Η Εμποροπανήγυρη στο Άργος Ορεστικό. Διήγημα (Γράφει ο Σπύρος Νίτσας)

Η πόλη αυτή χρωστάει πάρα πολλά σε τούτη την  εμποροπανήγυρη.  Γιατί όλο αυτό το γλέντι που θα ακολουθήσει θα είναι μια διψασμένη  κραυγή για την αθανασία της πόλης. Στο Άργος Ορεστικό τα παλιά χρόνια ζούσαν φιλήσυχα οι άνθρωποι όλοι σαν συγγενείς κάτω από την ίδια στέγη του ουρανού. Η εμποροπανήγυρης τα παλιά χρόνια γίνονταν στην πλατεία του δημαρχείου και έφτανε μέχρι στο στρατόπεδο. Όλα τότε περιστρέφονταν γύρο από μια χρυσή αισθηματική ομίχλη. Όλοι ζούσαν  ένα σκαλοπάτι ποιο κοντά στον Θεό με αυτό το αλάθητο όνειρο [το Πανηγύρι]. Γιατί όλες οι γειτονιές τότε κάπνιζαν από τα ψητά αρνιά. Όλα τα σπιτάκια ήταν  βαμμένα κάτασπρα με ασβέστη με πεντακάθαρες αυλές και  με πράσινες γρίλιες. Οι γυναίκες στέκονταν στο κατώφλι στα στενά μεσόφωτα σοκάκια. Καλόκαρδες στρουμπουλές κοκκινομάγουλες καταδεχτικές, έτοιμες να σου πουν ένα καλό λόγο. Και οι άντρες περήφανοι με καθαρά  πουκάμισα και φρεσκοξυρισμένοι.

Το πανηγύρι όσο πήγαινε και ζωήρευε. Θα ακολουθούσαν τα μεγάλα γλέντια. Το κέντρο της πλατείας ήταν ζωσμένο με ένα μεγάλο θέαμα, τον γύρο του θανάτου.  Κάτι μοτοσικλέτες γύριζαν σε ένα σανιδένιο πηγάδι. Παρά δίπλα οι ακροβάτες που κάνανε τούμπες στον αέρα σαν μαϊμούνια. Ένας φακίρης ποιο πέρα κάτι μασούσε  και έβγαζε φωτιά από το στόμα.. Και ένας άλλος έβγαζε ατελείωτα χρωματιστά μαντίλια από το στόμα  του. Πάρα κάτω άλλος γέρος ξυπόλητος  με άσπρη κελεμπία  με μακριά άσπρη γενειάδα και σώμα σαν λείψανο, ξάπλωνε πάνω σε αιχμηρά  καρφιά. Όλα είχαν μια αξεπέραστη γοητεία στον καιρό τους και κοιτάζαμε σαν χάνοι με ανοιχτό στόμα. Μα πέρα από τις πρώτες σκηνές ήταν ένα μεγάλο πλάτωμα  γεμάτο κλαρίνα. Δεκάδες γεμάτα τραπέζια  μπερδεμένα με κόσμο.

Συζητούσαν έντονα με αναμμένα τσιγάρα στο στόμα χειρονομώντας, για το τάδε και το δείνα.. Δύο γυναίκες ξυπόλυτες με κοντά παντελονάκια και βαμμένα έντονα κατακόκκινα χείλη χόρευαν πάνω στα τραπέζια. Έδειχναν ντίρλα μεθυσμένες  και φτάνανε μέχρι την εμμονή της τρέλας. Δίπλα άντρες γυναίκες στοιβαγμένοι και  προσγειωμένοι στα χωρατά, χόρευαν με την σειρά χέρι-χέρι. «Της πικροδάφνης τον ανθό, να πέσω αποκοιμηθώ λίγο ύπνο για να πάρω και είδα όνειρο μεγάλο.» Τα προξενιά δίνανε και παίρνανε. Αρραβωνιάζονταν εκεί επί τόπου. Έδίναν σφιχτά τα χέρια και άλλαζαν την χρυσή λίρα για καπάρωμα της νύφης.. Δεν κόβεται εύκολα ένα παλιό έθιμο. Σήμερα απαγορευόταν αυστηρώς οι κακίες που έκρυβαν μέσα στις ψυχές τους μηδενός εξαιρουμένου. Όλοι διατηρούσαν την συμφωνία και  απαράβατος νόμος να παρουσιάζονται με αγγελικά πρόσωπα.

Μόλις η πορφυρένια νύχτα άρχιζε να αιωρείται και να τους αγκαλιάζει άρχιζε το ποιο τρελό γλέντι. Και όλοι οι καπνοί ανέβαιναν σαν κολασμένα φαντάσματα κατά τον ουρανό της πόλης, τότε έπαιρνε φωτιά το πανηγύρι. Σου φαίνονταν πως όλος ο κόσμος ήταν απλωμένος  μπροστά σου. Να σε αξιώσει ο Θεός να ζήσεις αυτήν την μαγεία συνέχεια που αναδύει αυτό το πανηγύρι. Όλοι παρακαλούσαν να μην τελειώσει ποτέ αυτό το πανηγύρι. Γιατί ήθελαν να  ξεγνοιάσουν  από τα βάσανα. Να ζεσταθούν λίγο από την αύρα της χαράς του ποτού και του γλεντιού. Να πιουν να ζαλιστούν. Να πιαστούν χέρι-χέρι  και να χορέψουν κάτω από το κλαρίνο του Τέλη. Στους γύρο όχτους ήταν γεμάτο άλογα προς πώληση, πρόβατα να βελάζουν. Άπυρα  ζυγούρια να θυσιαστούν για εσένα. Και όσο για  τυριά, μυζήθρες φρέσκο μπασκί, και τουλουμοτύρια, ήταν το κάτι άλλο, γεμάτο το μέρος που μύριζε παντού τυροκομείο. Λίγο ποιο πάνω, με τον βούρδουλα τυλιγμένο στα χέρια τους ήταν γεμάτο μελαψοί τσιγγάνοι.

