Η Μούσα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Η αναποφάσιστη γιαγιά έπλεξε ακόμη λίγο την αμάνικη καζάκα με τις μακριές βελόνες και στάθηκε μετέωρη. Έκανε ακόμη μια τελευταία προσπάθεια να το τελειώσει μα δεν άντεξε άλλο. Έβαλε στα γκριζωπά μαλλιά της μια από τις βελόνες να μην την χάσει και την άλλη την άφησε σουρωμένη πάνω στο πλεκτό. Έριξε μετά μια άτοπη παρατηρητική ματιά πάνω στην μικρή της εγγονή, που ούρλιαζε συνέχεια μαμά. Η γιαγιά Μανιέρα χάιδεψε λίγο τα πυκνά μαλλάκια της εγγονής και έριξε ένα γρήγορο και ανήσυχο βλέμμα στο μεγάλο ρολόι του τοίχου. Τα παράτησε όλα στην μέση. Σηκώθηκε απότομα σαν ελατήριο όσο της επέτρεπαν οι δυνάμεις της να ετοιμαστεί για το ταξίδι.

«Πάμε πουλάκι μου της είπε κοντεύει η ώρα. Το τρένο δεν θα μας περιμένει όλη την ημέρα. Το καλό ήταν πως ήταν ντυμένες και έτοιμες για το ταξίδι. Μα ιδίως με αυτό το οτομοτρίς που κάνει εκατό στάσεις μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου σπάει τα νεύρα. Θα δούμε την μαμά θα δούμε την μαμάκα, φώναζε τραγουδώντας η μικρή Σειρήνα. Και ανέμελο όπως ήταν κρατούσε σφιχτά το ζαρωμένο χέρι της γιαγιάς. Πρόλαβαν το τρένο την τελευταία στιγμή. Και το ποιο περίεργο ήταν πως ήταν και οι μοναδικοί επιβάτες στο βαγόνι τους. Καλύτερα είπε μέσα της η γριά Μανιέρα θα έχουμε όλο το κουπέ δικό μας. Έτσι μόλις τακτοποιήθηκαν έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό και ξαλάφρωσε. Μα το μυαλό της δεν σταματούσε ποτέ.

Μέσα από την μεγάλη της τσάντα τράβηξε προσεκτικά ένα καλοφτιαγμένο σάντουιτς και το έδωσε στην μικρή Σειρήνα να φάει. Εκείνη το άρπαξε αμέσως και άρχισε να το τρώει με βουλιμία ενώ της πέφτανε τα σγουρά μαλάκια της στο πρόσωπο.. Η οτομοτρίς σφύριξε κάνα δυο φορές τρομαγμένο σαν να έχασε κάποιον συγγενή.

Μα οι χαλύβδινες ρόδες του έβγαλαν τον χαρακτηριστικό ήχο πως πατούσαν γερά πάνω στις ράγες. Το ονειρεμένο ταξίδι για την μικρή Σειρήνα μόλις είχε αρχίσει. Και η μοναδικότητα του το κάνει ακόμη ποιο έντονο στα γυαλιστερά της μάτια. Η γιαγιά της μικρής Σειρήνας ήταν ακόμη ντούρα και δυναμική. Και αν την ρωτούσες για την ηλικία της.

«Αυτά είναι απλά νούμερα και τίποτε άλλο έλεγε. Το θέμα είναι πως νοιώθεις εσύ, και αν τα έχεις καλά με τον εαυτό σου όλα τα άλλα περιττεύουν. Διατηρούσε ακόμη όπως έλεγε την απαραίτητη ενέργεια να μεγαλώσει την εγγόνα της.. Ο ήλιος ήταν ακόμη ζεστός και πρόσχαρος, μα μια λίμνη μπροστά τους έφερνε με δόσεις μια γλυκιά αύρα καλοκαιριού που μετρίαζε την ζέστη.. Η Μανιέρα κοίταζε με δέος την εγγόνα της με ευχαρίστηση. Που κατάφερε να την ξεγέλασε με τούτο το ταξίδι, να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της. Γιατί από την στιγμή που κατάλαβε πως της λείπει η μαμά της την έπιανε μελαγχολία, και καθόταν με τις ώρες νηστικιά. Κόντευε να γίνει πέντε χρόνων μα το στόμα της έλυνε και έδενε. Σε αγόραζε και σε πουλούσε μέχρι να πεις κύμινο. Η μικρή Σειρήνα με τα σγουρά κατακόκκινα μπλεγμένα μαλλιά της, και την αξιολάτρευτη μυτούλα της σου ράγιζε την καρδιά, όταν ζήταγε την μαμά της. Όλα πάνω στην μικρή καθώς θυμάται η γιαγιά έμοιαζαν στην μητέρα της. Το δέρμα του προσώπου της ήταν φτιαγμένο από γυαλιστερό φίλντισι και   έλαμπε κάτω από τις ηλιαχτίδες.

