/

Η «ΜΠΕΤΣΚΑ»

Το Πάσχα δεν το θύμιζαν μόνο τα κόκκινα αβγά, ούτε τα τσαρούχια, οι άσπρες και χρωματιστές λαμπάδες, τα καλαθάκια- κεριά και το παναϋρι της Μεγάλης Πέμπτης με τις σταφίδες, τα μπιμπλιά, τα διάφορα τσαγκαλίδια και τ΄ άλλα παιγνίδια. Όλα αυτά βέβαια, συγκινούσαν τους μικρούς και τους δημιουργούσαν αισθήματα χαράς κι ικανοποίησης. Οι πατεράδες, έκαμναν «νόμον τρόπον» για να χαρίσουν στα παιδιά τους κάποια παιγνίδια και να αγοράσουν ένα καλαθάκι – κερί χρωματιστό και με ζωγραφιές.

Εκείνο όμως που ονειρευόταν τα παιδιά και προπάντων τα αγόρια και τα ενθουσίαζε πιο πολύ, όταν κόντευαν οι γιορτές του Πάσχα, ήταν το αρνάκι, η «μπέτσκα» όπως το έλεγαν τότε. Αυτή θύμιζε πιο πολύ το Πάσχα. Γι’ αυτό κι από γρηγορότερα, έπλεκαν το κορδόνι που μ’ αυτό θα την έδεναν.

Το πλέξιμο του κορδονιού γινόταν μ΄ έναν ιδιότυπο τρόπο, πάνω σε ένα μικρό καρούλι με τέσσαρα καρφάκια στην μια του άκρη. Μ’ ένα ομοιόμορφο τρόπο και με ένα βελονάκι, περνούσαν το νήμα ανάμεσα στα τέσσαρα καρφάκια και πλέκονταν ένα κορδόνι που έβγαινε από την άλλη άκρη του καρουλιού. Το μήκος του κορδονιού το κανόνιζαν όσο ήθελαν. Οι πιο επιτήδειοι, έπλεκαν και κορδόνι δίχρωμο.

Αυτό λοιπόν το όνειρο κι αυτή τη χαρά δεν ήθελαν οι πατεράδες να τη στερήσουν από τα παιδιά τους. Γι’ αυτό, εκτός από τους «εχούμενους» και οι μεροκαματιάρηδες με τις οικονομίες τους, φρόντιζαν να αγοράσουν και πριν ακόμα από το Πάσχα, μια μπέτσκα για τα παιδιά τους.

Τα κοπάδια με τις μπέτσκες τα είχαν στα παλιά χασάπικα, στο παζάρι, όπου σήμερα είναι ο ανηφορικός δρόμος για τον συνοικισμό της Καλλιθέας. Εκεί τη διάλεγε ο πατέρας με τον γιο και την έφερναν στο σπίτι μαζί. Στο σπίτι, έβαφαν με κόκκινη μπουγιά ή με «μπακάμι» το μέτωπο και τη ράχη της μπέτσκας.

Την όλη φροντίδα για το βόσκημα και γενικά για την περιποίησή της, την αναλάμβαναν τα παιδιά τις ώρες που δεν είχαν σχολειό, μια που η μπέτσκα αγοράζονταν πριν τις γιορτές.

Έτσι, πολλά παιδιά της γειτονιάς μαζεύονταν στους ακαλλιέργητους μπαξιέδες, που φύτρωνε άφθονο «χασιούλι» (χόρτο που προτιμούσαν οι μπέτσκες) και τις βοσκούσαν εκεί. Στο μεταξύ τα παιδιά έπαιζαν διάφορα παιγνίδια όπως «Σουγιά», «Σκαμνάκια», « Κουτσαντάκις», « Παστούρ», «Μπιζ» και άλλα.

Αρκετά πάλι παιδιά, στόλιζαν τον λαιμό της μπέτσκας με διάφορα μπιχλιμπίδια και της έδιναν σταφίδες και μπιμπλιά!

Τη Μεγάλη Πέμπτη οι Καστοριανές κυράδες, αφού άπλωναν το πρωί από τον ηλιακό ή το παράθυρο του σπιτιού μια κόκκινη βελέντζα, ένα κόκκινο κιλίμι ή ένα κόκκινο ιχράμι (συμβολική παράσταση του θείου δράματος), έβαφαν στη συνέχεια τα αβγά και τοίμαζαν την «πασχαλιά» για τις μανάδες τους και τους κουμπάρους. Σε μια πεντακάθαρη μαλάθα έβαζαν τα «παρμάκια» (πασχαλιάτικα ροβιθένια ψωμιά – μπουγάτσες), τη ζάχαρη και τα αβγά και τη σκέπαζαν με ένα μεταξωτό, χρωματιστό και κλαδωτό μαντήλι.

Πολλοί, έστελναν για «κανίσκι» μια μπέτσκα βαμμένη με κόκκινες βούλες, που την κρατούσε κάποιος μεγάλος στον ώμο του, πιάνουντάς την από τα πόδια. Τέτοιο «κανίσκι» έστελναν και στους γάμους, ο κουμπάρος κι οι πιο στενοί συγγενείς. (Κανίσκι, σημαίνει κάνιστρο γεμάτο δώρα. Στην Καστοριά, ταυτίστηκε με την μπέτσκα που έστελναν το Πάσχα ή στους γάμους). Στην περίπτωση που ο κουμπάρος που δεχόταν την» πασχαλιά» πενθούσε, τότε, έστελναν σ’ αυτόν αντί για ζάχαρη, μια μικρή ποσότητα καφέ.

Στο σημερινό τραπέζι της Μεγάλης Πέμπτης, όλα τα παλιά καστοριανά σπίτια, έπρεπε να έχουν και μια πίτα με παραγιουμή σπανάκι.

Τέλος, την ημέρα αυτή πάρα πολλοί χριστιανοί «κοινωνούσαν» σε όλες τις εκκλησίες που τότε λειτουργούσαν.

Και για να επανέλθουμε στις μπέτσκες, όταν επρόκειτο να τις σφάξουν, τότε «κλαυθμός και οδυρμός» καταλάμβανε τα παιδιά, που τόσο είχαν συνδεθεί μ΄αυτές.

 fonikastorias.gr

Από το βιβλίο του Λουκά Χ. Σιάνου: «Καστοριανές εικόνες. Παλιά Καστοριά – Λαογραφία»

Επανέκδοση Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καστοριάς – Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος Καστοριάς «Αρμονία» 2006.

Προηγούμενο Άρθρο

Κορωνοϊός: 57χρονη με διαβήτη το 103ο θύμα του ιού

Επόμενο Άρθρο

Περιφ. Δ/νση Εκπ/σης Δυτ. Μακεδονίας: Μαθητικός Διαγωνισμός Πληροφορικής: Programming@home στο Αργος. Ορ. & την Καστοριά

Τελευταία από Παράδοση