«Λες και ήταν χτές» (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Ακόμη και ένας στίχος μπορεί να μας ταξιδέψει σε εποχές περασμένες, κι όχι τόσο μακρινές… επειδή μεγαλώσαμε κοντά σε μανάδες, θειές και συγγένισσες, οι οποίες ζήσανε τη νεανική τους περίοδο αρκετά διαφορετικά από εμάς και τα παιδιά μας….

1938… Λες και ήταν χτες και η ζωή πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κυλούσε με την καθημερινότητα των ανθρώπων, την εργασία στα μικρά γουναράδικα του σπιτιού, το ψάρεμα στη λίμνη, τα ταξίδια που γίνονταν σ΄ Αμερική και Ευρώπη.

Σε μια μικρή πόλη η ζωή τότε κυλούσε με τον δικό της τρόπο, με τα μέτρα της εποχής τους, το μικρό μπακάλικο, τα καφενεία, το χασάπικο, τα γραφεία ταξιδίων, την εφημερίδα «Καστορία» του συμπολίτη μας Θωμά Βαλαλά, τους μικρούς φούρνους της γειτονιάς, τις μοδίστρες και τα καταστήματα της πάνω και της κάτω αγοράς, απ΄ όπου οι τότε συμπολίτες μας προμηθεύονταν τα απαραίτητα. Ο μύλος του Κονφίνο άλεθε στάρι και καλαμπόκι για τα νοικοκυριά.

Αγαπημένο κατάστημα στο Τσαρσί που λειτούργησε από το 1943 ή 44 ήταν του Σαλαμότση. Οι κλωστές για κέντημα ήταν μαζί με τα καλλυντικά της εποχής προσφιλή προϊόντα στις κυρίες και τις δεσποινίδες των καιρών εκείνων…

Καστοριά στα 1938, με νεαρά κοριτσόπουλα που άλλα υπήρξαν τυχερότερα και άλλα λιγότερο. Υπήρχε ένα μπουκέτο από Χριστιανές και Εβραιοπούλες που φοιτούσαν στο Γυμνάσιο της πόλης, δίπλα στην Παναγιά Κουμπελίδικη. Αυτά «έδειξαν» το δρόμο για την πρόοδο του γυναικείου φύλλου, παρά τις δυσκολίες, τις αυστηρότητες, την κοντόφθαλμη αντίληψη… Τα περισσότερα από αυτά τελειώνανε το δημοτικό ίσως και μια δυο τάξεις του γυμνασίου, οπότε έμπαιναν στον κόσμο της καθημερινής ζωής, μαθαίνοντας τα του νοικοκυριού, κεντώντας κάποια από τα προικιά τους, ζώντας κάτω από την επίβλεψη των μελών κάθε οικογένειας που υπερασπίζονταν το «καλύτερα να σε βγει το μάτι, παρά το όνομα». Τα κορίτσια τρία τρία, δυο δυο, έκαμναν τα συνηθισμένα για την εποχή τους, να πάνε στον Σαλαμότση για κλωστές, να προβάρουν στη μοδίστρα το καινούριο φόρεμα και να προξενεύονται για τα καλά και σοβαρά παλληκάρια του τόπου τους, μεσολαβούντων των ειδικών προσώπων που είχαν το χάρισμα να κάνουν τα μαύρα άσπρα, να θολώνουν  τα νερά και να παντρεύουνε δυο πλάσματα στο πι και φι…

Μια φορά η κυρά Ελένη του Πουρφιώτη- καλή της ώρα- μου έλεγε για μια εξαδέλφη της που την είχαν αρραβωνιάσει. ΄Όλα καλά έδειχναν, μα η μάνα της ανησυχούσε κάθε φορά που ο αρραβωνιαστικός «έδειχνε» βγάζοντας τα παπούτσια του…πως θα διανυκτέρευε στο σπίτι τους… ΄Υπνος δεν την έπιανε για να κατασκοπεύει πως θα περνούσε η βραδιά.

Πάντα όμως τα νέα παιδιά «βρίσκανε» τρόπους να βρεθούν ακόμη κι αν αυτό στοίχιζε κυρίως στα κορίτσια. Τα δυο μπαλκόνια που σχεδόν ήταν δίπλα δίπλα στη θέση Τσαρσί , ενθάρρυναν τα παιδιά, πούβγαιναν εκεί να τα πούνε, έχοντας νιώσει το πρώτο χτυποκάρδι στην καρδιά… Τώρα τα μπαλκόνια αυτά μπορεί να σώζονται,  νάχουν δείξει πόσα χρόνια έχουνε περάσει από τότε κι όχι μόνον αυτό, αλλά και γιατί τα παιδιά αυτά νέος και νέα, βρέθηκα αθέλητα στην μπόρα του πολέμου και στα κρεματόρια…

Υπήρχαν κορίτσια που γράφανε τις σκέψεις τους σε λευκώματα, περιμένοντας πίσω από το κουρτινάκι τον άγνωστο Χ που θα περνούσε τάχα για να τους πάρει από την πόρτα τους «με παπά και με κουμπάρο»…

Μερικά κορίτσια αυτών των καιρών περιγράφανε τους αδελφούς τους και τους πατεράδες τους σαν… κέρβερους που φύλαγαν νύχτα μέρα, για το που θα πάνε, πότε θα γυρίσουν, ποιους θα δούνε… Κλαίγανε κρυφά τότε για την αδικία, την υπερβολική αυστηρότητα που συναντούσαν και αν ανταμώνανε οι συνομίληκες σε κάποιο φιλικό σπίτι, τα λέγανε όταν ακόμη και η ματιά κάποιου μπορούσε να αναστατώσει το είναι τους, κάνοντας με το νου τους μπαϊράμι…

Στο γυμνάσιο πάλι τα κορίτσια βρίσκονταν κοντά στη γνώση και αν οι δικοί τους κέρβεροι ακόνιζαν τα δόντια τους,  παρομοίως στο βιβλίο των νέων ελληνικών συναντούσαν τον ποιητή και καταλάβαιναν πόσο βάρβαρη συμπεριφορά υπήρχε στη ζωή τους, χωρίς φιλικότητα, διάλογο, εμπιστοσύνη με τους οικείους τους.

«Χωρίς περίσκεψην, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα και υψηλά τριγύρω μου έχτισαν τείχη

και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.

΄Άλλο δεν σκέπτομαι. Το νού μου τρώει αυτή η τύχη,

διότι πολλά πράγματα έξω να κάμω είχον

Α΄! όταν έκτιζαν τα τείχη, πώς να μην προσέξω!

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότο κτιστών ή ήχο

ανεπαισθήτως μ΄ έκλεισαν , από τον κόσμο έξω…

Κωνσταντίνος Καβάφης

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ

Συλλογιστήκατε τις θαμπές του φθινοπώρου μέρες, όταν κοιτάνε τη βροχή να πέφτει στην αυλή τους κι ανασηκώνουν στους στενούς τους ώμους το σάλι, γιατί ένα ρίγος παγερό νιώθουν ως την ψυχή τους…

Πότε θάρθει; Κατάμονες και θλιβερές στο σπίτι – στου φθινοπώρου τα χλωμά και κρύα δειλινά- οι νέες των επαρχιών κοιτάν πάντα το δρόμο κι αναστενάζοντας , γιατί κανένας δεν περνά…

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε… και πάλι ο ποιητής ήλθε να φέρει δώρα

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Θείο φως του απογεύματος… Πέφτοντας πάνω στο μυαλό σχηματίζει μικρές χαραδρώσεις σαν αυτές των βουνών. Προετοιμάζει πηγές. Στίχοι ολόχρυσοι ίσως θα στολίσουνε τον αιώνα.

Χαίρε κύριε ΄Ηλιε!… Χαίρε Αγάπη!…Ζωή χαίρε!…

Θεέ σ΄ ευχαριστώ για όσα γράφω μα πιότερο σ΄ ευχαριστώ γι αυτό το άγραφο ρίγος που νιώθω… και πάλι χαίρε κύριε ήλιε!…

2022 πάνε πια οι νέες αυτές, και οι ρομαντικοί γραφιάδες…

Μα σίγουρα μια μαγιά ευαίσθητων νέων πλασμάτων γεννήθηκε και υπάρχει στους πικρούς και δύσκολους χρόνους που τα νέα πλάσματα, πληγωμένα και τραυματισμένα ψάχνουν για μια ζωή ταϊσμένη με ψίχουλα αγάπης.

(Η φωτογραφία, από το βιβλίο του αείμνηστου Πάνου Τσολάκη “ΚΑΣΤΟΡΙΑ, τόπος και ιστορία”)

Προηγούμενο Άρθρο

Σύλληψη 34χρονου αλλοδαπού σε περιοχή της Φλώρινας για  παράβαση της νομοθεσίας περί εθνικού τελωνειακού κώδικα – Κατασχέθηκαν πάνω από -14- τόνοι ακατέργαστου καπνού (φωτο)

Επόμενο Άρθρο

Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων & Κ.Υ. Δυτ. Μακεδονίας: Να αποσυρθεί το Νομοσχέδιο για τη Δευτεροβάθμια Περίθαλψη

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