Η γυναίκα της παλιάς Καστοριάς κυρά στο σπιτικό της και στο κοινωνικό σύνολο (Επιμέλεια Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

 

(Από το βιβλίο της Ιφιγένειας Διδασκάλου  «Καστοριά , πατρίδα μου»  και με αφορμή της εκδήλωση τιμής  «Η ΠΟΛΗ ΤΙΜΑ… Η ΠΟΛΗ ΘΥΜΑΤΑΙ», στην Καστοριανή Λαογράφο, που θα πραγματοποιηθεί στη Θεσ/νίκη την 17.3.2018, από τον Σύλλογο Καστοριανών Θεσ/νίκης «ΤΟ ΚΕΛΕΤΡΟΝ» σε συνεργασία με τον Προοδευτικό Σύλλογο Κυριών Καστοριάς)

Ας στρέψουμε την ανέμη του χρόνου πολλά – πολλά χρόνια πίσω, για να ξαναθυμηθούμε εκείνη τη γυναίκα της παλιάς Καστοριάς. Να αναπολήσουμε, να συγκινηθούμε, να κλάψουμε ίσως, αλλά να νιώσουμε και περηφάνια, για όλα εκείνα που ζήσαμε κι εμείς στην πατρίδα. Τα ωραία μας έθιμα, τα τραγούδια μας και τους χορούς μας. ΄Όλα εκείνα, που έπλασαν την ψυχή μας και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μας. ΄Όλα όσα αποθησαυρίσαμε από την ομορφιά του τοπίου, τη γοητεία της λίμνης μας και των εκκλησιών μας τον μυστικισμό. Ο Θεός, σε ώρα κεφιού βρέθηκε, όταν δημιούργησε τούτη την όμορφη πατρίδα μας, την Καστοριά, και τη στόλισε με τόσα θέλγητρα. «Κέλετρο» το αρχαίο της όνομα, από το αρχαίο ρήμα «κηλώ» που σημαίνει θέλγω. «Κέλετρο» θελκτικό θέλγητρο! Σε ώρες αγάπης, μεράκι και έμπνευσης και οι χτιστάδες, που μαστόρεψαν τα πατρικά μας. Τα πατρογονικά μας σπίτια – αυτή την ευλογημένη γωνιά – που μέσα της κυλούσε η ζωή της οικογένειας με ομόνοια, σεβασμό και αγάπη. Εκεί όπου γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, γευτήκαμε χαρές και λύπες, αντάμα με τον  παππού και τη γιαγιά – «τη Μαμάνα» μας, που ήταν ο κλειδοκράτορας του καστοριανού νοικοκυριού.

«Μαμάνα» φωνάζανε ένα καιρό τη γιαγιά. ΄Ονομα , που έκλεινε όλη την αγάπη, την τρυφερότητα και τον σεβασμό για την καλή μας κι άξια γιαγιά, που ήταν ο ίσκιος και η ευλογία του σπιτιού. Αυτή που βαστούσε τα κλειδιά του παραμυθιού και της στοργής, της προσφοράς και της αφοσίωσης. Η άξια Καστοριανή που με παραδειγματική ευλάβεια κράτησε την κληρονομιά των προγόνων της κι αναδείχτηκε υποδειγματική Κυρά στο σπιτικό της και  στην κοινωνία. Απ΄ αυτήν ξεκινούσαν χίλιοι θησαυροί της λαϊκής μας παράδοσης κι ήταν αυτή που συντηρούσε στη ζεστή καρδιά της, τις πανάρχαιες συνήθειες που τις είχε κληρονομήσει, σαν ιερή παρακαταθήκη, από τη δική μας «Μαμάνα»! Αυτή μας πρωτοπήρε βρέφη στην αγκαλιά της κι αυτή ήταν εκείνη που έμαθε στη νύφη της και μάνα μας, να μας τυλίγει στις φασκιές και να μας φορεί τη γαλάζια χάντρα με το σκελίδι του σκόρδου, για το «κακό μάτι». Αυτή την τρίτη νύχτα, από τη γέννησή μας, την ώρα που όλοι κοιμούνταν στο σπίτι ακούμπησε στο παραγώνι το γλυκό με τα τρία κουταλάκια, για τις Μοίρες. Να φαν, να μερέψουν, να γλυκαθούν και γλυκά να μας μοιράσουν. Αυτή παράστεκε στην κούνια μας τη σκαλισμένη και ζωγραφισμένη με λογής – λογής λουλούδια, πουλιά κι αγγέλους και μας νανούριζε καλώντας Χριστό και Παναγιά να μας συντροφέψουν. Μέρευε το κλάμα μας και μας κανάκευε με τον γλυκό της λόγο. Και τι δεν εύρισκε να μας λέει η «Μαμάνα» εκείνη, που τις πιο πολλές φορές, μήτε γραφή, μήτε ανάγνωση γνώριζε! Μα με τους θησαυρούς της καρδιάς της, η  απλοϊκή εκείνη γερόντισσα, που ήταν δυο φορές μάνα μας, «Μαμάνα» έβρισκε τα πιο όμορφα λόγια. Κι όταν κάπως μεγαλώσαμε και μπορούσαμε να καταλαβαίνουμε άπλωνε μπροστά στα εκστατικά μας μάτια, παλάτια με βασιλόπουλα και βασιλοπούλες, με ρηγάδες και πεντάμορφες, κι έχυνε βάλσαμο μέσα μας, όταν τύχαινε να μας φλογίζει ο πυρετός. Το παραμύθι της ήταν το θαυματουργότερο απ΄ όλα τα φάρμακα και τα «ιλιάτσκια». Αυτή να βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού. Συντρόφισσα μεγάλη και καθοδηγήτρια πάντα, κοντά στη νεοφερμένη της νύφη, τη νέα γυναίκα και νιόπαντρη πρωτομάνα μας. Να την ορμηνεύει και να την καθοδηγεί, να διατηρεί ζωντανή την παράδοση του τόπου, να μοιράζει τη γνώση και την αγάπη της, μα και τον κρίσιμο λόγο, στις πιθανές διαφορές, ένα λόγο, που τις περισσότερες φορές ήταν σεβαστός κι από τ΄ άλλα μέλη της οικογένειας. Να διατηρεί και να μεταδίδει όλα όσα ορίζουν οι συνήθειες και τα έθιμά μας, η ωραία παράδοση του τόπου μας.

