Η Καστοριά, τα «φευγάτα», και άλλες «ασθενείς» ιστορίες (Γράφει ο Νίκος Μπαλιάκας)

//

Ανάθεμα στην Καστοριά

πούναι μέσα στο μνήμα

βάρεσε το θανατικό

κι η έρημη Πανούκλα.

Κίνησαν οι αρχόντισσες

βγήκαν απ’ το βαρόσι

άλλοι πάνε στο Μαύροβο

κι άλλοι στα μοναστήρια

Και μια ζουρλή αρχόντισσα

πηγαίνει για το Μπλάτσι.

Μωρή ζουρλή αρχόντισσα

τι πάνεις για το Μπλάτσι;

Έχω χαδιάρικον υιγιό

πάνω να τον γλυτώσω.

Η Χολέρα κι η Πανούκλα

Τραγουδούσαν στα βουνά:

Νάξεραν η όμορφες

τι να δωκούν στους άντρους τους

Σκόρδο και μονόσκορδο

κι άλλο κάποιο χόρταρο.

Κάπως έτσι τραγουδάει η λαϊκή μούσα το μεγάλο θανατικό που είχε πέσει στην Καστοριά σε απροσδιόριστο χρονικό σημείο. Ένα θανατικό, πανούκλα κατά πάσα πιθανότητα, που έμεινε στην καστοριανή λαϊκή αφήγηση με το όνομα «τα Φευγάτα», το οποίο προκύπτει από το γεγονός ότι ήταν τόσο μεγάλο το μέγεθος του, που οι καστοριανοί αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη πόλη και τις εστίες τους και να μετακομίσουν στην γύρω περιοχή προκειμένου να αποφύγουν το κακό. Βέβαια δεν το απέφυγαν αφού μετέφεραν με την σειρά τους την ασθένεια η οποία συνέχισε να εξοντώνει τον πληθυσμό. Ο Γιάννης Μπακάλης, ο οποίος μεταφέρει τις πληροφορίες αυτές σε άρθρο του στην τοπική εφημερίδα Καστοριά τ.763 17-7-1938, μιλάει σχεδόν για αφανισμό της τοπικής κοινωνίας, αφού επέστρεψαν πολύ λίγοι στην πόλη μετά από άγνωστο χρονικό διάστημα απουσίας, το οποίο βέβαια μπορεί να προσεγγισθεί ή να πιθανολογηθεί σε μήνες ή και χρόνια, από το γεγονός ότι τα καλντερίμια της πόλης είχαν γίνει αδιάβατα από τα χόρτα και τα φυτά που είχαν φυτρώσει. Αυτό βέβαια αποτελούσε και δείγμα ότι από όσους είχανε μείνει πίσω στην πόλη, είτε επρόκειτο για αρρώστους ή αδύναμους είτε για φτωχούς, τελικά δεν τα κατάφεραν οπότε στην πόλη δεν κυκλοφορούσε κανείς. Σημαντικό στοιχείο προσπάθειας για την θεραπεία ή τον μετριασμό της αρρώστιας αλλά και της έντασής της είναι οι δύο τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού που καταδεικνύουν φαρμακευτική πρακτική της εποχής με βότανα (ιλιάτσκια) ή την αναζήτηση σε αυτά, όταν κάθε άλλη πρακτική προφανώς είχε αποτύχει. Το τραγούδι μεταφέρει σημειολογικά και επιπλέον ενδιαφέρουσες κοινωνικές, οικονομικές και γεωγραφικές πληροφορίες για την πόλη και την εποχή, καθώς και η αφήγηση του Γιάννη Μπακάλη, τα οποία όμως θα αποτελέσουν σχολιασμό μελλοντικής έρευνας. Στα «Φευγάτα» αναφέρεται εν συντομία και ο διδάσκαλος Χρυσόστομος Καραγκούνης στα χειρόγραφά του που φυλάσσονται στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστοριάς.

