Γεμάτο από γυναίκες, που πάνε για δουλειά το πρωινό λεωφορείο. Από την πόλη στο προάστιο, να το πεις. Ντόπιες και ξένες, μελαχρινές και ξανθές, ψηλές και κοντές, με κλάμερ στο μαλλί ή λιτό ως κάτω, το λες κι αχτένιστο, και, στον καρπό το λαστιχάκι για να τα δέσουν κότσο. Με μεγάλες τσάντες, όχι ακριβές. Χωράνε μέσα σίγουρα την αλλαξιά της δουλειάς. Και το κολατσιό, μάλλον. Οχι, αυτές οι γυναίκες δεν κρατούν καφέ σε πλαστικό με καλαμάκι για το κραγιόν. Αυτές, σίγουρα, έχουν πιει τον καφέ στο σπίτι τους και θα πιουν κι άλλον έναν στο σπίτι που θα δουλεύουν όλη μέρα. Παπούτσι, στρωτό.
<Βρωμορωσίδα> της φώναξε στα μούτρα, μπροστά σ’ ολωνών μας τα μούτρα δηλαδή. Κανένας, (ούτε κ εγώ) δεν του απάντησε. Βέβαια και είχα δικαιολογία. Ο καθένας εκ των ιδίων κρίνει τα αλλότρια και τους αλλουνούς. Ενας βρωμοέλληνας, προφανέστατα, ήταν κι αναρωτήθηκα, αυθωρεί και παραχρήμα, του αξίζει να σεβαστώ τα χρόνια και το ζωνάρι στη μέση του ή όχι; Οχι. και βέβαια δεν του αξίζει. Αλλά, κι εγώ; Μήπως εκ των ιδίων μου δεν τον κρίνω τον άλλον; Ιδια με τούτον εδώ δεν θα γίνω άμα του φτύσω στη μούρη το <βρωμοέλληνα> ; Τι πρέπει να κάνω, ρε γαμώτο! Κι όλοι αυτοί ένα γύρο; τι σκατά κάνουν και δεν μιλούν; Κοίταξα τη ρωσίδα. Πού στα κομμάτια την κατάλαβε από πού είναι; Μήπως και το γραφε ; Πουθενά. Και τι στο καλό έκανε; Καθόταν στην καρέκλα όταν μπήκα κι εγώ. Προφανώς και <δικαιούνταν> καρέκλα στο αστικό. Και όταν μπήκε κι όταν μπήκα. Και τώρα, τι; Μπήκε ο έλληνας και αμέσως έχασε το δικαίωμά της να κάτσει ; Μα τόσα καθίσματα είχε το αστικό. Γεμάτα όλα. Σάματι, ευθύς, κατάλαβε ο έλληνας ότι τούτη η ρωσίδα είναι η μικρότερη όλων των καθημένων και ακόμη- ακόμη εκείνη που έχει τη μικρότερη εξ όλων ανάγκη να κάθεται καθ’ οδόν για τη δουλειά της; Και να έχει το θράσος να αρνηθεί στην διαταγή του <σήκω, καλέ, να κάτσω>!! Τι διάολο δεν καταλαβαίνω εγώ;
Οι φθινοπωρίζουσες και ανθυποκίτρινες αλέες έπαψαν να έχουν υπόσταση στα μάτια μου, μέχρι την τελευταία στροφή. Για την ακρίβεια, όλα έχασαν τις υποστάσεις τους μπροστά μου και ένα θολό πέπλο με σκέπασε. Από τα μάτια ως το νου κι απ’ εκεί, ως τη ψυχή μου. Τα αυτιά μου βούιζαν :<βρωμορωσίδα>. Η ψυχή μου ανταπαντούσε: <βρωμοέλληνα>. Τα χείλη μου, σιωπή.
Προσπαθούσα να βρω άκρη. Θα μπορούσε να την έχει ξανασυναντήσει πολλές φορές στο ίδιο αστικό στην ίδια γραμμή. Οι άνθρωποι των πρωινών κυρίως διαδρομών ακολουθούν κι ακολουθούνται από συγκεκριμένα προγράμματα και δρομολόγια. Αλλοι για δουλειά, άλλοι για ανάγκες στα ΙΚΑ και στα Δημαρχεία, άλλοι για να κρατήσουν τα παιδιά των παιδιών τους, άλλοι πάνε έτοιμο το φαγητό της ημέρας στα παιδιά τους με τις κατσαρόλες σε καρώ πλαστικές τσάντες. Εχω ακούσει και για μνημόσυνα και δεξιώσεις σε κοντύτερες στάσεις. Πολλούς έχω ξανασυναντήσει κι εγώ. Αν ήμουν πιο παρατηρητική και μ’ ένοιαζαν οι φάτσες τους θα τους συγκρατούσα και θα τους αναγνώριζα εύκολα. Μη κοιτάς, που εμένα μ’ αρέσουν οι αλέες και μέχρι πέρα, η θάλασσα, και μόνο οι φωνές -πότε/πότε- διαπερνούν την ησυχία μου και με κάνουν να προσέξω κάτι. Αρα, αφού κατευθείαν ο βρωμοέλληνας είδε και είχε το <σθένος> να της φωνάξει <βρωμορωσίδα> μέσα στον κόσμο; Ηταν τόσο σίγουρος για των ολωνών μας την <αντίδραση>;( Και πώς λέγεται η μη <αντίδραση>;) Ισως την ήξερε κιόλας. Ισως του είχε τρίψει στη μούρη καμιά πιο σοβαρή άρνηση, από την παραχώρηση μιας θέσης στο αστικό, η Ρωσίδα και τώρα έπαιρνε το αίμα του πίσω ο θρασύδειλος μεσοκοπιασμένος γεροβρωμοέλληνας.
Μια γυναίκα, αγνώστων λοιπών στοιχείων, σηκώθηκε ευγενικά -μάλλον- από την απέναντι σειρά και, <καθίστε>, του είπε, χαμηλόφωνα (κανείς δεν κατάλαβε την προφορά της). Ο βρωμοέλληνας κάθισε, συνεχίζοντας να παραμιλάει και να παραβρίζει. Οχι, δεν τον φοβήθηκε. Ούτε τον λυπήθηκε. Είμαι σίγουρη ότι έκανε ό,τι περνούσε απ΄τη θέση της για να τον εξευτελίσει. Κι αυτός έπεσε στην παγίδα της, εξευτελίζοντας μόνος του, πλέον, τον εαυτό του.
Το αστικό συνέχισε αμετανόητο την πορεία του. Κατέβηκα σε 3 παρακάτω στάσεις. Με το κεφάλι χαμηλά. Με τα μάτια χαμηλά. Με τη ψυχή χαμηλά. Οχι, για τους <συμπατριώτες> μου που κουνάνε το βρώμικο δάχτυλό τους στους Ανθρώπους που τους ξεβρωμίζουν τα σπίτια και τα παιδιά επί πινακίου φακής. Για μένα που δεν είχα το θάρρος να τον (τους) φτύσω στη μούρη.
Βιβή
