Η Γιορτή του Αη – Μηνά και της Λευτεριάς (Επιμέλεια: Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση/Τοπικά Νέα από

Το κείμενο που ακολουθεί και αναφέρεται στην 10η και την 11η Νοεμβρίου 1912, δημοσιεύτηκε στα 1932 στην πρώτη εφημερίδα της Καστοριάς «ΚΑΣΤΟΡΙΑ», της οικογένειας Βαλαλά.

Ο αρθρογράφος Ν. Γρηγοριάδης μας ταξιδεύει στο βροχερό φθινόπωρο, όπου διαδίδονται οι φήμες για τις πολλές χιλιάδες στρατού που έφθασαν να την απελευθερώσουν. Στην πραγματικότητα ήταν 32 ιππείς… κι ανάμεσά τους ο Καστοριανός Φιλόλαος Πηχεών, στο πλάϊ του στρατηγού Ιωάννη ΄Αρτη και υπο τις διαταγές του.

Το σκοτεινό σύννεφο σηκώθηκε ψηλά από την λίμνη – καθρέπτη, για τα κάλλη της όμορφης νύφης με τους μυτερούς μιναρέδες, τα επανωτά σπίτια και τα τρία μέτωπα, γλυκά το κύμα που νανούριζε καθώς ερχότανε ν΄ απλωθεί στα πόδια του βράχου, όπως πρόβαλε αυτός έως την μέση της ολοστρόγγυλης λίμνης, σαν χερσόνησος με την δενδρόσκεπη πόλη στο λαιμό της. Σε λίγο θα νύχτωνε μα οι αξιωματικοί δεν εχόρταιναν να βλέπουν το πανώριο θέαμα.

  • Εμείς οι άλλοι θα πάμε απόψε να μείνουμε στον Απόσκεπο είπε έξαφνα ο επίλαρχος. Θεωρώ πολύ επικίνδυνο να κλειστούμε σ΄ εκείνη τη μποτίλια νύχτα. Αλλά θέλω και ακριβείς πληροφορίες, αν και πόσος στρατός είναι μέσα στην Καστοριά. Τον κύριο Πηχεών τον θέλω κοντά μου, θα μου χρησιμεύσει…
  • Κύριε επίλαρχε Νικολαϊδη
  • Παρών κύριε επίλαρχε…
  • Σεις με δύο άνδρες θ΄ ανιχνεύσετε καλά, και θα μάθετε αν η πόλις κατέχεται. Θέλω απόψε πληροφορίες.

Η βροχή ξανάρχισε να πέφτει και σε λίγο νυχτώνει. Που να μπείς στη μπουκάλα εκεί μέσα, όπως παρόμοιασε ο επίλαρχος την χερσόνησο της Καστοριάς, με τον στενό λαιμό… Μα η διαταγή εδόθηκε. Την στιγμή εκείνη κοντά εις το τρίστατο που για την Καστοριά ξεχώριζε, οι αξιωματικοί απάντησαν έναν χωρικό από τον Απόσκεπο κατά καλή τύχη, έναν από τους 7 – 8 ΄Ελληνες του χωριού – τον εγνώριζε ο Πηχεών – οι άλλοι ήσαν Βούλγαροι. Κι έμαθαν απ΄ αυτόν πως εις την Καστοριάν ήταν τουρκικός στρατός μ΄ έναν πασάν. Επάνω εις τον Απόσκεπον κανείς Τούρκος δεν ήταν.

  • Τράβα κύριε Νικολαϊδη, κι ο Θεός μαζί σου, κοίταξε να μου φέρεις πληροφορίες ακριβείς, είπε ο ΄Αρτης.

Επάνω στο λιθόστρωτο του δρόμου αντηχούσαν τα πέταλα των κουρασμένων αλόγων. Πέρασαν κάποια μεγάλη καρυδιά κοντά σε μια βρύση, τριγύρισαν μετά κάποια χαλάσματα, κι έφθασαν δίπλα στη λίμνη, όπου ο δρόμος έστριβε πίσω από έναν βράχο. Από κεί αντίκρυσαν τα πρώτα σπίτια κάτι μικροεμπορικά κλειστά, μόλις έως πενήντα μέτρα μεσ΄ στη βροχή. Και μέσα στο θαμπό φως του απόβραδου, πιο θαμπό ακόμα απ΄ τη βροχή, σαν να φαινότανε απόμακρα σπαρμένα φώτα όσο πάνε να πληθαίνουν από στιγμή σε στιγμή. Κίνδυνος ήταν μεγάλος και διόλου δεν ήταν φρόνιμο να προχωρήσουν περισσότερο…..

