Και κείνο που βλέπω να μένει τελικά…(Γράφει η Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

/

Καστοριά του 1964…με δήμαρχο τον Λάκη Παπαμαντζάρη, πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον πρίγκηπα Κωνσταντίνο έτοιμο να πάρει τη σκυτάλη διαδεχόμενος τον πατέρα του.

Στην Καστοριά του 1964 ζήσαμε ένα καλοκαίρι με ζέστες ανεκτές, ευχάριστες, σε μια μικρή συνοριακή πολιτεία, με την δουλειά της να πηγαίνει σαν ρολόϊ, με εργάτες που έρχονταν καθημερινά από την περιφέρεια του νομού για να υπάρχει μια ικανοποιητική ευμάρεια για όλους. Με σπίτια διώροφα που λιγοστεύουν διαρκώς. Οι τυχάρπαστοι εργολάβοι ήδη έχουν κάνει μια συμφωνία ή προδοσία έναντι πολλών αργυρίων για να στραπατσάρουν την παραδοσιακή της όψη. Μέσα στα εναπομείναντα οι νοικοκυρές φτιάχνουν χυλοπίτες, τραχανάδες, σάλτσες, γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες στους κήπους με τα χαρανιά, τις καρέκλες ολόγυρα, κι όλα τα σύνεργα.

Στις περισσότερες αυλές απογευματιάτικα ακούγονται οι γυναικείες φωνές όλων όσων συμμετέχουν στα συνήθη ανταμώματα του ασθενούς φύλου, διανθισμένα με γέλια  σύντομα λόγια που έχουν σαν κύριο θέμα την παρασκευή των γλυκών του κουταλιού ή την μαρμελάδα κι όλα αυτά να συμβαίνουνε σε κάθε γωνιά, απ΄ το απόζαρι κι τα ψαράδικα ως τις γειτονιές του βουνού, του λουτρού,την  ενορία Δραγωτά,το  Ντουλτσό, τα Πετσιά και μέχρι το Χασάν Κατή…

Κουτάλες, ζάχαρες, γλυκόζια, μοσχόφυλλα, φρούτα καθαρισμένα απ΄ τα κουκούτσια (κι όπου χρειάζονταν ασβέστης) , χαρανιά, όλα στον κήπο, μαζί με τις πρωταγωνίστριες της οικιακής οικονομίας πανέτοιμες και πάνω στη δράση και την βράση. Τι εικόνες κι αυτές… που φανερώνανε αν μη τι άλλο το τέλος μιας εποχής και την είσοδο σε μια άλλη, γεμάτες μια περίεργη προσμονή και μεις σαν πλανόδιοι φωτογράφοι ή καθημερινοί και γραφικοί ανταποκριτές να καταγράφουμε τα συμβάντα τα απλά τα καθημερινά που συνέβαιναν στον μικρό τους κόσμο.

1964

Καθώς η μέρα ξεκινά με το πρώτο ξύπνημα, με τον γαλατά να χτυπάει το τσιουκαλίδι, το φρέσκο ψωμί του γειτονικού φούρνου, τα ψώνια στη σκαπέρδειο αγορά, την μεταφορά του πάγου, έχει σημασία να το πούμε κι αυτό πως ήμασταν μια γενιά παιδιών που έκαμνε τα θελήματα που τους αναλογούσαν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

 «΄Αϊντε σήκου τσιούπω μου, ου ήλιος ανέφκεν ένα κουντάρι» έλεγε στη Βέτα η μάνα της η Μπουγατσιώτισσα… «Σήκουτε καλέ, μην ουκνεύετε, φώναζαν οι Καστοριανές μάνες στα κορίτσια τους, έλατε να ιδείτε, άφκετε το Ρομάντζο και το Ντομινό… αυτά σας μάραναν μαυράδες σας… (κι όμως αδικοβάζατε κυρίες μου διότι εμείς από την ώρα που τα σχολειά έκλεισαν για τις διακοπές, είχαμε μια στίβα με κλασσικά εικονογραφημένα και βιβλία απ΄τη δανειστική βιβλιοθήκη του γυμνασίου, που μας πρότεινε ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Σημαιοφορίδης…. Οπότε είχαμε διηγήματα του Βενέζη του Ξενόπουλου του Τερζάκη και το παραμύθι δίχως όνομα του Ιάκωβου Καμπανέλλη).

Κάπως έτσι περνούσαν οι ηλιόλουστες καλοκαιρινές μέρες, ενώ οι εφημερίδες  γράφανε ειδήσεις και το ραδιόφωνο του Ε.Ι.Ρ. μετέδιδε τραγούδια που λίγο περνούσανε από τα δεκαεξάχρονα αυτιά που ακούγανε ξενόγλωσσες μουσικές ανοίγοντας μια πόρτα στην ευρωπαϊκή μουσική κουλτούρα.

Σαν τέλειωνε το μεσημεριανό φαγητό, μας έπιανε μια γλυκιά ζάλη και ξαπλωμένα μ΄ ένα ψαλίδι στο χέρι κόβαμε τις φωτογραφίες των ινδαλμάτων μας για να τις κολήσουμε με γόμα σε άγραφο τετράδιο… κι όλα αυτά σε ώρες ξεκούρασης, σε στιγμές που άκουγε ο καθείς τζιτζίκια κρυμμένα στα πλατανόδενδρα να συμμετέχουν σε κονσέρτο σε λα μείζονα.

Δίπλα μας πάντα οι πολύχρωμες κλωστές ντεμισέ και το κέντημα μια απαραίτητη ασχολία, με το να μετρούμε τα σταυρουδάκια βρίσκοντας απλά σχέδια για να φτουράει η δουλειά, περασμένα σε τσουβάλι ή ιταμίν ύφασμα κι έτσι να φτιάχνουμε τα καθημερινά μαξιλάρια που είχαν την υπογραφή μας. ΄Ελα όμως που όταν σουρούπωνε κι αφού προηγουμένως είχαμε μαζέψει ένα ταψί ταπεινά χαμομήλια για τα γιατροσόφια του πονόλαιμου… έμενε πια η μαγική ώρα της αναμονής για τα θερινά σινεμά κι έτσι ξεκινούσε η προετοιμασία, να φορεθούμε, να ρίξουμε μια ματιά στον καθρέφτη και να κινήσουμε οικογενειακώς –  τα γυναικόπαιδα εννοείται – ως το κατώφλι του κινηματογράφου, αφού προηγουμένως είχαμε επιλέξει σε ποιόν από τους τρείς θα πηγαίναμε.

Και ιδού τι προβάλανε στην οθόνη – κάποια απ΄ αυτά – εκείνο το καλοκαίρι και μεις κρεμόμασταν κυριολεκτικά από τα χείλη των πρωταγωνιστών και την πλοκή της ταινίας: «Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκράντ» του Ιουλίου Βέρν με πρωταγωνιστές την Χαίλη Μίλλς τον αδελφό της και τον Μωριέ Σεβαλιέ, «Μικρή ζητιάνα» – ελληνικό και δακρύβρεκτο, «Σουλεϊμάν ο μεγαλοπρεπής»- ιταλική παραγωγή, «40 τόνοι γρουσουζιά»- αμερικάνικη παραγωγή με τον Τόνυ Κέρτις και την Σούζαν Πλεσέν, «Το παιδί από το Τέξας» με τον ΄Εντυ Μέρφυ (κούκλος για τα μάτια μας), «ave maria» – ισπανική παραγωγή με την Σαρίτα Μοντιέλ, «Τα παλιόπαιδα τα ατίθασα» με τους Βαγγέλη Βουλγαρίδη,΄Αλκη Γιαννακά, Μαίρη Χρονοπούλου, Μαριάννα Κουράκου, Βασιλάκη Καϊλα, ΄Ιλια Λυβικού.

Μπρος στην οθόνη και πλήρως αφοσιωμένοι, αφηνόμασταν στις ιστορίες των άλλων, παρακολουθώντας ένα κομμάτι ζωής με την εξέλιξή  του, συνήθως με happy end. Αν μάλιστα είχαμε επιλέξει το «΄Αστυ» την ώρα της προβολής ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στη μάντρα που το χώριζε από τα σπίτια της γειτονιάς, παρατηρούσες μέσα στο μισοσκόταδο, μια οικογένεια ποντικών που έκαμνε την περαντζάδα της υπο το φως των αστεριών, μια οικογενειακή έξοδο από το υπόγειο σπιτικό τους με σκοπό να κολατσίσουνε, να βγούν βρε αδερφέ έξω για φαϊ….

Οι θερινοί κινηματογράφοι ΄Αστυ, Ρίο, Ολύμπιον μας ψυχαγώγησαν ως το τέλος του 1975  περίπου. Το σινέ Ολύμπιον ήταν αυτό που συνέχισε τη λειτουργία του ως χειμερινός πλέον και οσονούπω θα μας καταπλήξει με το νέο του προφίλ και τις ποιοτικές προβολές.

1964

Και η ζωή συνεχίζονταν και η Κορίνα Τσοπέη φορούσε το στέμμα της μις Υφήλιος…

Η μισή ζωή μας πέρασε στους κινηματογράφους με τις πάνινες πολυθρόνες και το πασατέμπο ή τα φυστίκια στα δεκάλεπτα των διαλειμμάτων , χαζεύοντας ποιοι κάθονται μπρος ή πίσω μας. ΄Ηταν νύχτες μαγικές, κάτω απ΄ τ΄αστέρια σε ανέμελα χρόνια, αλλιώτικα καλοκαίρια που κρατούσανε τον κόσμο ευχάριστα μαζί με κάποιους ρομαντικούς συμπολίτες και τα «κατά φαντασίαν ειδύλια». Και όσοι είχαν  το «μικρόβιο της μουσικής» εκφράζονταν με λόγια αγάπης τραγουδιστά, κάμνοντας καντάδες ξημερώματα σε γνωστά ή άγνωστα κορίτσια τα καθώς πρέπει όπως θα λέγαμε τότε. Κι αν είχαμε ένα σωρό μπιμπίκια και ήμασταν ασήμαντα ασχημόπαπα, πάντα η νεανική καρδιά πετάριζε για κάτι τέτοια- ας μην ήμασταν στη λίστα τους, οπότε για μέρες τα σκεφτόμασταν όλα αυτά και παρηγοριόμασταν «πως ήμασταν μόνο για ταβάδες» , όπως μας έλεγε όταν μας έπιανε αδιάβαστα στο μάθημα της μουσικής ο απογοητευμένος καθηγητής…

Μιλήσαμε για ταβάδες; Ε λοιπόν εδώ χωράει και η παραδοσιακή συνταγή της Λωξάνδρας του Σαϊτση καλή της ώρα (χαρισμένη στην Τασίτσα Πετκανά, που μαζί με άλλες εκείνη μα τις παραχώρησε)

Ψάρι με κρεμμύδι (γριβάδι)

Καθαρνούμε το γριβάδι, το αλατοπιπερώνουμε και το βάνουμε στον ταβά, το χαράζουμε σε μερίδες και το πασπαλίζουμε με παξιμάδι και λίγο κόκκινο πιπέρι. Το περιχύνουμε με μπόλικο λάδι. Λιανίζουμε τα κρουμύδια με το χέρι και τα βράζουμε. Χύνουμε το ζουμί, βάνουμε στη φωτιά το τηγάνι με το λάδι και τσιγαρίζουμε το κρουμύδι, ρίχνουμε και ντομάτα, αλάτι, μαυροπίπερο και λίγο κόκκινο πιπέρι. Στρώνουμε το κρουμύδι στον ταβά, γύρω από το ψάρι, βάνουμε και κανά δυο-τρία φύλλα δάφνη, λίγο ξύδι και νερό για να βράσει του ψάρι και του ψένουμε στο φούρνο.

1964 στη νυχτιάτικη Καστοριά, γύρω στις 10.30 μμ καθώς το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του… Ο γυρισμός στο σπίτι μετά την ταινία της βραδιάς, η μυρωδιά της φασκομηλιάς , των αφρικάνικων δέντρων με τις ροζ τούφες, του πάρκου, τα χαζόλογα στο δρόμο, μας έφερναν και πάλι στην γνώριμη καθημερινή ζωή. Αύριο πάλι ο γαλατάς ο κυρ Κώστας, θα περνούσε με τα γκιούμια του κι απ΄τους Δανδήδες θα κουβαλούσαμε τον πάγο για την παγωνιέρα μας. Στο φούρνο του Κάρζια θα μοσχοβολούσαν τα πρώτα φρεσκοψημένα καρβέλια. Η οδός ΄Αρτη ξυπνώντας απ΄ τα χαράματα, καλούσε τον καθένα στην μικρή του αποστολή, και μεις θα τρέχαμε για ζάχαρη ή γλυκόζη, γιατί στον κήπο μας θα γίνονταν « η τελευταία σύναξη των καπετανισσών» για να φτιάξουν γλυκό τσιουλμά-κολοκύθι ή να λιώσουν φρέσκο βούτυρο (αχ και νάχα τώρα λίγο ντορτί αλειμμένο στο ψωμί και απαραιτήτως το χάπι της χοληστερίνης)….

1964, νύχτα κι όταν όλα ηρεμούσαν, κάποια παιδιά αγρυπνούσαν ακόμη με το τραντζιστοράκι τους δίπλα στο μαξιλάρι, για να «πιάσουνε» το Ε.Ι.Ρ. και ν΄ακούσουν την εκπομπή «το θέατρο στο μικρόφωνο» και το «όταν περνούν οι γερανοί» με την Αντιγόνη Βαλάκου.

 Νύχτα του 1964 οι γλάστρες καλά ποτισμένες, τα σπαράγγια, τα σκουλαρίκια, οι φτέρες, οι βιγώνιες και η γειτονιά κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου, πλην ορισμένων που τάχα σαν περαστικοί λέγανε την καληνύχτα τους «στο σπίτι με τα κόκκινα φανάρια» «Καληνύχτα κι από μένα κορίτσια…»

Κάπως έτσι χρόνια μετά ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έγραφε στίχους και μουσική που ακόμη λατρεύουμε.

«φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια

κάποιος μας τα κλέβει μυστικά»…

Άδικο είχε;

«είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι»

μές στα θερινά τα σινεμά»

Τα ζήσαμε με το παραπάνω, στο δροσερό Ρίο, το σκεπαστό εν μέρει Ολύμπιον, το ΄Αστυ επι παρόδου της Μητροπόλεως…

«νύχτες που δεν θα ξαναρθούν μ΄ αγιόκλημα και γιασεμί».

Η «ΦΩΝΗ» πάντα φιλόξενη, κρατά τούτη τη φορά αναμνήσεις που προέρχονται από τις σελίδες του τεφτεριού που γίνηκε μαθητικό ημερολόγιο και «έζησε από τα 16 μας ως τα 20 χρόνια» και είναι αφιερωμένο στα παιδιά που ζήσαμε μαζί ως μαθητούδια, γειτονόπουλα, ξαδέρφια κι αδέρφια, παιδιά που χρησιμοποίησαν ψευδώνυμα για ν΄ απαντήσουν στις ερωτήσεις του τύπου: Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Ποιοι ηθοποιοί σου αρέσουν; Ποιους συγγραφείς προτιμάτε; Ποια ζώα αγαπάτε; Ποια σπόρ προτιμάτε; Ποιες ταινίες σας άρεσαν περισσότερο; κ.λ.π.

Χαλάλι λοιπόν στο «Νούφαρο» , στη «Ρόζα», στη «Νάνσυ», την «Νατάσα», στην «S.O.S.», στον «Λαοφιλή», στη «Ναταλί», στη «Ντάτυ», στον «Φράνκυ», στην «΄Αντζελα», στο «αγγούρι», στην «Λέσλυ» , στην «Γιο» παιδιά που βρεθήκαμε σε γεννέθλια, σε γιορτινά τραπέζια, γιορτές του δωδεκαήμερου, εκδρομές στη Ζντράλτσι, τους Ντουπιάκους, στις πλαγιές του Βιτσίου και στα οικογενειακά πρεμεντιά, το παιχνίδι στα πάρκα και τα θερινά σινεμά…

«γι αυτό και κείνο που μένει τελικά- είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι» που διανθίστηκαν με την καθημερινότητα , και τις υπόλοιπες ώρες του εικοσιτετραώρου, στην μικρή μας συνοριακή πολιτεία με το μικροαστικό περιβάλλον και την άνετη ζωή από άποψη κοινωνικής θέσης και ευμάρειας και προόδου της γούνας, με τα σεμνά και δειλά παιδιά της πούβγαιναν τη βόλτα στον ΄Αη Θανάση και το Τσαρσί να ιδωθούνε ή στα πευκάκια για τα τολμηρότερα αμφοτέρων των φύλλων, καθώς το καλοκαίρι έφτανε στα στερνά του και η παλιοί σαν έμπαινε ο Σεπτέμβρης λέγανε «Στις 15 του Σταυρού, πυρώσου και μην ντρέπεσαι…»

2020

΄Αντε και καλό φθινόπωρο

και προσοχή στη μάσκα σας, τα καθαρά σας χέρια, το αντισηπτικό…

Κι όπως έλεγε ο κυρ Λεωνίδας

«Αυτά κι αυτά , και της τύχης τα γραφτά»

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Προηγούμενο Άρθρο

Φαρμακοποιοί: Αυξημένη η ζήτηση φέτος των αντιγριπικών εμβολίων – Ποιοι πρέπει οπωσδήποτε να εμβολιαστούν

Επόμενο Άρθρο

240 κρούσματα κορωνοϊού σήμερα στη χώρα μας – 1 στην ΠΕ Καστοριάς

Τελευταία από Παράδοση