Ενδιαφέροντα στοιχεία έχει αναπτύξει ο ιστορικός Ρωμύλος Μαντζούρας σε άρθρο του στο fonikastorias.gr – Οι πανδημίες στην Καστοριά κατά τον 17ο αιώνα (26/3/2020), τα οποία πολύ πιθανόν να αφορούν την παραπάνω επιδημία παρόλο που δεν αναφέρονται μετακινήσεις πληθυσμού εξ αιτίας αυτής.

Ίσως όμως μια κομβική χρονιά να είναι το 1680, όπως εικάζει ο Λουκάς Σιάνος σε άρθρο του στην «Νέα Καστοριά» (10/3/1973) όταν αντλεί πληροφορίες περί επιδημιών στην πόλη από το βιβλίο του Michel Molcho “Histoire des Israelites de Castoria”. Σύμφωνα με αυτές, ο Molcho, αναφέρει ότι το 1680 η επιδημία πανούκλας που έπληξε την πόλη ήταν τόσο καταλυτική, που πολλές οικογένειες εβραίων κατέφυγαν στην πόλη Μοναστήρι. Στην Καστοριά είχαν παραλύσει τα πάντα και ο νοσών πληθυσμός, ελλείψει βέβαια θεραπείας, περίμενε στωικά τον θάνατο. Ένα από τα μέτρα που είχαν επιβάλλει ήταν η απαγόρευση συγχρωτισμού ανδρών και γυναικών σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές εκδηλώσεις καθώς και στα σημεία καθημερινής συνάθροισης. Το 1720 νέα επιδημία πανούκλας με επίσης μεγάλη ένταση, μόνο η εβραϊκή κοινότητα έχει 62 θύματα, αναγκάζει μέρος του πληθυσμού να βρει καταφύγιο στο γειτονικό Μαύροβο, ενώ σε μια Τρίτη επιδημία το 1782, αναφέρει πως οι εβραϊκές οικογένειες είχαν καταφύγει στο επίσης γειτονικό χωριό Κρεπενή. Για τον 19ο αιώνα παραθέτονται πληροφορίες για επιδημίες χολέρας 1832 και 1865, και πανούκλας το 1835. Η αναφορά του Λ. Σιάνου στα «φευγάτα» στο ίδιο άρθρο, εκτός από την σκέψη του ότι αυτά αφορούν στις επιδημίες του 1680 ή 1720, περιλαμβάνει και την πληροφορία ότι οι νεκροί θάβονταν έξω από τα τείχη της πόλης χωρίς παπά.

Ο καθηγητής Α. Βήτας, σε επιστολή του της 24-7-1938 η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερία «Καστοριά» (31/7/38) προτείνει μια άλλη χρονολογία για τα «φευγάτα», αυτή του 1814, ορμώμενος από πληροφορία που άντλησε από εξώφυλλο ευαγγελίου στο Τσιρίλοβο, όπου αναφέρεται επί λέξει και ορθογραφία «1814 σεπτεβρίου 14 εβηκαμεν απατοκάστρω επηδηβάρεσεν ηπανούκλα στοκάστρω και ηρθαμεν στω Τζερίλαβω και εκαθουμάσταν και γραφω διαενθημησι εγώ ο παπακωσταντίνος γαπρος του μήτρου γγήλου αποκαστωρία γράφω.»

 