Η γιαγιά η «Μαμάνα» ήταν ο κλειδοκράτορας του καστοριανού νοικοκυριού. Και τι δεν είχε – θυμάμαι – το καστοριανό κελάρι! Κρεμαστάρια σταφύλια, τούφες με σούρβα, κυδώνια, μήλα κι αχλάδια, καρύδια, μύγδαλα, ρύζι , ζάχαρη, «φύλλα» ζυμωμένα με αλεύρι, γάλα και αυγά, από τα χρυσά χέρια της νοικοκυράς, τραχανά, φασόλια, φακές και χίλιες δυο άλλες προμήθειες για τους χειμωνιάτικους μήνες, που ένα καιρό, ο χειμώνας κρατούσε τρείς μήνες με τα χιόνια του, τις παγωνιές και τη λίμνη παγωμένη. Αλλά και το καστοριανό υπόγειο του καιρού εκείνου; Γεμάτο με τα κιούπκια με τις γεμιστές μελιτζάνες και τις πιπεριές , την αρμιά, με τον δροσιστικό κι ορεχτικό αρμόζμο, τη σταφυλαρμιά, τα τυριά, το βούτυρο, τη λίγδα και το χοιρομέρι, τα σαλτσούνια και τ΄ αμπάρια με το αλεύρι για το ζυμωτό ψωμί και χίλια άλλα καλούδια. Εκεί και τα σταμνιά με το πόσιμο νερό και τα χωρανιά με το νερό, για τις δουλειές του σπιτιού.

Η γυναίκα της Καστοριάς, στο βασίλειο του σπιτιού της ήταν «Κυρά» και δαχτυλοδειχτούμενη στην κοινωνία. Στην οικογένειά της είχε πάντοτε σεβαστή και αξιοπρεπή θέση. Ζούσε με τους γονείς τον άντρα της και τα παιδιά της. Και πάντα της κρατούσε σε έξαρση το εθνικό φρόνημα και το θρησκευτικό συναίσθημα, πιστή στις παραδόσεις του τόπου μας και στο πλούσιο εθιμολόγιο. Για να ποικίλει τη ζωή της δημιουργούσε χίλιες  – δύο  γιορταστικές ώρες. ΄Ηταν ανάγκη ψυχική, για την πίκρα της ξενιτιάς που τα παλιά χρόνια έπαιρνε καθολικές διαστάσεις στην πόλη μας.

Ευλογημένο πατρικό σπίτι! Ευλογημένα και τα επιτήδεια χέρια της γυναίκας και νοικοκυράς που τα φροντίζει όλα και τα ετοιμάζει!

