Μπάνιο στη λίμνη με… γκαζοτενεκέ… Καστοριά… στα 1955 (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Καλοκαίρι, δροσερό, ευχάριστο, με την καθημερινότητά του , και τις μαμάδες μας νάχουν σχεδιάσει όλες μαζί, με θειές και τα τοιαύτα, που θα επιλέξουνε τόπο για να πλύνουνε τα ελαφριά τους κιλίμια εκείνη τη χρονιά. Προτιμήσανε τη μεριά πέρα από το Απόζαρι, στη θέση ΄Αη Σωτήρα…

Για να φθάσουμε έως εκεί με τόσα στρωσίδια , πήραμε το μοτόρι από την αποβάθρα, που εκτελούσε καθημερινά το δρομολόγιο Καστοριά-Μαύροβο. ΄Ετσι ένα τσούρμο παιδιά μετά των μανάδων τους μπήκαμε στο μοτόρι του Νανά και με την σχετική συνεννόηση κατεβήκαμε στα βράχια, κάτω από το εκκλησάκι του ¨Αη Σωτήρα. Δρόμος δεν υπήρχε τότε ακόμη. Με το που φθάσαμε στη σημείο απόβασης, το μοτοράκι έκοψε ταχύτητα , αφήνοντας και ένα ελαφρύ κυματάκι που έσβηνε αργά αργά καθώς ως ευέλικτα μικρά παιδιά σκαρφαλώναμε προς τα βράχια της όχθης. Βγήκαν και οι γυναίκες- μανάδες και θειές κουβαλώντας το βιός τους αποτελούμενο από τις κουρελούδες- διαδρόμους που χρησιμοποιούνταν στα σπιτικά τους, μαζί μ΄ άλλα στρωσίδια και κανά δυο-τρεις κόπανους απαραίτητους για το καθάρισμα.

  • Να κάτσετε φρόνιμα μέχρι να τελειώσουμε τη δουλειά μας και ύστερα θα κολυμπήσετε… μας είπαν.

Κι όσο εκείνες έπλεναν και ξέπλεναν τα άπλυτα με πράσινο σαπούνι, εμείς απολαμβάναμε το χλιαρό νερό βρέχοντας τα πόδια ή κάνοντας τάχα πως ψαρεύαμε , βρίσκοντας κάποιο καλάμι ή ρίχνοντας μικρές πετρούλες στη λίμνη μέχρι το πλύσιμο να πάρει τέλος.

Το καλοκαίρι του 1955 ήταν από τα δροσερά. Κανείς δεν παραπονιότανε, μα κι αν υπήρχαν κάποιες ξεχωριστές ζεστές μέρες με θερμοκρασιακές εξάρσεις κρατούσαν δυο-τρεις το πολύ μέρες.

  • ΄Αϊντε… πάρτε τους γκαζοτενεκέδες και μπείτε στο νερό…

Η επαφή με το νερό, η αίσθησή του μας συνοδεύει από την κοιλιά της μάνας μας…ο αμνιακός σάκος όπου για εννέα μήνες μεγαλώνουμε, μας βοηθούσε να σταθούμε, αλλά και με τη βοήθεια του παραδοσιακού άδειου γκαζοτενεκέ ο οποίος από τη μια μεριά είχε την άκρη της τριχιάς που βαστούσε μάνα, ενώ από την άλλη ήμασταν εμείς δεμένα μαζί με τον άδειο τενεκέ… και την άλλη άκρη της τριχιάς.

΄Ετσι κάναμε τις πρώτες απλωτές, φορώντας τα βρακάκια της εποχής, διεκδικώντας με κάποιο τρόπο τα «μπράβο» από το γυναικόσογό μας.

΄Όταν «ξεμακραίναμε» στα πιο βαθιά νερά, εκείνες τότε μας τραβούσανε με το σχοινί προς την όχθη. Αυτό το πρώτο μάθημα στο νερό κρατούσε κάπου μισή ώρα. Πλατσουρίζαμε, γελούσαμε, χαχανίζαμε, περιμένοντας ξανά το μοτόρι για να επιστρέψουμε ως τη γέφυρα.

Οι γκαζοτενεκέδες- στην περίπτωσή μας «σωσίβια»- για τα χρόνια εκείνα είχαν κάνει τη δουλειά τους. Μας έχουν πει πολλά παιδιά που πρωτομάθαιναν μπάνιο στη λίμνη και για τις «μπλούκλες» που ήταν νεροκολοκύθες στεγνές και μπορούσαν να κρατήσουν τον λουόμενο… να μην μτατακωθεί…

Ζήσαμε μια εποχή ξεχωριστή εκείνα τα χρόνια. Η πόλη μας ήταν ακόμη «η αυθεντική αρχόντισσα» εννοώντας με αυτό, πως το μπετόν και η άναρχη δόμηση έλειπαν ολότελα από το παραδοσιακό σκηνικό της εποχής…

΄Οσο δε για τα άτακτα έφηβα παιδιά που δουλεύανε από τότε στη γούνα, το καλοκαίρι τα περίμενε το κολύμπι, δίπλα στα άλλα μοτοράκια που αγκυροβολούσαν τελειώνοντας τα δρομολόγιά τους. ΄Εφευγαν από τα γουναράδικα εργαστήρια για να δροσιστούν και να χαρούν το κολύμπι στη λίμνη… Τ΄ ακούγαμε που φωνάζανε και πείραζαν το ένα το άλλο…

-Τάκη, ήσουν και συ εκεί;

Ο Σταύρος πάντως ο Καλλίνικος έλεγε τις προάλλες πως έκαμνε μπάνιο στην άλλη μεριά , στα Λουτρά, όπως τώρα λέμε στη νότια παραλία, και ήταν και κείνος δεμένος με τριχιά και γκαζοτενεκέ. Τύχαινε μάλιστα μερικές φορές να κολλήσει στις φτέρνες μας και καμιά βδέλλα …μας έλεγε…

΄Ετσι ζήσαμε σαν παιδιά τη λίμνη μας, με τις εμπειρίες αυτές, τους ψαράδες και τους βαρκάρηδες, που κινούνταν για την ψαριά της ημέρας και τα μοτοράκια που περνούσαν αρκετά κοντά από την όχθη, φέρνοντας κύμα που μετά από λίγο έσβηνε απαλά απαλά…

Σ΄ εκείνη τη μεριά της λίμνης όπου ξεκουράζονταν τα μοτόρια σε ώρες που οι νοικοκυραίοι της γειτονιάς παίρνανε κι έναν σύντομο ύπνο, οι χαρούμενες και εφηβικές φωνές των άτακτων παιδιών που έκαμναν βουτιές και μακροβούτια ακούγονταν ανάμεσα σε ψαράδικα και Απόζαρι.

Βαστήξαμε στη θύμησή μας αυτές τις στιγμές δίχως να ξέρουμε αυτά τα παλληκαράκια και δίχως να μας γνωρίζουνε και κείνα…

Απολαμβάνανε το μπάνιο, χαίρονταν την παρέα τους, έως  ότου γυρίσουνε στο τεζιάκι να συνεχίσουν τη δουλειά τους.

΄Ωρες ξεγνοιασιάς και για κείνα και για μας που καθόμασταν μ΄ ανοιχτά παράθυρα διαβάζοντας τον τεν-τεν, τη μικρή Λουλού, τι περιπέτειες του Κλάρκ Κέντ, Σούπερμαν, γκαούρ, Ταρζάν κλπ

Λίγο πριν σουρουπώσει περνούσε από την οδό ΄Αρτη το κατακόκκινο αυτοκίνητο της Πυροσβεστικής να μας δροσίσει.

Τους γκαζοτενεκέδες δε θα τους θυμόμαστε έτσι αλλά κι αλλιώς γιατί τον επόμενο καιρό άλλαζαν χρήση. Οι νοικοκυρές μαμάδες μας τους χρειάζονταν για τα μύγδαλα, τα καρύδια, τη φύλαξη της χυλοπίτας και του τραχανά…

΄Όπως θα θυμόμαστε και το παιδικό τραγούδι που πολλοί το τραγουδάμε ακόμη…

Το μοτόρι του Νανά

έρχεται η ώρα μια

και φωνάζει κούει κούει

και κανένας δεν τ΄ ακούει…

Καθώς ο χρόνος περνούσε άλλαζαν σιγά σιγά πολλά στη ζωή των σπιτιών μας. Λησμονήθηκαν  οι γκαζοτενεκέδες, τα χαρανιά που φτιάχναν οι νοικοκυρές τη μαρμελάδα και τα γλυκά του κουταλιού… και δίχως πολλά λόγια γυρίσαμε σελίδα στην καθημερινότητά μας…

΄Ηλθε ο καιρός που όλο και πληθαίνανε οι πολυόροφες οικοδομές και λιγοστεύανε τα διώροφα σπιτικά, καθώς οι τυχάρπαστοι εργολάβοι αγνόησαν το προφίλ της πόλης και την αρχοντιά της, παίρνοντας άλλες αποφάσεις, απλά και σταράτα κερδοφόρες, και με ιδιοτελείς ενέργειες πέρασαν κι έριξαν πολύ μπετόν πάνω στη χερσόνησο. Φύγαμε από τα σπίτια τα  διόροφα, αυτά που είχαν κήπους, υπόγεια, καταπακτές, για να ζήσουμε στις νέες κατοικίες αφήνοντας στην τύχη το παλιό βιος μας «άχρηστα είναι πια» ακούγαμε να λένε, οπότε χάθηκαν τα χαρανιά, οι τρανές κουτάλες, οι φωτογραφίες των παππούδων, οι γκαζοτενεκέδες, οι κουρελούδες, οι γκαζόλαμπες, μαζί με τον κήπο, τη λίμνη που βλέπαμε από κοντά, τις φωνές των κολυμβητών. Η εικόνα της πόλης όπου μεγαλώσαμε έσβηνε… λίγο το λίγο και η πολυκατοικία… νίκησε τα χαμηλά σπίτια της πόλης.

΄Όλα αλλάξανε και ούτε οι κουρελούδες για πλύσιμο, ούτε μοτόρια να εξυπηρετούν τον κόσμο στα παραλίμνια χωριά, αράζοντας οριστικά μια μέρα στην αποβάθρα.

«Τα πάντα ρει»… θέλουμε δεν θέλουμε…

Κι όλα κάποτε συνεχίζονται αλλιώς, κι ούτε λόγος πια για κολύμπι στη λίμνη με γκαζοτενεκέδες, ούτε μακροβούτια… Εξ άλλου μεγαλώναμε, μπαίνοντας σε μια νέα φάση ζωής και καθώς τρανεύουμε ολοένα και περισσότερο βαστούμε αυτές τις εικόνες και τις αναμνήσεις σαν θησαυρό στην καρδιά μας.

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

 

Προηγούμενο Άρθρο

Το προτεινόμενο χειμερινό ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων από τον Εμπορικό Συλ. Καστοριάς

Επόμενο Άρθρο

Σήμερα τα εγκαίνια του εκλογικού κέντρου του συνδυασμού “Προτεραιότητα στον πολίτη”

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