Η Ισπανική Γρίπη

 Η επόμενη μεγάλη επιδημία που είναι γνωστή και η οποία είχε πλήξει βαριά την Καστοριά, ήταν αυτή της Ισπανικής γρίππης το 1918, και η οποία είχε αφήσει πίσω της δεκάδες εκατομμυρίων θυμάτων παγκοσμίως. Χαρακτηριστικά για την περιοχή μας,  Ο Γενικός γραμματέας της Δυτικής Μακεδονίας, Ηλιάκης, σε τηλεγράφημα στην Κυβέρνηση αναφέρει. «Επιδημία ενέσκηψεν εις άπασα την περιφέρεια. Οι κάτοικοι αποθνήσκουν καθ΄εκάστην κατά δεκάδας ιδίως εις τας περιφερείας Γρεβενών, Καστοριάς, Σερρών και Καϊλαρίων-Πτολεμαΐδας. Εις τα Γρεβενά σήμερα απέθανον τρεις χωροφύλακες και ο ανθυπασπιστής Κονταξάκης. Το τέταρτον της όλης δυνάμεως έχει προσβληθεί μέχρι στιγμής και πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι» με ημερομηνία 3-10-1918, που το δημοσίευσε η εφημερίδα ΗΧΩ της Κοζάνης. Τα παραπάνω επιβεβαιώνει και η εφημερίδα «Εμπρός» (4-10-1918) όπου εκτός αυτών καταγράφονται και είς Χρούπιστα 29 θύματα και εις Εξισού 10. Η αντίδραση της τότε κυβερνήσεως υπήρξε άμεση όταν εκτός από το κλείσιμο των σχολείων και γενικά των χώρων συναθροίσεων και συγχρωτισμού, απέστειλε και επαρκή ποσότητα φαρμάκων για την υποστήριξη των τοπικών κοινωνιών άλλα και των δομών περίθαλψης απόρων που ιδρύθηκαν άμεσα για την αντιμετώπιση της νόσου. Εκτός των φαρμάκων απεστάλησαν και μεγάλες ποσότητες κονιάκ, κρασιού και ασβέστης για απολύμανση χώρων (εφ. Μακεδονία 16/10/1918). Η άμεση αντίδραση, και παρά τον εκρηκτικό αρχικά ρυθμό θανάτων, έφερε περιορισμό και ύφεση της νόσου στην Δυτική Μακεδονία σχετικά γρήγορα (εφ. Μακεδονία 15/10/18), εν αντιθέσει με την υπόλοιπη χώρα. Έτσι στην επόμενη ανταπόκριση από την περιοχή αναφέρονται σποραδικά πλέον περιστατικά της νόσου (εφ. Μακεδονία 20/10/18) για να εκμηδενιστούν στην περιοχή στις αρχές Νοεμβρίου του ιδίου έτους (εφ. Μακεδονία 4/11/18). Στην Ελληνική επικράτεια η νόσος φαίνεται να εξαφανίζεται οριστικά γύρω στα μέσα Ιανουαρίου (εφ. Ριζοσπάστης 18/1/1919).

  • Δυστυχώς στην πόλη μας δεν υπήρχαν έντυπα της εποχής που να παρέχουν πληροφορίες για την τότε κατάσταση, και το μόνο στοιχείο που προβλήθηκε πρόσφατα στο διαδίκτυο, είναι μια καταχώρηση στατιστικής με το σύνολο των θανάτων στην Δυτική Μακεδονία από την ασθένεια το 1918, κατά την οποία η Καστοριά έχει 1814 θύματα, εν συνόλω 10.264 της Δυτικής Μακεδονίας. Η πληροφορία αντλήθηκε Από το προφίλ του συλλέκτη Γιάννη Τσιομπάνου: https://www.kozanilife.gr/2020/03/10/ispaniki-gripi-1918-ditiki-makedonia-thimata-gripis/?fbclid=IwAR12UzfMJzNA8VzlJXkKzJIkKjTFHKy7A77T7vXV6ICQFqLk1MhCV2hg7vA

Πληροφοριακά, το καλοκαίρι του 1918 στην Καστοριά είχε ενσκήψει και επιδημία κοιλιακού τύφου (εφ. Μακεδονία 10/7/1918)

Περίοδος Μεσοπολέμου – επιδημίες, επιδημίες, επιδημίες

 Η δεκαετία του ‘20

 Οι πρώτες επιδημιολογικές αναφορές εντοπίζονται στην εφημερίδα Καστοριά (26/1/1920) και αφορούν έξαρση εξανθηματικού τύφου πέριξ της πόλεως στην Κλεισούρα και την Ζαγορίτσανη (Βασιλειάδα) όπου μάλιστα η δεύτερη μπαίνει σε καραντίνα υπό την φύλαξη αποσπάσματος. Η επιδημία φαίνεται να συνέχισε τουλάχιστον για τρεις επιπλέον μήνες, για να δώσει την σειρά της σε επιδημίες διφθερίτιδας και οστρακιάς, οι οποίες προσβάλουν εκτός από τα περίχωρα, και την ίδια την Καστοριά, με σχετικά μεγάλη ένταση παρά την ήπια τότε μορφή τους.

