«Ο Ταξίαρχος» – Νουβέλα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Κάτω στην οδό Άρτης και 11ης Νοεμβρίου, ένας ταλαίπωρος ζητιάνος είχε διαρκώς απλωμένο το χέρι στην ζητιανιά. Κατεβαίναμε με έναν φίλο μου την κατηφόρα και τον αντικρίσαμε να στέκεται κάτω από ένα μικρό κακοφωτισμένο σκαμνάκι στο μισοσκόταδο. Ήταν πλαισιωμένος από μια μικρή καταχνιά που ερχόταν από την μεριά της λίμνης. Ξέρεις η λίμνη μοιάζει σαν τις σπιρτόζες γυναίκες που όταν είναι ξαναμμένες είναι σαν φυτίλια από δυναμίτη. Παίρνει αμέσως η ίσκα φωτιά και τσακώνονται με η χωρίς και για κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Πολλές φορές ο ζητιάνος έβριζε και καταριόταν την μοίρα του μέσα από τα δόντια του που του έλειπαν τα μισά μα δεν καταλάβαινες γρυ λέξη.

Ένας ενθουσιώδης φθινοπωρινός αέρας μας στρίμωξε και εμάς σε εκείνο το σημείο της πόλης που ήταν το μέρος μπουγάζι. Ο ζητιάνος φορούσε στο κεφάλι ένα πηλήκιο αξιωματικού χωρίς εθνόσημο Μας είδε από μακριά τυλιγμένους μέσα στην πάχνη μας αναγνώρισε και είδαμε το καραμελώμενο του χαμόγελο στα χείλη του. Μα απ’ ότι καταλάβαμε πήγαινε κόντρα στο αγιάζει γιατί δίπλα του είχε φωλιάσει ένα μπουκάλι γεμάτο τσίπουρο ειδικά για εμάς.. Μας έκανε νεύμα να τον πλησιάσουμε να μας κεράσει από ένα ποτηράκι μα δεν το δεχτήκαμε για να μην του το στερήσουμε.

«Νάτο λέει καμαρωτός αυτό είναι ποτό ότι πρέπει, μου το άφησε ένα φίλος που δεν με ξεχνάει από το Κοντορόπη. »

Όμως όσο και αν κρυβόταν κάτω από το δειλό φως και από τα βλέμματα μας γενικά όλη η εμφάνιση του έδειχνε μια ανεμοδαρμένη φυσιογνωμία. Φορούσε ακόμη την ανεπανάληπτη στρατιωτική χλαίνη με τους φθαρμένους και χιλιομπαλωμένους αγκώνες σαν να σατίριζε τον Ναπολέοντα.

Είχε ξηλωμένες τις επωμίδες στους ώμους, μα ήταν ακόμη αποτυπωμένα από τους βαθμούς που κατείχε στο στράτευμα. Και όπως διαδιδόταν είχε υπηρετήσει όπως έλεγε στην Λεγεώνα της Τιμής μια φορά και έναν καιρό. Ήταν στο έκτο Τάγμα Ουσάρων σαν ανώτερος αξιωματικός υπό τας διαταγές του Γάλλου αντιστράτηγου Φολιέ Ζοφείν. Έλεγε πως έφτασε στον ύστατο βαθμό του Ταξιάρχου μα κάπου εκεί κατά το τέλος τα έκανε μαντάρα.. Κανένας στην πόλη της Καστοριάς δεν γνώριζε την ύπαρξή του. Ίσως και να φύτρωσε μια χειμερινή ημέρα χωρίς να τον πάρουμε χαμπάρι ποιος ξέρει μπορεί.

Όσο ήταν στην Λεγεώνα της Τιμής ένοιωθε σιγουριά και αυτοπεποίθηση για το μέλλον του όπως έλεγε.. Ήταν σαν να ακουμπάει ένα μπαστούνι σταθερά. Τώρα ξαφνικά βρέθηκε υποχρεωμένος να βαδίζει χωρίς στήριγμα και είχε χάσει τα αυγά και τα καλάθια.. Κάθε φορά που παράπινε ανέβαινε πάνω στο ευλογημένο σκαμνί που κουβαλούσε και από εκεί έβγαζε έναν πύρινο λόγο εναντίων όλων.

«Είναι βαρύ καθήκον μας αναφωνούσε. Όλα τα έλεγε χωρίς αναστολές με το χέρι πάντα τεντωμένο σαν κοντάρι. Φίλοι μου και αδέρφια. Είναι ιερά υποχρέωση και υποτακτική ανάγκη προς την πατρίδα να την υπηρετούμε. Γιατί η πίστη στον άνθρωπο είναι εσωτερικό βίωμα και ουκ αλίμονο όποιος τα παρακούσει και προσπερνάει σαν να μην συμβαίνει τίποτε τριγύρω του.»

Όταν τον άκουγε κάποιος ξένος που δεν τον γνώριζε να μιλάει με τέτοιο πάθος και τροχισμένη γλώσσα να πετάει φαρμακερά βέλη απορούσε και αμφισβητούσε την ύπαρξή του σαν άνθρωπος. Στεκόταν με το στόμα ανοιχτό μια σπιθαμή με αυτά που άκουγε και θεωρούσε τον εαυτό του ένα μηδενικό. Και πως δεν υπήρχε λόγος να ζεις ποια χωρίς αξίες, σε τέτοιο σημείο σε έφερνε. Δεν λέω ήταν ένας στοχαστής επαναστάτης δίχως σύνορα ουρανοκατέβατος.

Να κάτι τέτοιοι άνθρωποι στιγμάτισαν την ιστορία της πατρίδας στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς έλεγαν μερικοί. Όλοι οι ξένοι τον έβλεπαν σαν λαμπαδάριο γεμάτος ζωή με μια σπίθα φωτιάς να καίει στο στήθος του σαν μπροστάρι σαν αδέσποτη ψυχή. Παρ’ όλη την θλιβερή του εμφάνιση έβγαζε κατά έξω μια υπερδιέγερση και έκανε την φτωχική του ζωή να μοιάζει απλά μια περιπέτεια στο άγνωστο. Το έλεγε και το επαναλάμβανε συνεχώς πως για τις πράξεις και την ζωή του καθενός είναι υπεύθυνος ο ίδιος. Τον καλησπερίσαμε οι δυο μας μα εκείνος μας έκανε από μια συναισθηματική αγκαλιά με τόλμη τρυφερότητας. Έδειχνε κατακόκκινος σαν να μας ντρεπόταν παρόλη την μεγάλη του ηλικία που ήθελε να κρύψει. Τότε νοιώσαμε μια λαγνεία. Μα κάθε φορά που μας έβλεπε η καρδιά του πετούσε από χαρά μέχρι τα σύννεφα. Νόμιζε πως όλα στην ζωή είναι ένα θέατρο του παραλογισμού. Και όλοι μας είμαστε καλοί και κακοί ηθοποιοί. Γιατί αυτός δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας φτωχός κομπάρσος που απλώς ανασκαλεύει την ζωή των άλλων. Τον παρασύραμε και τον πήγαμε σε μια ταβέρνα ..

Σταθεροποίησε την θέση του σαν άρχοντας σε μια καρέκλα πήρε τα προκαταρτικά σαν δικαστής. Τον βάλαμε να καθίσει κοντά στην φωτιά. Ζεστάθηκε και έβγαλε την ματωβαμένη του χλαίνη και την έριξε σε μια άλλη καρέκλα.. Γύρο μας καθόταν μικρές συντροφιές κόσμου που πλημμύριζαν τα χωρατά τους. Πάρα δίπλα καθόταν και διάφορες οικογένειες που έλεγαν τα οικογενειακά τους με τους μπαμπάδες ακουμπισμένοι σε παράπλευρες καρέκλες.. Έφαγε ψημένες μπριζόλες να κολυμπάει στα λάδια από τις σαλάτες. Μόλις άδειαζε το ποτήρι εμείς του το ξαναγεμίζαμε πολλές φορές με άφθονη μπύρα. Δεν παραπονέθηκε καθόλου πάντα γινόταν το δικό του και αυτό που ποθούσε εκείνος εκείνη την στιγμή. Να τρώει μα να μην μιλάει ποτέ για κριτική. Είχε μια διαφορετική φινέτσα πως να το κάνουμε μπροστά στις ανθρώπινες αδυναμίες.

Τσουγγρίζαμε τα ποτήρια μας μαζί του με κάθε τυπική σοβαρότητα. Γιατί έτσι και καταλάβαινε πως τον κοροϊδεύεις κάνε το μνήμα σου και κρύψου μέσα μέχρι να συνέλθει. Ο Τάσος Καρατάσος με την ταβέρνα, μας έβαλε κάτι παλιά μερακλίδικα λαϊκά τραγούδια αποκλειστικά για τον Ταξίαρχο. Εκείνος μερακλώθηκε αμέσως και χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκώθηκε όρθιος με το τσιγάρο σφηνωμένο στα χείλη και να φωνάζει δυνατά. «Να πεθάνει ο χάρος απόψε.»

Και εμείς από δίπλα να είμαστε γονατισμένοι γύρο του και βαράγαμε παλαμάκια. Μερακλωμένος ο ταξίαρχος να παίρνει τις στροφές σαν αναγνωριστικό αεροπλάνο. Αφού να φανταστείς μας κοίταζαν οι ηλικιωμένοι και κλαίγανε που δεν μπορούσαν να χορέψουν. .Τότε τα έδωσε όλα ο ταξίαρχος και πάνω στην παραζάλη του ξέφυγε το γυάλινο μάτι που φορούσε. Αμέσως το πρόσωπο του πήρε έναν άσχημο μορφασμό και έβαλε τα κλάματα και να χτυπιέται σαν μικρό παιδί για κάποια Γαλλίδα φίλη του.