 Ήταν  όλοι πεταλωμένοι  με χρυσά δόντια και το έβλεπες μόλις άνοιγαν το στόμα. Τσαμπάσιδες να πουλάνε γέρικα άλογα για νέα.  Όλα στολισμένα με γιρλάντες και  με την μουσαφεζιά τους. Μα τον σημαντικότερο ρόλο το έπαιζαν οι τσιγγάνες με το ντέφι στα χέρι να ρίχνουν την μοίρα σε όποιον τύχαινε μπροστά τους. Και στο κατόπι να αγοράζουν άλογα γαϊδούρια  μικρά πουλάρια με τόση ευκολία Έκαιγαν οι  μεγάλες φωτιές και κάπνιζαν ντουμάνιαζαν το μέρος από καπνούς από τα  θερισμένα στάχυα. Λίγο παράμερα στα ψηλά γεμάτο βλάχοι ντυμένοι όλοι με υφαντά ρούχα. Μαύρο σακάκι άσπρο σαλβάρι και τραγόμαλι κάπα σον ώμο. Ζούσαν και αυτοί στον δικό τους κόσμο. Γίδια άλογα και  τσοπανόσκυλα όλα  μαζί. Άλλοι να βρίζουν, και να ακούς το κράξιμο ενός μωρού που γεννήθηκε πρόσφατα στο κονάκι.. Άρμεγαν τα γιδοπρόβατα έπηζαν το γάλα. Οι γυναίκες ότι γάλα περίσσευε το χτυπούσαν στην τρομπέλα να βγει το φρέσκο βούτυρο. Εκεί έμενε μόνο η μπινίτσα το ξινόγαλο. Αυτός ήταν ένας απαράβατος νόμος. Τραγουδούσαν  και έπιναν ρακί μέχρι τελικής πτώσης σαν λαβωμένα κουνάβια. Και απέναντι από την άλλη μεριά τραγουδούσαν οι Γραμουστιάνοι. Όλοι όρθιοι γύρο και με τις γκλίτσες πείραζαν συνέχεια την φωτιά να ψηθούν γρήγορα τα πρόβατα στην σούβλα. Πίνανε ρακί από μια βιτσέλα όλοι και την άλλαζαν από στόμα σε στόμα.

«Για μας, και χαϊρλίτικο το πανηγύρι, φώναζαν με βραχνές φωνές από το ποτό,  και του χρόνου και πάντα στις χαρές μας.  Με υγεία και πάλι καλή αντάμωση.» Εδώ  εύχονταν ο ένα τον άλλον και φιλιόταν σταυρωτά, ροδάνθεμοι στο χρώμα  μισομεθυσμένοι. Και έδειχναν μέσα από τις τραγόμαλλες  κάπες  τους ντυμένοι σαν μαύρα κοράκια. Έκοβαν μετά με τους σουγιάδες από ένα κομμάτι ψητή προβατίνα από την σούβλα και απολάμβαναν την γεύση.  Όλοι τους μεθυσμένοι έμοιαζαν θεριά  που γαργαλιούνται και να ξύονται στην  λάσπη . Όλοι αισθανόταν βαθιά την ομορφιά, και τον πόθο που φλόγιζε  μέσα από  στα μάτια τους..      Ένας άλλος πολύ έξυπνος είχε πιάσει έναν θηριώδη λύκο. Τον κρατούσε κλεισμένο στο κλουβί. Μα  κάθε τρεις και λίγο ο λύκος  ούρλιαζε μέσα από την αιχμαλωσία να σπάσει τα δεσμά του να ελευθερωθεί. Και αν ήθελες να δοκιμάσεις  πόσο γενναίο είναι το σκυλί σου ζύγωνες στον λύκο. Μα τα περισσότερα σκυλιά μόλις τον έβλεπαν  κατουριόταν πάνω τους και εξαφανίζονταν με την ουρά στα σκέλια τους. Και γελούσαν όλοι για το πάθημα τους. Έτσι  όλοι αυτοί οι  περιθωριακοί  και γνήσιοι άνθρωποι δεν μετρούσαν μέρες. Ξέρανε από μόνοι  πως μόλις τελείωνε το κρασί και τα ψητά καταλάβαιναν πως το πανηγύρι είχε τελειώσει. Έτσι όλοι φεύγανε από εκείνη την μεγάλη χαρά σίγουρα  με βαριά καρδιά.  Γιατί όλη αυτή η πόλη που  ήταν φωλιασμένη βολικά δίπλα στο ρουμάνι και κοντά στις φιλικές  όχθες του Αλιάκμονα πάντα γελούσε. Ξέρεις όλο αυτό το πανηγύρι είχε και  κάτι το απλοϊκό μέσα του, που μας θέρμανε τις καρδιές όλων μας  σαν θυμιατήρι μα  μόνο αγάπη.

Προηγούμενο Άρθρο

Προσωπικός γιατρός: Δεν θα πληρώσουν πρόστιμο όσοι δεν βρίσκουν να εγγραφούν – Τι είπε ο Θεμιστοκλέους για τα προβλήματα

Επόμενο Άρθρο

Θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν το πρωί του Σαββάτου 24/9 σε περιοχές της Μακεδονίας

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