Διαχρονικά βέβαια υπάρχουν η φυματίωση και η ελονοσία οι οποίες ταλαιπωρούν τους πληθυσμούς με την δική τους μακροχρόνια φθοροποιό και θανατηφόρα προοπτική. Έτσι σε άρθρο του αστίατρου Χρηστάκη Α. Σιάνου (εφ. Καστοριά 16/11/1924), πέραν της ιατρικής περιγραφής κυρίως της φυματίωσης και μια σύντομης της ελονοσίας, απευθύνει συμβουλές προστασίας στους καστοριανούς και σύμφωνα με τον τρόπο ζωής τους. Έτσι προτείνει 1) οι γουνεργάτες να μην φτύνουν στα δάπεδα των μαγαζιών, και να μην πετιούνται να μολυσμένα μπουκλούκια στους δρόμους, 2) στην κάθε οικογένεια τα μέλη της θα έχουν τα ατομικά αντικείμενα σίτισης 3) να σταματήσουν την παλιά συνήθεια να απολύουν τα «αναγκαία» στους δρόμους κάθε φορά που έβρεχε (πουρρόια), αλλά να κάνουν χάντακες ή βόθρους και να τα κατευθύνουν εκεί, καθώς και τα νερά από τους νεροχύτες 4) να μην κατουρούν μικροί και μεγάλοι στους δρόμους 5) να μην τρώνε γλυκό από το ίδιο κουτάλι, αλλά επίσης να πλένονται σχολαστικά ποτηράκια ποτών, φλυτζάνια καφέ κλπ και να μην συμπληρώνονται τα μισοπιωμένα για να ξανα-προσφερθούν 6) να εγκαταλείψουν την τούρκικη συνήθεια να τρων όλοι από το ίδιο πιάτο 7) ιατρική εξέταση να προηγείται των αρραβώνων 8) να ενημερώνονται με τα ονόματα των νοσούντων η αστυνομία και οι αρχές ώστε αυτοί να αποκλείονται από εστιατόρια και καφενεία ή να τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης 9) οι νοσούντες στα σπίτια να απομονώνονται και να μην έρχονται σε επαφή με τους υπόλοιπους οικείους 10) όταν κάποιος πεθαίνει να τον σκεπάζουν αμέσως στο φέρετρο και να καίνε τα προσωπικά του είδη και έπιπλα, και να μην τα πωλούν όπως συνηθίζουν, γιατί μεταδίδουν την αρρώστια στον εκάστοτε αγοραστή 11) και τέλος, τονίζει ο ιατρός Σιάνος την ανάγκη απόκτησης ενός κλίβανου απολύμανσης στην πόλη.

Για την ελονοσία ουσιαστικά λοιδωρεί το τότε ελληνικό κράτος το οποίο για την αντιμετώπιση της ασθένειας απέστειλε στην Καστοριά για την καταπολέμηση των ελών «…τρία δοχεία πετρέλαιον, ολίγον οινόπνευμα, τρεις σκαπάνας και ολίγην κινίνην…», για την οποία κινίνη προτείνει δωρεάν διανομή στους φτωχούς αφού μπορούσαν να την αγοράσουν μόνο οι πλούσιοι. Δύο χρόνια αργότερα, το 1926, η κινίνη πλέον είναι προσιτή αφού μεγάλη ποσότητα εισήχθη από Ολλανδία, ενώ σε άρθρο του περί της ασθένειας, ο ιατρός Λαζ. Ζιώγας (εφ. Καστοριά 2/5/1926), προτείνει για την αντιμετώπιση και περιορισμό της νόσου αφενός μεν την αποξήρανση των ελών, και αφετέρου πετρελαίωση των υδάτων τους όπου αυτό ήταν δυνατόν.