΄Εδενε το άσπρο της «πόσι» στα μαλλιά της η γυναίκα και πριν  ξεπροβάλλει ο ήλιος από το βουνό, σήκωνε τη μαλάθα με τ΄ άπλυτα «στράνια» επάνω στο κεφάλι και λυγερόκορμη και σβέλτη κρατώντας στο χέρι και τον ξύλινο κόπανο κατηφόριζε για την πλύση στη λίμνη. Το θέαμα των γυναικών, μια φορά κι έναν καιρό που έπλεναν άκρη άκρη στη λίμνη ήταν από τα γραφικότερα. Μ΄ ανασηκωμένο το φόρεμα, στηριγμένο στη ζώνη της «μεσάλας» – ποδιάς – βουτούσαν στο νερό, έβρεχαν τα ρούχα κι ένα πάνω στ΄ άλλο αφού τα σαπούνιζαν πρώτα, τ΄ αράδιαζαν σε μια μεγάλη πέτρα. Τα ξανασαπούνιζαν και τα έτριβαν καλά. Τ΄ άπλωναν κατόπι στ΄ άσπρα χαλίκια της ακρολιμνιάς να τα λευκάνει ο ήλιος. Κάθε τόσο όμως μ΄ ένα πιάτο, ή με την ξύλινη ψαράδικη λαγούτα τα έβρεχαν , για να μη στεγνώσουν. Ο κόπος ήταν πολύς. Ο ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπο και η μέση από το σκύψε- σκύψε πονούσε όσο κρατούσε το πλύσιμο. Μόλις όμως το ρολόι της πολιτείας στο καμπαναριό της Μητρόπολης μετρούσε τις ώρες , μια, δύο, τρείς, πέντε, δέκα, δώδεκα και δήλωνε μεσημέρι – γιόμα – τα παρατούσαν όλα. Καθισμένες στη σκιά των πλατανιών ξέδεναν τους κόμπους της άσπρης πετσέτας έβγαζαν το ζυμωτό ψωμί, το τυρί, τη ντομάτα και τους κεφτέδες και τρώγανε. Τα μάγουλά τους ήταν αναψοκοκκινισμένα από το μόχθο της πλύσης κι από τον μεσημεριανό ήλιο, τα χέρια τους φουσκωμένα και  μαλακά κι ανάμεσα στα δάχτυλα κάτασπρα από τις σαπουνάδες. …

Μοχθούσε λοιπόν η γυναίκα της παλιάς Καστοριάς για το νοικοκυριό της. Κι όμως ήταν από παράδοση μαθημένη και περήφανη τ΄ άθελεν όλα ν΄ αστράφτουν, να μοσχοβολούν από πάστρα. Η νοικοκυροσύνη είναι μισή αρχοντιά, πρέσβευε και δεν λογάριαζε τον κόπο. Εκτός από τις σπιτικές δουλειές είχε να πλέξει μάλλινες φανέλες, τσιουράπια μάλλινα και βαμβακερά , να πλέξει «σπαλέτα» κουβέρτες μάλλινες και βαμβακερές και «λεμαρές» – δαντέλες – για τα ποδανάρια στα γυναικεία σώβρακα, για τ΄ άσπρα πανιά πάνω στα σκληρά προσκεφάλια και τα νυχτικά….

Εκείνη που ξυπνούσε πρώτη ήταν η νύφη του σπιτιού… γιατί ήταν η πιο νέα στην ηλικία, αλλά και γιατί τα χρόνια εκείνα το «βέτο» το είχε η πεθερά. ΄Ετσι δυο – τρείς ώρες πριν φέξει η μέρα, σηκώνονταν, νίβονταν, άναβε την «καντήλα» έκανε την προσευχή τη κι ανέβαζε από το «χαγιάτι» κανά δυο μεγάλες  «κουφάδες» – κουφάλες δέντρου – τις έβαζε στο τζάκι έβαζε δίπλα μερικά όρθια ξύλα, έσπαζε λίγες κληματόβεργες και με λίγα «σιάφαρα» – πριονίδια – και δαδί άναβε τη φωτιά. Για να τη φέγγει άναβε και τη μικρή «λαμπούσκα» χωρίς λαμπογυάλι, που κρέμονταν δίπλα στο τζάκι, άναβε και τη μεγάλη λάμπα με το άσπρο αμπαζούρ και φώτιζε μια χαρά το δωμάτιο. Σηκώνονταν ο παππούς και η νιάνια – γιαγιά – πλένονταν κι έπαιρναν τη συνηθισμένη τους θέση στον μπάση. Ξυπνούσαν και τα μικρά παιδιά και άρχιζε το … πρόγραμμα. Να τα ντύσει , να τα ταϊσει, να προβοδίσει τα μεγαλύτερα για το σχολείο, να δει αν έβαλαν μέσα στη σάκα τους όλα τα τετράδια και τα βιβλία, να δώσει  και λίγο ψωμάκι με τυρί, τυλιγμένα σε χαρτί, για να φάνε στο διάλειμμα. Σήκω – κάτσε όλη μέρα, το βράδυ σαν έπεφτε να κοιμηθεί την έζωναν οι «σφάχτες» – πόνοι – σ΄ ολόκληρο το κορμί. Για να βγαίνει η δουλειά και στο γουναράδικο του σπιτιού βοηθούσε κι εκεί. ΄Εραβε γούνες στο χέρι με τα ειδικά τρίπλευρα γουναράδικα βελόνια.