(Ωστόσο πέρασαν)… κι έφθασαν στο παλαιό κάστρο και δίπλα απ΄ τις φυλακές όπου ο σκοπός φύλαγε κάτω απ΄ το φανάρι της εξώπορτας…

  • Πες του αυτουνού να μπει μέσα, εδώ είναι ο αρχηγός σας;
  • ΄Όχι παρά πέρα, εδώ κοντά,

΄Άλλος πολίτης περνούσε…

  • Στάσου ποιος είσαι συ;
  • Εγώ; Ο Γούσης ο δήμαρχος.
  • Μπράβο. Λοιπόν αύριο, κυρ Δήμαρχε, θα έχεις έτοιμο ψωμί για είκοσι πέντε χιλιάδες στρατό που θα περιμένει εδώ απ΄ έξω. ΄Ελα κι εσύ κοντά, ήρθα να παραδοθεί η πόλις.
  • Μάλιστα, μάλιστα, αξιωματικέ μου. Καλώς ήλθατε!… καλώς ήλθατε! Δόξα σοι ο Θεός, δό… ο δήμαρχος χάνει τα λόγια του, τρέμει η φωνή του, σταυροκοπιέται…
  • Εδώ είναι ο αρχηγός, είπαν οι Τούρκοι χωροφύλακες. Είχαν φθάσει σ΄ένα κτίριο κόκκινο με μισοφέγγαρα ζωγραφιστά στους τοίχους δεξιά του δρόμου, φωτισμένο από φανάρια πετρελαίου.
  • Πές του νάρθει να παραδώσει την πόλη. Δήμαρχε πήγαινε μαζί τους και πες τους πως δεν μπορεί κανείς να φύγει, σας έχουμε κλείσει μέσα στην μπουκάλα, είμαστε εικοσιπέντε σωστές χιλιάδες…
  • Πόσους έχει ο πασάς μαζί του κύριε δήμαρχε;
  • Τρείς λόχους, έως τριακόσιους νομάτες και καμμιά τριανταριά ζαπτιέδες (χωροφύλακες). Χαμένα τάχουν κι ο πασάς χειρότερα απ΄ όλους. Τους έδωσεν και κατάλαβαν ο Κατεχάκης στη Σιάτιστα.
  • Δεν είχε δύο τάγματα μαζί, και πυροβόλα ο πασάς;
  • Είχε μα τα έστειλε στην Καστοριά ψες.

΄Όταν βγήκαν απ το παλιό Κάστρο , συνάντησαν έναν ιππέα που μόνος έμεινεν ακόμη εκεί…

  • Ε… είδες τίποτα;
  • ΄Ολο και στρατιώτες Τούρκοι φαίνονται να φεύγουν…
  • Στάσου πάλι εδώ.

Οι οδηγοί χωροφύλακες τράβηξαν απ΄ τον δρόμο που ήρθαν οι ιππείς, μα πέρα απ΄ το «λαιμό» της χερσονήσου, σε μέρος έρημο. Μακριά φαινότανε πολλά φώτα μοναχικά. ΄Όταν πλησίασαν, στο θαμπό ουρανό πρόβαλαν κτίρια μεγάλα. Μια φωνή ακούστηκε.

  • Που είναι η πασάς μωρέ;…
  • Τώρα τρώει, νάρθετε αύριο εξήγησε ο δήμαρχος την απάντηση του σκοπού.
  • Ο γιονάνης έφθασε και θέλει να γίνετε τεσλίμ!…φωνάζει ο ΄Ελληνας ο δήμαρχος, τεσλίμ να γίνετε (να παραδοθείτε)…

Τη νύχτα (10 Νοεμβρίου 1912) η Καστοριά είχε γίνει άνω κάτω. Πηγαίνει ο δήμαρχος από σπίτι σε σπίτι ελληνικό και σηκώνει τον κόσμο να ζυμώσουν για τις 25 χιλιάδες. Γριές βάφουν κόκκινα αυγά- για την αληθινή ανάσταση την άλλη μέρα, ύστερα από 527 χρόνια σκλαβιάς – νοικοκυρές ζύμωναν, νέες έραβαν σημαίες.

Κι έξω στη βροχή στους δρόμους τους στενούς κάποιος θόρυβος έδειχνε, πως άνθρωποι έφευγαν, σπίτια άδειαζαν από τούρκους, φυλακές άνοιξαν, κι οι φυλακισμένοι χριστιανοί της επαρχίας ερχότανε σε γνωστά τους σπίτια, καταφύγιο ζητώντας, στρατώνες ερήμωσαν από στρατό… Ο πασάς άφηκε το φαγί μισοφαγωμένο, κι οι λάμπες οι αναμμένες έκαιγαν ως το πρωϊ…Ο καϊμακάμης φεύγοντας έξω έπεσε σ΄ ένα ποτάμι απ΄την βία του να φύγει γρήγορα, κι οι εβραίοι στους κήπους των , εμπαινόβγαιναν ανήσυχοι… ποιος ξέρει… παράχωναν ίσως ασημικά.

΄Ηταν βέβαιο , 25 χιλιάδες θάρθουν… σωστές 25 χιλιάδες… ελληνικού στρατού. Ο δήμαρχος εμέτρησεν τους μισούς, ο Γεωργάκης, ο δικαστής εμέτρησεν τα άλογά τους, θηριά ανήμερα που τσαλαπατούσαν νιζάμηδες και ζαπτιέδες δάγκωναν. Σωστές 25 χιλιάδες. Το΄πε καβαλάρης μυθικός που πήδηξε απ΄τη λίμνη θεόρατος, πέντε πήχες ανάστημα σ΄ εφτάψηλο άλογο.

Το πρωί (της 11ης Νοεμβρίου 1912), μεσ΄ στην ομίχλη της βροχής, όλη η Καστοριά βγήκε να υποδεχθεί τις 25 χιλιάδες. Κι όταν αντίκρυσαν την πρωτοπορεία 32 ιππείς μετρημένους, έτσι καθώς τους εσταμάτησε εκείνος ο χείμαρος του κόσμου με τα γιορτινά και τα λάβαρα της εκκλησίας, και τον Δεσπότη ντυμένο, ύστερα από την προσφώνηση του γιατρού Φερραίου και του Φίλιου κι απ΄ τη συγκίνηση και τα δάκρυα- που ξέπλυναν αιώνων τυρράνια και μαρτύρια – όλοι περίμεναν να δούν και μερικές από τις 25 χιλιάδες και ρωτούσαν τον επίλαρχο που είναι. Μα εκείνος με χαμόγελο δείχνοντας τον Νικολαϊδη πλάϊ του…

– Ο κύριος επίλαρχος θα σας πει ποια ώρα θα μπούν, είπε. Τώρα φυλάγουν έξω και κυνηγούν τους τούρκους που φεύγουν.

Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

Στις 11 Νοεμβρίου 1912, ο καστοριανός Ανθυπίλαρχος Φιλόλαος Πηχεών τοιχοκόλλησε στο κεντρικότερο μέρος της πόλης, τη σπουδαία γραπτή προκήρυξη, που έγραφε τα εξής:

«Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄ καταλαμβάνω την πόλιν Καστοριάς, διακηρύττω καθ΄ υψηλήν εντολήν της Βασιλικής Αυτού Υψηλότητος του Διαδόχου και Γενικού Αρχηγού των εν Μακεδονία στρατευμάτων , ότι οι νόμοι του Ελληνικού κράτους θέλουσι ισχύει από σήμερον και δια την επαρχίαν Καστοριάς ανεξαρτήτου θρησκεύματος.

Από σήμερον δε μέχρι νεωτέρας διαταγής θέλει ισχύει ο στρατιωτικός νόμος, καθ΄ όλην την επαρχίαν».

Εγένετο εν Καστορία την 11 Νοεμβρίου 1912.

Ο Διοικητής ιππικού Ιωάννης ΄Αρτης.

 

Υ.Γ.

Μές στις ζεστές μέρες του Αυγούστου του 2018 κι ανάμεσα στους λιγοστούς καλοκαιρινούς τουρίστες που μας επισκέφθηκαν, ήταν κι ο τούρκος υπήκοος κ. Bozok Evrenosoglou, υψηλό στέλεχος της ICBC Turkey Bank A.S. ένας κατάξανθος ψηλός κι αθλητικός τύπος, μαζί με την όμορφη συνοδό του. Εκ των υστέρων, μέσα στο χώρο του λαογραφικού μουσείου Αϊβάζη, ο επισκέπτης μας πληροφόρησε πως είναι απόγονος του στρατηγού κατακτητή Γαζή Εβρενός ο οποίος μαζί με τον Χαϊρεντίν, επίσης στρατηγό στα 1386 (κατά την παράδοση το Πάσχα, παραμονή Μ. Σαββάτου) κατέλαβαν την πόλη μας. 632 χρόνια μετά ο απόγονος πάτησε το πόδι του, με το προφίλ του επισκέπτη, που ΄φθασε ως εδώ ως τουρίστας που νοιάζεται για τον πολιτισμό και νιώθει το ξεχωριστό άρωμα που του θυμίζει κάτι από την μακρινή ιστορική διαδρομή της… Η ζωή έχει τις εκπλήξεις της…

(Φωτογραφία: Πάνος Τσολάκης – «Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς»)

Μ. Γκαμπέση