Τον επόμενο χρόνο, το 1927, εκδηλώνεται επιδημία δυσεντερίας αρχικά σε Καστοριά, Τειχόλιστα (Τοιχιό) και Μαύροβο με δεκάδες θύματα, ενώ και η οστρακιά επανεμφανίζεται σε Καστοριά, Σδράλτση (Αμπελόκηποι) και Μαύροβο. Το 1928 λαμβάνονται μέτρα προστασίας της περιοχής από τον δάγκειο πυρετό. Το 1929 η γρίππη επιστρέφει αλλά ευτυχώς πολύ πιο ήπια, παρόλα τα πολλά κρούσματα που παρουσιάζονται. Παράλληλα στην Λεύκη και στην Ζουπάνιστα (Λεύκη) παρουσιάζεται «ύποπτος νόσος» η οποία διχάζει την επιστημονική κοινότητα ανάμεσα στην εκτίμηση εξανθηματικού τύφου και μιας αγνώστου ασθένειας η οποία όμως σε κάθε περίπτωση δεν έχει θύματα. Το ίδιο έτος αναφέρονται και κρούσματα ανεμοβλογιάς στην Ζελήνη (Ποριά) και οστρακιάς στο Βαψώρι (Ποιμενικόν).

Η δεκαετία του ’30

1930 Ο εφιάλτης της Οστρακιάς (σκαρλατίνα)

Από νωρίς το 1930 (Φεβρουάριο), η οστρακιά επανέρχεται στην Καστοριά σε μια από τις τελευταίες της επισκέψεις με μορφή επιδημίας, και ίσως την δριμύτερη. Στην εφημερίδα «Δυτική Μακεδονία» (9/2/1930) αναφέρεται η νόσος σε έξαρση στον Μελά και στον Γέρμα με «..ουκ ολίγα θύματα…», ενώ παράλληλα προτείνει την συνέχιση εμβολιασμών με το φάρμακο «Ντικ», και συνεχίζει (16/2) με την παραίνεση του υπουργείου να «…συνιστά ως σωτήριον τον εμβολιασμόν τούτον και έχωμεν καθήκον να παρουσιάσωμεν τα τέκνα μας, εφ’ όσον είναι και υποχρεωτικός ο εμβολιασμός ούτος.» .

Μέχρι τέλους Μαρτίου φαίνεται πως βρίσκεται σε μια ελεγχόμενη κατάσταση με σποραδικά κρούσματα, κάτι όμως που δεν εφησυχάζει τον ιατρό Λεωνίδα Τσαμίση, ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει ότι τα κρούσματα είναι πολύ περισσότερα αλλά αποκρύπτονται από τις οικογένειες των νοσούντων είτε για να αποφύγουν την σχετική απομόνωση (καραντίνα) είτε επειδή αυθαίρετα ερμηνεύουν την οστρακιά ως ιλαρά λόγω της εξανθηματικής ομοιότητας. Τα αυξημένα κρούσματα τα αποδίδει στον πλημμελή εμβολιασμό είτε λόγω αμέλειας των γονέων είτε λόγω έλλειψης του εμβολίου. Το άρθρο του θα κλείσει με τα χαρακτηριστικά λόγια «… Εκτός τούτου άλλωστε οι αποκρύπτοντες άρρωστον έχωσι και απέναντι του νόμου ευθύνας διατρέχοντες ούτω τον κίνδυνον και την υγείαν των τέκνων των να βλάψωσι και αυτοί να τιμωρηθώσι.» (εφ. Καστοριά 13/4/1930). Στις 27/4 αναφέρεται ότι η νόσος εξαπλώνεται στην πόλη με καταπληκτική ταχύτητα και μάλιστα για πρώτη φορά αναφέρονται τα πρώτα θύματα επωνύμως. Αυτό που ανησυχεί την πόλη αλλά και τα περίχωρα είναι ότι υπάρχουν πλέον κρούσματα και θύματα μεγαλύτερα της ηλικίας των 10 ετών κάτι το οποίο θεωρούνταν πως ήταν αδύνατο να συμβεί. Έτσι ο συστηματικός εμβολιασμός ο οποίος προφανώς είχε στο μεταξύ αρχίσει επεκτείνεται ηλικιακά. Η πόλη δείχνει να βρίσκεται στα όρια πανικού.

Η «Δυτική Μακεδονία» (4/5) αναφέρει ότι λίγο πριν εκείνες τις ημέρες (αρχές Μαίου) η επιδημία ξέσπασε στην Καστοριά. Οι ειδήσεις που μεταφέρονται από την «Καστορία» με ίδια ημερομηνία, δείχνουν ότι το πρόβλημα οξύνεται αφού αφενός μεν έρχεται από την Φλώρινα και επιλαμβάνεται της κατάστασης ο νομίατρος Απ. Βαλασιάδης ο οποίος σε συνεργασία με τον Δήμο προωθούν τους εντατικούς εμβολιασμούς, αφετέρου δε η κοινότητα πολυτέκνων της πόλεως διοργανώνει λιτανεία στην πόλη προσβλέποντας στην άνωθεν προστασία. Αυτή πραγματοποιήθηκε στις 30/4/1930 και προεξαρχόντων της εικόνας της Παναγίας, των εξαπτέρυγων και του κλήρου, ακολουθούμενων πλήθους κόσμου από όλη την πόλη, ξεκινώντας από την Παναγιά την Φανερωμένη και ακολουθώντας την διαδρομή κάτω αγορά, άνω αγορά (τσαρσί), Ντολτσό για να καταλήξει στον εκεί ναό της Παναγίας (μάλλον στην Ρασιώτισσα) όπου και εναποτέθηκε η εικόνα.

Όλα αυτά βέβαια εις μάτην αφού η ασθένεια δείχνει να συνεχίζει ακάθεκτη αυτή τη φορά εις Σλήμνιστα (Μηλίτσα) ως «άγνωστη νόσος» φονεύουσα παιδιά (εφ. Καστοριά 15/6/30), ενώ στον Απόσκεπο προκαλεί τον θάνατο ένδεκα παιδιών τα οποία μάλιστα είχαν ήδη εμβολιαστεί (20/7), αλλά δεν είχε παρέλθει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα των 2-3 μηνών προκειμένου να επέλθει η επιδιωκόμενη ανοσία. Τελευταία αναφορά στην οστρακιά για το 1930 γίνεται από τις τοπικές εφημερίδες «Καστορία» και «Δυτική Μακεδονία» στις 28/9/30 όπου φαίνεται ότι η επιδημία συνεχίζεται στην Καστοριά και μάλιστα θανατηφόρος στο Οικοτροφείο. Και όλα αυτά με την ύπαρξη της κρατικής βοήθειας μόνον εξ αποστάσεως και προφανώς χωρίς έμπρακτη βοήθεια. Βέβαια κατά την διάρκεια του έτους από τις δύο εφημερίδες υπάρχει σχετική αρθρογραφία, και περισσότερο από την «Δυτική Μακεδονία» με περισσότερα από δέκα άρθρα, η οποία αφορά στην ανάλυση της ασθένειας και την πληροφόρηση του κοινού για αυτή με ιατρικούς και επιστημονικούς όρους της εποχής.

Η επόμενη αναφορά της οστρακιάς είναι στα τέλη του 1932 με αρχές του 1933 όταν προσβάλλονται η Κορησός, το Νεστόριο, η Βυσσινιά, η Κολοκυνθού καθώς και πολλά χωριά της περιφέρειας, με θύματα μη εμβολιασμένα παιδιά. Έκτοτε στον διαθέσιμο Καστοριανό Τύπο μέχρι το 1938 δεν αναφέρεται κάτι σχετικά με την νόσο, τουλάχιστον με την μορφή της επιδημίας.

Αρχές του 1931 η πόλη προσβάλλεται από την τακτική της επισκέπτρια, την γρίπη η οποία θα διαρκέσει περίπου δύο εβδομάδες (τέλος Ιανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου) προκαλεί πολυάριθμα κρούσματα ευτυχώς όμως σε πολύ ήπια μορφή αφού σε τρεις-τέσσερις ημέρες οι ασθενείς αναρρώνουν πλήρως. Θύματα δεν αναφέρονται καθόλου. Αρχικά βέβαια η έκταση των κρουσμάτων ήταν τέτοια που η «Δυτική Μακεδονία» (25/1/1931) εκφράζει φόβους επανάληψης της Ισπανικής γρίπης του 1918. Την άνοιξη του ιδίου έτους αναφέρονται σποραδικά κρούσματα ευφλογίας (ευλογιάς) ήπιας επίσης μορφής.

Την ίδια χρονιά και σχετικά με την ελονοσία, από τον τοπικό βουλευτή Βαλαλά γίνονται ενέργειες σε συνεννόηση με την Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή της Θεσσαλονίκης ως παραγωγού, ώστε η λίμνη της Καστοριάς να εμπλουτισθεί με κωνωποβόρα ψάρια (καμπούζια) ώστε να περιοριστεί ο αριθμός των κουνουπιών φορέων του πλασμώδιου του Λαβεράν το οποίο προκαλεί την ελονοσία (εφ. Καστορία 19/7 & 30/8/1931). Η αρχική προσπάθεια ως φαίνεται απέτυχε κυρίως για λόγους οργάνωσης της μεταφοράς αφού ελάχιστα ψάρια έφθασαν ζωντανά και ρίχτηκαν στην λίμνη, με το θέμα να επανέρχεται τον Ιούνιο του 1934 (3/6) όταν και τίθενται κάποιες προδιαγραφές της ασφαλούς υποδοχής του ιχθυακού πληθυσμού. Πράγματι αυτή τη φορά τα ψάρια έφθασαν στην Καστοριά αλλά στάθηκε αδύνατον να προσαρμοστούν στις συνθήκες της λίμνης. Παράλληλα συνεχίζουν να προτείνονται και άλλες λύσεις όπως η αποξήρανση το έλους Χασάν Κατή, στο οποίο εκτός των άλλων οι γουναράδες πετούσαν τα απορρίμματα τους (μπουκλούκια) σαν μια επιπλέον εστία μόλυνσης, η πετρελαίωση γενικότερα των ελών, ή η ρίψη ασβέστη.

Για οικιακή προστασία προτείνεται καύση μέσα στα δωμάτια του σπιτιού φυτών όπως χρυσάνθεμων, δυόσμου, δεντρολίβανου, χαμομηλιού, υγρού άχυρου ή χόρτου, κοπριάς βοοειδών κλπ, ώστε ο καπνός να απωθήσει τα επικίνδυνα κουνούπια. Φαρμακευτικά προτείνεται η κινίνη και παραλλαγές της (24/6) όπως και η παστερίνη.

Από τις παραπάνω λύσεις προχώρησε και σχετικά σύντομα η αποξήρανση του έλους του Χασάν Κατή αφού σε αυτή την ενέργεια αποδίδεται η σημαντική ελάττωση των κρουσμάτων στην πόλη (26/8).

Εκτός βέβαια της ελονοσίας το 1934, υπάρχουν πληροφορίες για σοβαρή επιδημία ιλαράς στην Κρυσταλλοπηγή, η οποία εξαπλώνονταν διαρκώς.

Το 1935 όσον αφορά τα κωνωποβόρα ψάρια, πρέπει να υπήρξε τελικά ευδοκίμηση κάποιων ελάχιστων ψαριών που είχαν επιβιώσει της πρώτης προσπάθειας το 1931, με ικανοποιητικά αποτελέσματα αυτή τη φορά, αφού στην «Καστορία» (12/1/1936) σχολιάζεται ότι σύννεφα από αυτά παρατηρήθηκαν στα ελώδη μέρη της λίμνης αποδίδοντας και σε αυτά την μείωση των κρουσμάτων ελονοσίας.

Τελευταία παρατήρηση περί επιδημιών στον Καστοριανό Τύπο είναι μια επιδημία γρίπης, αρκετά ήπιας μορφής και αυτή, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1937.

Επίλογος – Παρατηρήσεις

Εν κατακλείδι, σε μια περίοδο είκοσι περίπου χρόνων, 1918-1937, η Καστοριά υπήρξε τόπος εκδήλωσης συχνών και έντονων επιδημιών οι οποίες ταλαιπώρησαν για ικανό χρονικό διάστημα τον ντόπιο πληθυσμό και με πάρα πολλά θύματα.

Ανάμεσα στα συμπεράσματα εκτός των όσων προκύπτουν από την ανάλυση των παραπάνω πληροφοριών, εντυπωσιακή υπήρξε η ένδειξη ότι οι επιδημίες με όλους αυτούς τους θανάτους περνούσαν σε μικρά μονόστηλα των εφημερίδων με σπάνια αναφορά θυμάτων έστω και στατιστική, δείγμα του ότι η έννοια του θανάτου ήταν απόλυτα συμβατή και αποδεκτή με και από την κοινωνία της εποχής.

Επίσης, πέρα από την απλή καταγραφή των επιδημιών, υπήρξε και αρκετά σημαντική πληροφόρηση με την ανάλυσή τους, αλλά και τρόπους προστασίας, αποφυγής και επικούρησης, σε άρθρα που δημοσίευαν κατά καιρούς ιατροί και επιστήμονες της πόλης.

Μια άλλη μεταδοτική ασθένεια η οποία δεν αναφέρθηκε λόγω του μηχανικού τρόπου διάδοσης (δάγκωμα) είναι η λύσσα η οποία ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη σε οικόσιτα και άγρια ζώα όπως και συχνά στους ανθρώπους. Το εντυπωσιακό με αυτή είναι ότι απασχόλησε αρκετά περισσότερο τον Τύπο σε σύγκριση με τις μεγάλες επιδημίες.

Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τον τοπικό και πανελλήνιο τύπο της εποχής, όσο αυτό υπήρξε δυνατόν αφού ένα μεγάλο τμήμα φύλλων απουσιάζει από τα συγκεκριμένα αρχεία. Σε κάθε περίπτωση η παραπάνω καταγραφή αποτελεί σύντομη αναγνωστική έρευνα, τιμής ένεκεν στην απομόνωση των κορονοϊκών ημερών, η οποία θα μπορούσε να αναπτυχθεί και σχολιασθεί περισσότερο από σχετικό και ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό (π.χ. ιατρούς επιδημιολόγους, λοιμωξιολόγους κλπ). Φυσικά οι συγκρίσεις με το σήμερα είναι αναπόφευκτες έως και επιθυμητές.

Καλή συνέχεια και κουράγιο σε όλους.

Νίκος Μπαλιάκας

Κύριες Πηγές

Εφημερίδες :

  • «Καστορία»
  • «Νέα Καστοριά»
  • «Δυτική Μακεδονία»
  • «Μακεδονία»
  • «Εμπρός»
  • «Ριζοσπάστης»
  • «fonikastorias.gr»

Προηγούμενο Άρθρο

ΣΕΑ Ν. Καστοριάς: «Όσοι είμαστε υγιείς προσφέρουμε το πολύτιμο ΑΙΜΑ μας»

Επόμενο Άρθρο

Ευχαριστήριο του Αντιπεριφερειάρχη Καστοριάς προς τα ΕΛΤΑ Α.Ε. Καστοριάς

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ

51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς: (Μια διοργάνωση που επιμένει, εξελίσσεται και κρατά ζωντανή μια παράδοση) Γράφει: Ο Λεωνίδας Θ. Πουλιόπουλος.[1]

 Η 51η Διεθνής Έκθεση Γούνας Καστοριάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα αντοχής, προσαρμοστικότητας και επιχειρηματικής επιμονής. Σε