Η ροδαλή της έκφραση και το γλυκό ύφος σε πήγαινε σε κόκκινο τριαντάφυλλο. Το βλέμμα της θερμό σαν καλής καρδιάς. Νόμιζες πως έχεις να κάνεις με πίνακα ενός μεγάλου δημιουργού. Ποτέ και κανένας δεν της έφαγε το δίκιο πως δεν υστερούσε σε ομορφιά. Μα κάποια στιγμή έχασε τα λογικά της. Της πήραν τα αερικά όλο το μυαλό και έφυγε μια νύχτα και εξαφανίστηκε χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Εκείνη η ανόητη απερισκεψία της να εγκαταλείψει την νεογέννητη τότε Σειρήνα στα σπάργανα αυτό δεν θα της συγχωρέσει ποτέ ο Λυκούργος και γιος.

Πού βασανισμένος και εκείνος πέρναγε την ζωή του πάνω σε μια νταλίκα Ελλάδα – εξωτερικό. Ίσως αυτό να έφταιγε κα την έκανε να πλήξει να τον περιμένει και να τον βλέπει μια φορά τον μήνα. Η Σειρήνα έπαιξε λίγο και κοίταζε από το παράθυρο του τρένου τα παράξενα δέντρα που φεύγανε κατά πίσω. Μα και με τα αναβοσβυνόμενα περαστικά φώτα με όλες τι ίριδες της προκαλούσαν διάφορα παιχνίδια. Η γιαγιά Μανιέρα άκουγε το γέλιο της σαν γάργαρο νερό και η φωνούλα της ήταν τόσο χαϊδευτική σαν να μίλαγε σαν εξωτικό με την επίγεια μουσική τους. Έβγαλε πάλι το γράμμα που της έστειλε η νύφη της η Σεβαστιανή μα την φώναζαν χαϊδευτικά Μπέμπα. Ήθελε είπε να την αφήσει να ξαναδεί την κόρη της, αν της το επέτρεπε η γιαγιά Μανιέρα. Και να συναντηθούν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. Τι είναι τούτο πάλι σκέφτηκε. Μα ας είναι. Τηλεφώνησε στον γιο της και της είπε αμέσως το και το.

Εκείνη ήταν από τα Γιαννιτσά. Εκεί έκανε τα περισσότερα ταξίδια ο γιος της σαν νταλικέρης αφού κουβαλούσε φρούτα στο εξωτερικό και από εκεί άρχισε το κακό. Όλα είχαν γίνει από ότι θυμάται γρήγορα και βιαστικά. Σίγουρα κάποιος διάβολος τον παρακίνησε. Πως πέρασε τόσος καιρός αναπόλησε η Μανιέρα ρουφώντας την μύτη της. Ήθελε να κλάψει να φωνάξει να ζητήσει βοήθεια μα δεν το έλεγε η καρδιά της.

«Τι κουτή που φάνηκα τότε, είπε μόνη της και έδειξα την δειλία μου. Δεν έπρεπε να αφήσω τον γιο μου να πάρει μια ξενόφερτη από τους κάμπους. Μωρέ καλά λέει η παροιμία. Παπούτσι από τον τόπο σου και ας είναι μπαλωμένο. Το κεφάλι μου θέλει σπάσιμο μα τι να κάνω γιατί είναι δικό μου. Μετά από λίγο διάστημα ο γάμος του τα θυμάται όλα σαν να έγιναν χτες στην εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου καλή του ώρα. Και δεν άργησε να έρθει απροειδοποίητα και η Σειρήνα εκεί που δεν το περίμεναν. Από τότε και μετά η Μπέμπα έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Όλα της ξένιζαν όλα της βρομούσαν από το πουθενά.

Ο καημένος ο Λυκούργος της έκανε όλα τα χατίρια. Την αγαπούσε και δεν έχανε ευκαιρία να της δείξει την αγάπη του. Τώρα που είχαν και το μωρό θα ολοκληρωνόταν η ευτυχία τους και νόμιζες πως θα πετάξει στα ουράνια. Μα η γυναίκα που βρισκόταν εκεί στο σπίτι μόνο η παρουσία της ήταν εκεί, μα είχε πετάξει για αλλού. Μέρα με την μέρα όλο και απομακρυνόταν από τον γιο μου μα και από την κόρη της. Σίγουρα κάποια ζηλιάρα μάγισσα τους έβαλε στο μάτι και πήγαινε να τους διαλύσει. Πράγμα που στο τέλος τα κατάφερε μια χαρά να γίνει και καταθλιπτική.

Έτρεχε η Μανιέρα κάθε πρωί στην εκκλησία στον Άγιο Χαράλαμπο στην Μεγαλόχαρη να κάνει τάματα προσευχές και ευχέλαια, με τον παπα Γιάννη, μα δεν με βοήθησε κανένας με το δράμα που περνούσαμε. Τότε ήταν που τα παράτησα όλα και αφοσιώθηκα μετά το φευγιό της στο μικρό αγγελούδι την εγγόνα μου. Μα φαίνετε σίγουρα πως μπούχτισε η γυναίκα να περιμένει τον γιο μου από το εξωτερικό,. Το έσκασε σαν δειλή μάνα χωρίς να λογαριάσει πόσες εύθηνες άφηνε πίσω μαζί και μια αθώα ψυχή. Σε λίγο το τρένο με τα τραβήγματα και το πέρα δώθε του βαγονιού η Σειρήνα αποκοιμήθηκε δίπλα στην γιαγιά της. Μέχρι και στην Έδεσα δεν μπήκε ούτε ένας επιβάτης στο κουπέ τους. Έβλεπε όλος ο κόσμος που πέρναγε πως κοιμάται ένα μωρό εκεί μέσα, και άλλαζε αμέσως βαγόνι. Τόσες ώρες βρώμισε το στόμα της Μανιέρα αμίλητη, με συντροφιά το μόνο μικρό ροχαλητό της εγγόνας της.

«Αχ το καημένο μου είπε μόνη. Έχει τα κρεατάκια του και όλο ροχαλίζει. Το τρένο έφτασε στον κεντρικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Έξω και πάνω στην πλατφόρμα είδε την σιλουέτα της Σεβαστιανής δηλαδή να πηγαινοέρχεται από την ταραχή και την αγωνία της. Σίγουρα λαχταρούσε να δει την κορούλα της μετά τόσα χρόνια. Θα νόμιζε πως έγινε μεγάλο κορίτσι μα θα γελαστεί.

Γιατί η Σειρήνα ήταν ακόμη μόνο ένα μικρό μωρό. Η Μανιέρα μόλις την είδε αισθάνθηκε την καρδιά της να σφίγγεται. Η Σειρήνα είχε ξυπνήσει και ήταν έτοιμη να γνωρίσει την αντάρτισσα μαμά της. Εκείνη που δεν την είχε δει ποτέ στην μικρή ζωή της από τότε που γεννήθηκε και την παρομοίαζε σαν την Παναγιά. Μα καθώς κατέβαιναν τα σκαλοπάτια του βαγονιού το μάτι της συνέλαβε και το σωματóτυπο του γιου της. Όχι δεν λάθεψε Ήταν και αυτός εκεί μαζί με την Σεβαστιανή την γυναίκα του. Η Μανιέρα πρόλαβε και είδε το ασπριδερό χρώμα του προσώπου της. Τα ύπουλα μπλε μάτια της μα και το φανταχτερό ντύσιμό της. Αναστέναξε και φίλησε τον γιο της. Η Σεβαστιανή σηκώθηκε πήγε κοντά της και της έπιασε το χέρι και είπε.

«Πριν φιλήσω την κορούλα μας πρώτα θα ήθελα να μου επιτρέψεις να φιλήσω πρώτα αυτό το ευλογημένο χέρι το δικό σου. Αυτό είναι που συμπαραστάθηκε στην Σειρήνα μας. Και αν με καταλαβαίνεις θα κάνω για εσένα ότι θελήσεις.

«Τώρα της είπε δεν υπάρχει εμπόδιο κάνε ότι νομίζεις και τράβηξε το χέρι. Δυστυχώς ήταν πολύ ευαίσθητη μέσα της μα κατάφερε να την συγχωρήσει χωρίς να ζητήσει κάποια εκδίκηση. . Τότε είδε τα μάτια της Σεβαστιανής δακρυσμένα που είχαν αφήσει σημάδια στο πουντραρισμένο της πρόσωπο. Μετά ακολούθησαν άλλες στιγμές αλλοφροσύνης. Η Σειρήνα ρίχτηκε στον λαιμό της με πάθος και κόλλησε σαν βδέλλα στην αγκαλιά   της αποκαλώντας την μαμάκα. Και μα τον Θεό υπάρχουν στιγμές που αυτές οι θερμές εκδηλώσεις με στεναχωρούν. Θα προτιμούσα τον εαυτό μου λίγο ποιο συγκρατημένο μα δεν μπορώ. Τότε σκέφτηκα πόσο άδικη ήμουν με τον άγιο Χαράλαμπο γιατί έκανε πάλι το θαύμα του. Το μόνο που ζητούσα τώρα ήταν να μην ξεχάσω ποτέ αυτήν την ανάμνηση που έζησα στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης.

Προηγούμενο Άρθρο

460 νέα κρούσματα κορωνοϊού σήμερα στη χώρα μας – 5 ακόμα θάνατοι

Επόμενο Άρθρο

Κανένα κρούσμα σήμερα στην ΠΕ Καστοριάς – Δείτε τη κατανομή των κρουσμάτων

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα Βραβεία “Ευπρέπεια 2019” – Μια βράβευση που διέλαθε της προσοχής μας και μας τιμά ιδιαιτέρως τόσο ως Δυτικομακεδόνες όσο και ως Γουναράδες – (Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος¹)

Στο όνομα του βραβευθέντα συμπατριώτη μας Χαρίλαου Ζήκου αναφερθήκαμε κι΄ άλλη φορά μέσω αρθρογραφίας και συγκεκριμένα