Ο Τάκης Διαμαντής θυμάται (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Ο καθένας μας κρατάει πάντα στο νου  κάποια σημαντικά γεγονότα που τον σημαδέψανε στο πέρασμα του χρόνου… κι έχουν να κάνουν με τα πρώτα αποφασιστικά βήματα που επηρεάζουνε το παρόν και το μέλλον του.

1962, αρχές Νοεμβρίου 8 του μήνα, γιορτή των Αρχαγγέλων, ο Τάκης βρίσκονταν στο λιμάνι της Πάτρας με μια βαλίτσα  που είχε τα απαραίτητα. Υπήρχε κι ένας μπουξιάς σαν εκείνους που κουβαλούσαν οι παλιοί γουναράδες όταν φεύγανε για την ξενιτιά. ΄Ένα πολύ μεγάλο μαντήλι δεμένο σταυρωτά – ένα σακβουαγιάζ του παρελθόντος- ας πούμε. Εκεί μέσα η μάνα του Τάκη έβαλε την κουβέρτα, το μαξουλάρι και το παλτό του γιού της, τόδεσε σφιχτά για να φτάσει μαζί του στο μακρινό Μόντρεαλ. Μαζί μ΄ αυτά ο Τάκης είχε και μια νταμιτζάνα γεμάτη τσίπουρο μεταβγαλμένο, στις τσέπες το διαβατήριο και τα σχετικά έγγραφα, που ήταν γνώστης της αγγλικής γλώσσας και κείνο που αναφέρονταν στα κοινωνικά του φρονήματα.

Σε ώρες φθινοπώρου φθάσανε στην αποβάθρα με τους δικούς του. Από νωρίτερα είχανε γίνει οι απαραίτητες ενέργειες να φύγει για τον Καναδά με το υπερωκεάνειο «Ολύμπια». Μα το μεγάλο πλοίο είχε «κλείσει», είχαν δοθεί όλες οι καμπίνες κι έτσι η δεύτερη λύση βρέθηκε μέσω του λιμανιού της Πάτρας. Εκείνο το πρωϊ κατέφθασε από την Τεργέστη , στο ελληνικό λιμάνι, το Saturnia , για να πάρει τα νιάτα της πατρίδας που ξεπροβοδούσε επι μακρόν τα παιδιά της σ΄ άλλη γη σ΄ άλλα μέρη. Στους ξένους τόπους έβρισκαν δουλειές και μισθούς καλούς, ώστε να περισσεύουνε χρήματα, να γίνονται τσέκια και να βοηθούνε τις οικογένειες που τα περίμεναν πως και πως…

Εκεί στο λιμάνι έγινε ο αποχαιρετισμός με αγκαλιές και κλάμα… με συγκίνηση κι από τις δυο μεριές… Το νεαρό παλληκάρι μάζεψε τις αποσκευές του κι ανέβηκε τις σκάλες του Saturnia. Η μετανάστευση είναι η πανάρχαια μοίρα των ελλήνων. Μας το θυμίζει κάθε τόσο η ιστορία από τα πανάρχαια χρόνια. Το ιταλικό υπερωκεάνειο διπλάσιο σχεδόν από το «Ολύμπια», ανοίχτηκε στο πέλαγος, αποχαιρέτησε με κάποιο τρόπο τα ελληνικά χωρικά νερά και πολλές ώρες μετά αγκυροβόλησε στο Παλέρμο της Σικελίας για να πάρει από κει 700 ιταλούς, που από ανάγκη κι αυτοί  άφηναν την πατρική γη για να βρεθούν ως μετανάστες πέραν του Ατλαντικού. Η Μεσόγειος μέσα στο φθινόπωρο του 1962 έμοιαζε μπρος στον τρικυμιώδη ατλαντικό ωκεανό με μια ακίνδυνη θάλασσα. Επόμενη στάση στην όμορφη Νάπολι, μπήκαν λίγοι ακόμη επιβάτες κι από κει. Το ταξίδι ήταν άνετο κι ευχάριστο, ιδίως τα βράδια όπου όλοι βρίσκονταν στις μεγάλες αίθουσες, όπου παίζανε οι ορχήστρες τις ιταλικές αθάνατες μελωδίες και οι ταξιδιώτες τραγουδούσανε με πάθος το o sole mio, συνοδεύοντας τον τραγουδιστή  ή την τραγουδίστρια της βραδιάς.

