Σημαιοστολισμένο ήταν και το σπίτι με τα κόκκινα φανάρια, διότι η αύρα  του πολιτισμού δεν έκανε σκόντο σε κανέναν, και τα κορίτσια έβγαιναν στο κατώφλι τους να χειροκροτήσουν τα νιάτα και κυρίως αυτά που ήταν ντυμένα στο χακί.

Τα χειροκροτήματα διακόπτονταν από νέα χειροκροτήματα καθώς περνούσανε τα σχολεία, τα πουλάκια, οι πρόσκοποι και ακολουθούσανε οι σακατεμένοι πολεμιστές που κάποτε βρεθήκανε σώμα με σώμα με τον κατακτητή, ενώ από τα μεγάφωνα η φωνή του εκφωνητή και η  Σοφία Βέμπο έστελναν το μήνυμα προς όλους με τραγούδια, που κάθε φορά, μας ανεβάζανε ψηλά το ηθικό, όταν στα χιονισμένα βουνά οι φαντάροι μας καταφέρανε να διώξουνε τα ξένα στρατεύματα από τα χώματά μας…

΄Ετσι κάπως τέλειωνε η παρέλαση ενώ τα αεροπλάνα πετούσαν αρκετά χαμηλά ρίχνοντας φέιγ βολάν με εθνικά πατριωτικά συνθήματα…

1960…μετά την παρέλαση… και το γιορτινό φαγητό… Μαζί με τον Κωστάκη, διαβάζαμε τα αγαπημένα μας παιδικά περιοδικά, «μικρός ήρωας» … Χιλιάδες θαρρώ παιδιά της γενιάς μας πρωτοδιδαχθήκαμε από τις αφηγήσεις του Στέλιου Ανεμοδουρά – συγγραφέα- τις ιστορίες του Γιώργου Θαλάσση και των φίλων του, που ανιστέκονταν μπρος στις εχθρικές προκλήσεις με σθένος και πατριωτισμό. «Ταξιδεύαμε» νοερά σε ξένες χώρες, κάθε φορά που ο «αρχηγός» τους ανέθετε νέες  περιπέτειες, εκτός της κατεχόμενης Ελλάδας κι έτσι εμείς βρισκόμασταν απ΄τη μια στιγμή στην άλλη σε ξένα μέρη, ζυμωμένα με ανατολίτικες μυρωδιές… και χρώματα, παρακολουθώντας τη δράση του παιδιού φάντασμα, που έφερνε σε πέρας κάθε δύσκολη αποστολή. Πεσμένα με τα μούτρα στις σελίδες διαβάζαμε… «Κοντεύει να ξημερώσει . Σε μια μικρή έρημη πλατεία, μιας  μακρινής συνοικίας του Καϊρου, κοντά σε μια βρύση υψώνεται μια μεγάλη χουρμαδιά. Κάτω από το δέντρο είναι  καθισμένος ο Γιώργος Θαλάσσης και περιμένει. Περιμένει με αγωνία τον μυστηριώδη Χασάν στον οποίο ο μάγειρας έχει παραδώσει τη μικρή αιχμάλωτη Κατερίνα…. Η αγωνία κορυφώνεται… θα ελευθερώσουν άραγε τη μικρή ελληνοπούλα;….

Τότε εμφανίζεται το παιδί φάντασμα που προτρέπει την δεμένη μικρή κοπέλα , την ξελύνει και της λέει «Εμπρός Κατερίνα… φύγε τρέχοντας. Πήγαινε στο ελληνικό αρχηγείο. Θάρθω κι εγώ σε λίγα λεπτά»…

Τα περιοδικά με  τον μικρό ήρωα μας κρατήσανε συντροφιά αρκετό καιρό και τις περισσότερες φορές φθάναμε ως το Τσαρσί και το «μαγικό» μαγαζάκι του Τζίμη, όπου αγοράζονταν από δεύτερο χέρι στην τιμή της μισής δραχμής κι έτσι πρωτογαλουγηθήκαμε , συμμετέχοντας στην αντίσταση του ελληνικού λαού ενάντια στους βαρβάρους  κατακτητές που πατήσανε το πόδι τους στα χώματά μας «χωρίς περίσκεψιν χωρίς αιδώ»…

Κάθε φορά που ξημερώνει η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, υπάρχει συγκίνηση… και είναι που μάθαμε κι άλλα πολλά απο τότε, μέσα από τις διηγήσεις των γονιών, των θείων και  των θειάδων που μεγάλωναν στα δύσκολα κατοχικά χρόνια, μέχρι τα ποιήματα της κατοχικής περιόδου και της ποθητής λευτεριάς, που οι στίχοι τους φανερώνουνε την ανάγκη πούχει ο ποιητής να μοιραστεί τα υπέροχα συναισθήματα και ότι τρυφερό υπάρχει μαζί με τον φλογερό πατριωτισμό που ξυπνά μέσα του…

Μανώλης Αναγνωστάκης

ΧΑΡΗΣ 1944

΄Ημασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας. Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ΄ρχότανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα. Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε. Η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές, χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας. Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι λαχταρούσε, ξεχνώντας το δικό του κορμί, να χαρίσει στους άλλους μιαν άνοιξη.

΄Ημασταν όλοι μαζί, μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.

Μια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ΄ αφτί: «Πέθανε ο Χάρης» «Σκοτώθηκε»  ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα. Κανείς δεν τον είδε. ΄Ηταν σούρουπο. Θά ΄χε  σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα. Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας. Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει… Δεν είμαστε όλοι μαζί.. Δυο-τρείς ξενιτεύτηκαν, τράβηξ΄ ο άλλος μακριά, μ΄ ένα φέρσιμο αόριστο, κι ο Χάρης σκοτώθηκε.

Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι – γεμίσαν οι δρόμοι. Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο ανεμίζουνε πάλι σημαίες. Μαστιγώνει ο αέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια… ΄Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη, ξεχώρισες μια, είν΄ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές, χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας. Είν΄ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος π΄ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος, που σπαθίζει τις πίκρες, σαν ήλιος, που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες, που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην αλήθεια και στο αίθριο το φως.

Λίγο μετά ακούγαμε το φλογερό κι όλο εικόνες της κατοχικής πατρίδας τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη

«Πού νάσαι τώρα… και σ΄ έχω χάσει καλέ μου φίλε Γιώργο Θαλάσση»… και «χορταίναμε» από τον αυθορμητισμό και τον αγνό πατριωτισμό του. Κάποτε στα χρόνια της ωριμότητας τον αναζητήσαμε και επειδή αναρωτιόμασταν που νάταν άραγε μετά τόσα χρόνια, μας έστειλε  τότε ένα μήνυμα με το κινητό του γράφοντας μόνον μια φράση του Μπέρτολτ Μπρέχτ  … «η κοιλιά απ΄ όπου γεννήθηκε (ο φασισμός) είναι ακόμη γόνιμη»

Τώρα στη θέση του Γιώργου Θαλάσση που πάτησε πια τα 93 έρχεται ο εγγονός του ο Γιώργος Θαλάσσης ο νεώτερος, που τον είδαμε να απαγγέλει από επετειακή τηλεοπτική εκπομπή τα παρακάτω λόγια… «Κι εσείς να μάθετε να βλέπετε κι όχι να χαζεύετε. Πρέπει να ενεργείτε κι όχι να λέτε λόγια. Αυτό το τέρας μια φορά κόντεψε να κυβερνήσει τον κόσμο. Οι λαοί είχαν ναρκωθεί, αλλά τώρα ας μη βιαστούμε να τραγουδήσουμε τη νίκη. Η κοιλιά απ΄ όπου γεννήθηκε είναι ακόμη γόνιμη» (Μπέρτολτ Μπρέχτ «Η άνοδος του Αρθούρου Ουϊ»)

Ο παππούς πέρασε το μήνυμα κι ο εγγονός συνεχίζει… ακολουθώντας τα χνάρια του…

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση