ΚΑΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ! (του Ανδρέα Μήλιου*)

Η Καστοριά είναι τόπος μαγικός, προικισμένος αφειδώλευτα από τη φύση και την ιστορία. Αυτή η διπλή προίκα, η ξέχειλη φυσική ομορφιά και η μακραίωνη ιστορία από την προϊστορική εποχή,  της δίνει  μια ξεχωριστή, δυσεύρετη προσωπικότητα που είναι αποτυπωμένη σε κάθε γωνιά της πόλης και της ευρύτερης περιοχής: στο Λημναίο οικισμό της παλαιολιθικής εποχής, στις 75 βυζαντινές εκκλησίες, στις επιτοίχιες αγιογραφίες, στα αιωνόβια αρχοντικά με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, στους δύο οικισμούς της παλιάς πόλης, στη μοναδική γυρολιμνιά και στο ευρύτερο γεωγραφικό ανάγλυφο.

Η διαπίστωση αυτή δεν είναι συναισθηματικός έπαινος του γράφοντος στον γενέθλιο τόπο του. Αποδεικνύεται από τα προϊστορικά και ιστορικά ευρήματα της περιοχής και από τις εντυπώσεις που αποκομίζουν οι σύγχρονοι επισκέπτες της. Διαπιστώνεται από το γεγονός ότι αποτέλεσε μήλο της έριδας για τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, δύο από τους οποίους, ο Διοκλητιανός και ο Ιουστινιανός, όταν την κατέκτησαν, της έδωσαν το όνομά τους. Ο πρώτος την ονόμασε την ονόμασε Διοκλητιανούπολη και ο δεύτερος Ιουστινιανούπολη.

Στη διαμόρφωση αυτής της ιδιαίτερης προσωπικότητας, που ξεχωρίζει από τις άλλες επαρχιακές ελληνικές πόλεις, συνεισέφεραν καθοριστικά και οι άνθρωποι που την κατοίκησαν ανά τους αιώνες. Εξωστρεφείς και ανήσυχοι έμποροι οι περισσότεροι, που παλιότερα δραστηριοποιούνταν από την Τεργέστη  και τη Λειψία μέχρι τη Οδησσό και πιο πρόσφατα από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Παρίσι και τη Φρανκφούρτη, ζυμωμένοι στο ευρωπαϊκό και το διεθνές γίγνεσθαι, έφεραν στην περιοχή εκτός από πλούτο και μια διαφορετική αντίληψη για την οικιστική ανάπτυξη, την αρχιτεκτονική, την αισθητική και τον τρόπο ζωής. Στις μεταπολεμικές δεκαετίες της τεράστιας ανάπτυξης (του ’60, του ’70 και του ’80) η Καστοριά αναπτύχθηκε αλματωδώς και δεν συγκρινόταν με καμία άλλη ελληνική επαρχία. Καλλώπισε το παραλίμνιο μέτωπό της, απέκτησε βιολογικό καθαρισμό και αεροδρόμιο, βελτίωσε το οδικό δίκτυο, οικοδόμησε μοντέρνες κατοικίες, στολίστηκε με κτήρια βυζαντινής αρχιτεκτονικής, κ.α. Η συνεργασία βουλευτών, τοπικών αρχόντων και παραγωγικών φορέων την περίοδο αυτή αποδείχτηκε βαρόμετρο για την πρόοδο  και το γενικό καλό του τόπου.

Με την κρίση της γούνας, τη δεκαετία του ’90, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, αποδύθηκαν σε έναν αγώνα προσωπικής επιβίωσης και στεγνού κομματικού ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα να διαρραγεί η βάση της συνεργατικής νοοτροπίας  για το κοινό καλό που είχε αναπτυχθεί. Η ιδιοτέλεια και  το προσωπικό και κομματικό  συμφέρον  κυριάρχησαν και ο τόπος άρχισε να φυλλορροεί. Μια δράκα εύποροι προύχοντες, ωσάν άλλοι Κοτσαμπάσηδες, καθορίζουν έκτοτε το πολιτικό (τοπικό και υπερτοπικό) γίγνεσθαι, επιλέγοντας και αναδεικνύοντας  «συνεργάσιμα» άτομα του περιβάλλοντός τους, που υπηρετούν τη δική τους ματαιοδοξία και τα προσωπικά και οικογενειακά τους συμφέροντα. Τα αποτελέσματα είναι, πλέον, αντιληπτά και από τους πιο εύπιστους. Κανένα σημαντικό έργο δεν υλοποιήθηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες στην περιοχή  (με εξαίρεση κάποιες ιδιωτικές επενδύσεις ξένων κυρίως επενδυτών στην εκτροφή γουνοφόρων ζώων), με αποτέλεσμα  χιλιάδες εργάτες να μεταναστεύσουν  στο εξωτερικό, σε αναζήτηση εργασίας. Ο παραγωγικός πληθυσμός του νομού μειώθηκε σημαντικά και ιδίως αυτός της πόλης.

 Σήμερα, η Καστοριά, το άλλοτε λαμπερό διαμάντι, μοιάζει με ακατέργαστο διαμάντι που μόλις εξορύχτηκε από το ορυχείο και αγωνιά για την τύχη του. Καρδιοχτυπά και εύχεται να πέσει στα χέρια έμπειρου τεχνίτη ή ομάδας έμπειρων τεχνιτών που θα του δώσουν την παλιά του λάμψη και θα το κάνουν και πάλι αξιοθαύμαστο και περιζήτητο. Είναι πλέον πεπεισμένο πως η περιφορά του σε χέρια ανέμπειρων και ανειδίκευτων  εργατών δεν μπορεί να του προσδώσει ούτε αξία ούτε αίγλη.

Σήμερα η Καστοριά έχει, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη από μια ομάδα αξιόλογων, δημιουργικών και άφθαρτων ανθρώπων που είναι μπαρουτοκαπνισμένοι στην παραγωγή, διαθέτουν διαχειριστικές γνώσεις και εμπνευσμένες ιδέες και έχουν ρεαλιστικό όραμα για τον τόπο. Από ανθρώπους αυτόνομους και αυτόφωτους που διαθέτουν πλεόνασμα αυτογνωσίας, που πονούν αληθινά αυτόν τον τόπο και θλίβονται για τη σημερινή κατάντια και το φυλλορρόημα των νέων. Που είναι διατεθειμένοι να συνεργασθούν για το κοινό καλό, παραμερίζοντας τους ατελέσφορους κομματικούς ανταγωνισμούς και την ιδιοτελή συμφεροντολογική ατομικότητα που μας έφεραν σε αυτήν την κατάσταση. Που είναι αποφασισμένοι να βγουν από τα κομματικά λαγούμια. Που πιστεύουν ότι τα τοπικά προβλήματα δεν έχουν χρώμα και μας αφορούν εξίσου όλους. Πράσινους και Βένετους. Που ενστερνίζονται την ιδεολογική άποψη του Πλάτωνα, ότι «όταν η πόλη ευημερεί ευημερούν και οι άνθρωποί της».

Σήμερα η Καστοριά έχει ανάγκη από μια δυναμική, οραματική ηγεσία που, με ενωτικές, συσπειρωτικές, συναινετικές και αλληλεπιδραστικές πρωτοβουλίες και συνεργασίες, θα είναι σε θέση να προάγει την παραγωγική της αξία και να την κάνει και  πάλι ανταγωνιστική στο διαμορφούμενο νέο εθνικό και διεθνές περιβάλλον. Που είναι ικανή να αναδείξει την πολύπτυχη ιστορικο-πολιτισμική και παραγωγική ταυτότητά της και να επαναπροσδιορίσει την αδιαμφισβήτητα ελκυστική εικόνα της στα μάτια του εθνικού και των διεθνών ακροατηρίων. Τα βασικότερα στοιχεία που κάνουν την εικόνα ενός τόπου ελκυστική, όπως μοναδικό φυσικό περιβάλλον, μακραίωνη ενδιαφέρουσα ιστορία, πολιτισμικές παραδόσεις, δημιουργικοί, εργατικοί άνθρωποι, ποιότητα ζωής και εμπορική και εξαγωγική τεχνογνωσία είναι παρόντα και προσμένουν εναγωνίως την αξιοποίησή τους.

Δεν γνωρίζω πόσες και πόσοι ενστερνίζεσθε αυτές τις απόψεις. Πιστεύω όμως πως είναι καιρός να μετρηθούμε!

Χρόνια πολλά και καλά σε όλους και καλή είσοδο στον καινούριο χρόνο.

  • Ο Ανδρέας Μήλιος είναι διδάκτορας του πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης, Οικονομολόγος και Συγγραφέας. andmilx@gmail.com
Προηγούμενο Άρθρο

Ολοκαίνουργιο απορριμματοφόρο απέκτησε ο Δήμος Νεστορίου

Επόμενο Άρθρο

Δήμος Καστοριάς: “Έτος υλοποίησης έργων το 2022 για τον Δήμο Καστοριάς”

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