Ως πρόσκοπος ο Τάκης , γνώριζε καλά πινκ- πονκ . ΄Οποτε έβρισκε χρόνο, πήγαινε στην κατάλληλη αίθουσα κι έπαιζε με τους ιταλούς συνταξιδιώτες. Κι έπαιζε εξαιρετικά, κερδίζοντας σχεδόν πάντα τους απέναντι.

Τελευταίο ευρωπαϊκό λιμάνι ήταν η Λισσαβώνα. Μόλις έριξε άγκυρα, πολλοί ταξιδιώτες κάνανε μια βόλτα στη στεριά  ανάμεσά τους και ο Τάκης, περνώντας από μια μεγάλη γέφυρα, βρίσκοντας κατόπιν στο διάβα τους μια εντυπωσιακή εκκλησία. Το πλοίο έπειτα μπήκε σε βαθύτερα νερά. Ο ατλαντικός παίδεψε όλους τους παρευρισκόμενους, κι άπειρους στη θάλασσα. Το Saturnia άλλαξε πορεία αποφεύγοντας την μεγάλη θαλασσοταραχή. Επι μέρες η ναυτία ταλαιπωρούσε τους μετανάστες. Την 11η όμως μέρα είδανε από μακριά τη γη του Καναδά, τυλιγμένη στην αραιά ομίχλη, τη γη που υπόσχονταν πολλά…

19 Νοεμβρίου

Το τρανό υπερωκεάνειο έριξε άγκυρα κι ο Τάκης βαστώντας μπουξιά, βαλίτσα και τη νταμιτζάνα γεμάτη με τσίπουρο , κατέβηκε τα σκαλιά.

΄Ενιωθε ήσυχος γιατί είχε στις τσέπες του τις βεβαιώσεις για τα εμβόλια, τα έγγραφα που αποδείκνυαν ότι είχε τελειώσει την Τρίτη τάξη των αγγλικών στο φροντιστήριο ΣΒΑΡΝΑ, είχε το διαβατήριο  που το παρέλαβε από το ταξιδιωτικό πρακτορείο Διάνα- του Νάτσινα. Περνώντας από τον έλεγχο  τούπανε πως θα παραλάβει την νταμιτζάνα στο Μόντρεαλ κι έφυγε ελαφρύτερος. Στον Καναδά που τον δέχτηκε, ήδη είχε αρκετά εφόδια, διότι πέραν του ότι ήταν και μέλος της χορωδίας του Βασίλη Δόϊκου, είχε μαθητεύσει στο εργαστήριο του Χάρη Παπαϊωάννου που βρίσκονταν στην αρχή της οδού Χριστοπούλου, πίσω από το πατρικό του. Ο Τάκης ήταν μηχανικός, κι όταν έπιανε τη μηχανή, έραβε κοιλιές, έραβε και πόδια, οπότε εξελίχθηκε σε άριστο μηχανικό. Παράλληλα ήταν κι ο νερουλάς του εργαστηρίου. Πενήντα εργάτες  περιμένανε από τα χέρια του, το δροσερό ποτήρι νερού για να ξεδιψάσουν. Αυτά συνέβαιναν στα 1960…

΄Εως ότου έφθασε στον Καναδά ήταν ένας ειδικευμένος εργάτης, κάτι που ήταν απαραίτητο για να τον δεχτούν στη χώρα αυτή. Το τελευταίο που θυμάται καθώς κατέβαινε στα σκαλιά του πλοίου ήταν οι δύο μοναχές που μοιράζανε στους  μεν ορθόδοξους ταξιδιώτες, οδοντόπαστα και βούρτσα, στους δε καθολικούς τη βίβλο.

Εδώ όλα άλλαζαν πια…Τέρμα οι ορχήστρες , το πινκ πονκ τα τραγούδια… και ήταν η ώρα να πάρει το τραίνο για τον τελικό προορισμό. Το ταξίδι για το Μόντρεαλ κράτησε 22 ώρες, ο χρόνος του φάνηκε μακρύς κι ατέλειωτος, έως ότου με το τέρμα της διαδρομής είδε δύο γνώριμα πρόσωπα να τον χαιρετούν , τον Παναγιώτη Δόλλα και τον Γιάννη Ηλιόπουλο. Πιο πίσω ήταν η γιαγιά και η θεία Αγνούλα, μαζί με τον Τζιώτζη τον Παυλή , με το παρατσούκλι Τσάρος. Νέες αγκαλιές και νέα φιλιά και κλάματα για το καλωσόρισμα…

Για κάμποσο καιρό φιλοξενήθηκε στους συγγενείς, προσπαθώντας να εγκλιματιστεί στο βαρύ χειμώνα του Μόντρεαλ, όπου έρρεε ο ποταμός Σαίντ Λώρενς, μια πόλη που θεωρούνταν ως το μεγαλύτερο εμπορικό, βιομηχανικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας, κτισμένη στο ίδιο χώμα όπου κάποτε υπήρχε το ινδιάνικο χωριό Χουτσελάγκα…

Μόντρεαλ… και το θερμόμετρο υπο το μηδέν… έως και -35 Κελσίου…

Δρυμύ το κρύο και το χιόνι άφθονο, μα οι καναδέζικοι δρόμοι πάντοτε πεντακάθαροι. Λόγω της αναδουλειάς στα γουναράδικα του 1963, ο Τάκης βρήκε για ένα διάστημα απασχόληση σε ένα εργοστάσιο παραγωγής πλαστικών ειδών οικιακής χρήσης. Στην πρόσληψή του μεσολάβησε ο συμπατριώτης Τάκης Μάνθος. Η καθημερινότητα είχε τα δικά της γνωρίσματα, κι αν το «κρύο της αρκούδας» ταλαιπωρούσε τους πάντες, εκείνος έπρεπε να μετακινείται από το σπίτι ως το εργοστάσιο αλλάζοντας 3 συγκοινωνίες. Υπήρξαν φορές που τον πήρε ο ύπνος στα βαγόνια… Η εβραϊκή εταιρεία πλαστικών έδινε γάντια στους  εργάτες, για να μην αγριέψουνε τα χέρια τους και πάραυτα δεν το απέφευγαν ολότελα. Σαν καινουριοφερμένος μετανάστης εντυπωσιάστηκε με τους Καναδούς που τον καλημέριζαν , μα στο δρόμο, μα στα τραίνα της γραμμής. ΄Ενοιωσε πως τον σέβονταν και η ευγένεια αυτή και η ισοτιμία τον συγκινούσε βαθύτατα.΄Ετσι πέρασε ο πρώτος καιρός έως ότου στρώσαν τα πράγματα στη γούνα και σύντομα βρήκε δουλειά στο εργαστήριο του Τζίμη Καλαφατίδη, όπου δούλεψε δέρματα. Το μεροκάματο καλό. ΄Επιανε καθημερινά 40 καναδέζικα δολλάρια… κι έτσι μετά απο 8 μήνες φιλοξενίας πιάσανε μαζί με τον Παναγιώτη και τον Γιάννη και τον Τζημόπουλο ένα επιπλωμένο διαμέρισμα. Μπορούσαν να εξοικονομούν χρήματα – έμαθαν κιόλας να μαγειρεύουν- οπότε αποταμίευαν όσα μπορούσαν στην τράπεζα κι έστελναν τα τσέκια στην οικογένεια.

«Ο Καναδάς στάθηκε ο μεγάλος μου δάσκαλος, τότε πρωτοκατάλαβα τι σημαίνει σεβασμός κι ευγένεια, κι όταν θυμούμαι εκείνα τα χρόνια στη χώρα αυτή… δακρύζω…»

«Εκτός από τις ώρες εργασίας, υπήρχαν και οι ώρες χαλάρωσης και ψυχαγωγίας. Πηγαίναμε στη λέσχη των Καστοριανών κι  επισκεπτόμασταν αθλητικά κέντρα όπου γυμναζόμασταν, πιάναμε τα βάρη, ή δοκιμάζαμε ότι άλλο υπήρχε, από πισίνες έως αίθουσες με ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες.»

΄Ετσι κύλησαν 13 συνεχή χρόνια εκεί στην ξενιτιά  για τον ευαίσθητο Οδυσσέα-Τάκη και τότε σκέφτηκε και αποφάσισε ν΄ αφήσει για λίγο τον σαγηνευτικό Καναδά, να δει την πόλη όπου γεννήθηκε και τους δικούς του που τόσο του λείψαν.

1968 ήταν η πρώτη φορά και μια δεύτερη το 1970. Ξανάρθε το 1972 και το 1973 έστειλε με το πλοίο της γραμμής αυτοκίνητο μάρκας Μάσταγκ κι έφερνε τις βόλτες του στην Καστοριά, ικανοποιημένος για τους στόχους και την προκοπή που «έβαλε» και ήλθε ύστερα από τον συνεχή μόχθο στα ξένα, ευρισκόμενος ως μετανάστης σ΄ έναν τόπο με πολλές ευκαιρίες.

Το Μόντρεαλ το χάρηκε πολλούς χειμώνες , καταστολισμένο στη διάρκεια των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, με τα λαμπερά πολύχρωμα λαμπιόνια, τα μεγάλα πολυκαταστήματα που θάμπωναν τους καταναλωτές. Πάρα ταύτα η σκέψη του Τάκη- Οδυσσέα είχε ωριμάσει για την επιστροφή. Η Καστοριά- Ιθάκη τον καλωσόρισε ύστερα από 13 χρόνια. Το πατρικό σπίτι ήταν έτοιμο για τα ερχόματά του.

Στον Καναδά ξαναπήγε ύστερα από χρόνια, το 1989 με τη γυναίκα του και τις δυο τους κόρες, πραγματοποιώντας ένα ταξίδι αναψυχής, επιστρέφοντας στην καταπράσινη χώρα που του χάρισε το ωραίο ταξίδι της αναζήτησης κι ωφελήθηκε πολλαπλώς ως άνθρωπος από την νοοτροπία των Καναδών πολιτών που του συμπεριφέρθηκαν με σεβασμό κι ευγένεια- δείγματα επαρκούς παιδείας-.

Τάκη σ΄ ευχαριστώ… από καρδιάς…

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

1.Μάντσιος Ντίνος, 2.Παλιός Φίλος, 3.Κυριαζίδης Γιώργος, 4.Παπαγιαννόπουλος Μανιός από Μαυροχώρι, 5.Χατζής Γιάννης, 6.Γκιμουρτζίνας Σάκης, 7.Διαμαντής Τάκης.
*Στο κέντρο διασκέδασης AKROPOL επί της οδού Park Aveniou Montreal Καναδά σε αντάμωμα Νεοϋορκέζων και Καστοριανών του Μόντρεαλ.

Προηγούμενο Άρθρο

Αποτελέσματα αναλύσεων πόσιμου νερού πόλης και οικισμών Δήμου Καστοριάς

Επόμενο Άρθρο

Τα δρομολόγια των Κινητών Αστυνομικών Μονάδων για την επόμενη εβδομάδα στην Π.Ε. Καστοριάς (9-14/12)

Τελευταία από Παράδοση

Η «ΜΠΕΤΣΚΑ»

Το Πάσχα δεν το θύμιζαν μόνο τα κόκκινα αβγά, ούτε τα τσαρούχια,