«Γιατί να μου το κάνει εμένα αυτό η Λίλα, εγώ την έσωσα με τα στιβαρά ετούτα μπράτσα έλεγε κλαίγοντας σαν δαρμένο σκυλί .»

Τότε καταλάβαμε πως όλα έγιναν για κάποια Λίλα και είχε καταντήσει ζητιάνος στην Καστοριά. Κάποιος γνωστός εκεί δίπλα μας με ζύγωσε και μου είπε στο αυτί. Τον ξέρετε καιρό αυτόν τον ταξίαρχο. Εμ πως του λέω διστακτικά. Πριν δυο χρόνια τον έβλεπα στην κεντρική πλατεία Κοζάνης με τα ίδια ρούχα και το πηλήκιο. Είχε δει είπε μια πολεμική ταινία με την Λεγεώνα της Τιμής στην έρημο και αγάπησε την πρωταγωνίστρια. Του κόλλησε στο μυαλό πως ήταν ο ίδιος στο πεδίο της μάχης σαν Ταξίαρχος που πολεμούσε τις ορδές των Βεδουίνων και την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Έτσι προμήθευσε μια στρατιωτική στολή αξιωματικού και παριστάνει τον ταξίαρχο. Εκεί κολλάει και το μυαλό του και ζει τώρα έναν έρωτα με την Λίλα μαζί με τον παροξυσμό του..

Ξέραμε όμως πως έμενε σε ένα εγκατελειμένο σπίτι στα παλιά αρχοντικά στο Ντολτσό λίγο ποιο πέρα από το αρχοντικό του Σκούταρι. Είχε μόνο ένα μονό κρεβάτι με κάγκελα σαν τάφος. Ξάπλωσε επάνω με τα άρβυλα και την χλαίνη και βρόμαγε σκουπιδοτενεκές. Τώρα σε όλους ποια είναι γνωστός. Να τον ακούνε σαν πρωινό τροβαδούρο του έρωτα με την φάλτσα φωνή του κοντά στην παραλία. Τότε τρομάζει τα σκυλιά της πλατείας να τρέχουν σαν τρελά με την ουρά στα σκέλια τους.

Μέσα στην άγρια νύχτα που γυρίζαμε τον ακούγαμε να παραμιλάει. Και να λέει πως είχε μεγαλόπνοα σχέδια για την αγαπητικιά του και για τον ίδιον μα από αύριο που δεν θα θυμόταν τίποτε.. Ακόμη και έτσι στην κατάσταση που βρίσκετε μια τάση αισιοδοξίας λαμπίριζε στο μυαλό του. Είχε την ψευδαίσθηση ακόμη πως θα γύριζε πάλι πίσω η Λίλα στην αγκαλιά του κάποια στιγμή. Και εκείνος θα γύριζε στο στράτευμα με τον ανώτατο βαθμό του ταξιάρχου να τον βλέπουν και να στέκονται όλοι κλαρίνο μπροστά του. Τον καληνυχτίσαμε και πήραμε την ανηφόρα στον πλακόστρωτο δρόμο για την πλατεία Ομονοίας. Και από τόσο μακριά ακούγαμε ακόμη την φωνή του να τραγουδάει.

«Πώς θα έρθει μια άσπρη ημέρα και για εμάς.»

Ίσως όλα αυτά με τους ποιητικούς του υπαινιγμούς του εγείρανε και   κέντριζαν την φαντασία του. Μα οι φωνές των τραγουδιών του ξέφευγαν από τις μικρές γρίλιες της σάπιας πόρτας του και σκόρπαγε κατά έξω. Μα μόλις αποκοιμήθηκε έπεσε πάνω του ένα ρόδινο πέπλο λησμονιάς που τον καρφώνει κάθε βράδυ στον σταυρό της ζωής του.

Προηγούμενο Άρθρο

Γεφύρι Δενδροχωρίου | Καστοριά (vid)

Επόμενο Άρθρο

Κοροναϊός: Ο Καστοριανός επιστήμονας στις ΗΠΑ που «έσωσε» τον Τραμπ μιλά για τα φάρμακα που του έδωσε

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα Βραβεία “Ευπρέπεια 2019” – Μια βράβευση που διέλαθε της προσοχής μας και μας τιμά ιδιαιτέρως τόσο ως Δυτικομακεδόνες όσο και ως Γουναράδες – (Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος¹)

Στο όνομα του βραβευθέντα συμπατριώτη μας Χαρίλαου Ζήκου αναφερθήκαμε κι΄ άλλη φορά μέσω αρθρογραφίας και συγκεκριμένα