Σαν υφάντρα διακρίνονταν όχι μόνο για την εργατικότητά της και την υπομονή της , αλλά και για το πνεύμα της καλαισθησίας. Γι  αυτό και τα υφαντά της που στόλιζαν τα κιόσκια, τους μπάσηδες και τον δοξάτο προκαλούσαν τον θαυμασμό στους επισκέπτες. Πλούσιες και φτωχές, αρχόντισσες και γυναίκες του λαού έναν καιρό ύφαιναν για τις ανάγκες του σπιτιού και για το ρουχισμό της οικογένειας. Δική της φροντίδα το άναμμα των καντηλιών, η  καθαριότητα και η ευπρέπεια της εκκλησίας στη γειτονιά της, αλλά και το σοκάκι μπροστά από το σπίτι της. Το δειλινό – καλοκαιρινά- η ψυχαγωγία της στο «εντευκτήριο των γειτόνων» το πεζούλι του σπιτιού, όπου με τις άλλες γειτόνισσες διαβάζονταν η «άγραφη εφημερίδα», σχολιάζονταν δηλαδή, όλα όσα ακούγονταν στη γειτονιά, προξενιά κι αρραβωνιάσματα, το φέρσιμο της τάδε ή του τάδε κι άλλα πολλά. Χειμωνιάτικη ψυχαγωγία για τη γυναίκα και τους σπιτικούς της ήταν η «βεγγέρα» μεταξύ συγγενών και φίλων, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Φαγώσιμα, μεζέδες και γλυκά, όλα καμωμένα από την ίδια κι όλα στο σπίτι ν΄ αστράφτουν και να λαμποκοπούν από τη φροντίδα της, από την νοικυροσύνη της και την έμφυτη καλαισθησία της.

Εκείνο που θέλω να επισημάνω, είναι ότι η «Μαμάνα» του καστοριανού σπιτιού, που κρατούσε έναν καιρό τα κλειδιά του παραμυθιού και της αγάπης για τις ρίζες μας, χάθηκε πια, άλλαξε η εποχή, όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για τον χώρο του σπιτιού.

Το παλιό σπιτικό δεν υπάρχει πια. Οι καιροί βέβαια – προχωρούν οι άνθρωποι προχωρούν. Τίποτα δεν μπορεί- και δεν πρέπει – να σταματήσει αυτή την πορεία.  Μα χρέος μας είναι να διατηρήσουμε με κάθε θυσία πολλά από τα στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού, ενός πολιτισμού με τόσο βαθιές ρίζες, που εξανεμίζονται λίγο – λίγο στη δίνη της εξέλιξης και της προόδου.

Ας ανοίξουμε ένα παράθυρο από το παλιό καστοριανό σπίτι, για να μπεί στην καινούρια πραγματικότητα ο αγέρας της περασμένης ζωής.΄Ένα παράθυρο όμως που να μένει αδιάκοπα ανοιχτό, για να φέρνει από το παρελθόν τους μυστικούς και μυστηριακούς ήχους από το τραγούδι που το λέμε λαϊκό πολιτισμό, που το λέμε παράδοση. Είναι η ρίζα μας, είναι η ταυτότητά μας για να μη ξεστρατήσουμε να μη χαθούμε, να μη σβήσουμε. Στο χέρι μας είναι.

Καμαρώνω που και η σημερινή καστοριανή γυναίκα είναι μια άξια κυρά στο σπιτικό της, ένα σπιτικό που προκαλεί το γενικό θαυμασμό. Οδηγημένη από οικογενειακή παράδοση σέβεται και συμπονεί τον πλησίον, ξεχωρίζει και σαν νοικοκυρά, σύζυγος και σωστή μητέρα. Είναι φιλόξενη και προοδευτική. Συμμετέχει σ΄ όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις, στην κίνηση για την ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου της πόλης μας κι άλλες δραστηριότητες πολιτιστικές και πνευματικές. Η κοινωνία κρατάει ανοιχτή την αγκαλιά της και την έχει τοποθετήσει στη θέση που της αξίζει.

Επιμέλεια Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση