«Ζουλιάσματα»: (Από το βιβλίο του Λουκά Χ. Σιάνου «Καστοριανές εικόνες-Παλιά Καστοριά-Λαογραφία»)

κατηγορία : Παράδοση/Τοπικά Νέα από

Η Καστοριανή νοικοκυρά ξεχώριζε για την εργατικότητά της, τη νοικοκυροσύνη, την «πάστρα», την αφοσίωσή της στον άντρα της, καθώς και για τις φροντίδες στην ανατροφή των παιδιών της.

Βοηθούσε τον σύντροφό της στο « τσιάτισμα» και τους «πεχλέδες», δούλευε στον αργαλειό και στο πλέξιμο και όπως γράφει ο λαογράφος Θ. Παπαθωμάς για τη μάνα του «… Ήταν με τα μούτρα πεσμένη στις ραφιές για το κέντημα…». Το πιο σπουδαίο όμως ήταν που κρατούσε το σπίτι της «τσιάρκι». Την απασχολούσε ιδιαίτερα η καθαριότητα του σπιτιού.

Το πρόχειρο φουκάλημα των ουντάδων, της σκάλας, της αυλής και του δουξάτου ήταν κάτι το καθημερινό. Ορισμένες όμως εποχές του χρόνου, όπως την Καθαρή Δευτέρα γινόταν τα «ζουλιάσματα» και για το Πάσχα και τα’ Αη – Δημήτρη τα «ραχνίσματα». Στα ζουλιάσματα καθάριζαν όλα τα σπιτικά αγγειά, από τους τεντζερέδες ως τα γουδιά και τους κούτλους.

Το ζούλισμα αυτό δεν έμοιαζε με το καθημερινό καθάρισμα ύστερα από το μεσημεριανό και το βραδινό φαγητό που περιοριζόταν μόνο στα μαγειρικά σκεύη. Τα ζουλιάσματα επεκτείνονταν σ’ όλα τα είδη του νοικοκυριού που φυλάγονταν στα κελάρια, στα «μουτουπάκια» και στα κατώγια.

Αυτά γινόταν στα χαγιάτια κι έπαιρναν μέρος όλες οι γυναίκες του σπιτιού. Σε μερικά σπίτια που τα μέλη της οικογένειας περιορίζονταν στο αντρόγυνο και σ’ ανήλικα παιδιά, έπαιρναν για βοηθό και κάποια γνωστή τους Ουβρά.

Σαν μέρα της γενικής αυτής καθαριότητας των διαφόρων αγγείων ορίστηκε από τα παλιά χρόνια η Καθαρά Δευτέρα ύστερα από τις Απουκρές. Γιατί όμως διάλεξαν αυτή τη μέρα; Ίσως γιατί κόντευε το Πάσχα κι έπρεπε στη μεγάλη αυτή γιορτή να ‘ναι όλα πεντακάθαρα. Πριν το Πάσχα πάλι άρχιζαν τα « ραχνίσματα» και δεν μπορούσαν να γίνουν και οι δυο δουλειές μαζί.

Ξέχωρα απ’ τα ζουλιάσματα την ίδια εποχή γίνονται και τα γανώματα. Γάνωναν όσα αγγειά «κιτρίνιζαν» από την πολλή χρήση τους, όπως τους τεντζερέδες, τα τηγάνια, τα σινιά, τα σαχάνια, τα χαρανιά και άλλα είδη μπακουρένια. Την εποχή εκείνη οι γανωτάδες περνούσαν από τις γειτονιές κι έπαιρναν από τα σπίτια διάφορα χαλκώματα για να τα γανώσουν.

Στα χαγιάτια που με τη διαρρύθμισή τους προσφέρονταν για τέτοιες δουλειές, κατέβαζαν όλο το νοικοκυριό σ χάλκινα, τσίγκινα, πήλινα και ξύλινα είδη: τεντζερέδες, σινιά, πιάτα, χαλκουτσούκια, χαρανιά, καφεμπρίκια και καφεκούτια, γουδιά και κούτλους, τενεκέδες με καπάκια, σκαφίδια, κλώστηδες και πλαστήρια, απλάδες και τηγάνια και άλλα που δύσκολα σήμερα να τα θυμηθούμε. Κάθε παλιό καστοριανό σπίτι, είχε σαν κτιριακό παράρτημα κι ένα χαγιάτι, που εξυπηρετούσε τόσες και τόσες ανάγκες και είχε χώρους για ξυλαποθήκη, για φούρνο, για πυρουστιά, κουτσίνα, κοτέτσια καθώς και μέρη για ζώα μικρά και μεγάλα.

Μέσα σ’ ένα καζάνι με σταχτόνερο, που έβραζε στη μεγάλη πυρουστιά του χαγιατιού, έβαζαν τ’ αγγειά κι ύστερα από ορισμένη ώρα τα έβγαζαν με ένα τρανό τσιμπίδι. Στη συνέχεια τα τρίβανε με στάχτη – το απορρυπαντικό της εποχής – τα ξέπλεναν, τα σκούπιζαν κι ήταν έτοιμα να τα ξαναβάλουν στις ράφες, τα κελάρια, τα κατώγια, τις κρεμάστρες, στα πατάρια και στις ντουλάπες. Τις μέρες αυτές όλο το σπίτι ήταν ανάστατο. Από το πρωί ως το βράδυ η «μεσάλα» δεν έλειπε από τη μέση της νοικοκυράς, ούτε το πόσι από το κεφάλι. Το μαγείρεμα περιοριζόταν σε πρόχειρα φαγητά, συνήθως αυγά, λουκάνικα, «φύλλα» ή τραχανά.

Τα ζουλιάσματα ήταν ένα κομμάτι από το παλιό καστοριανό νοικοκυριό κι αποτελούσαν μια παράδοση που τόσο πιστά την τηρούσαν.

Όταν πια τέλειωναν τα ζουλιάσματα, στο πρόσωπο της νοικοκυράς ήταν ζωγραφισμένη η χαρά κι η ικανοποίηση, που όλα ήταν πεντακάθαρα κι έλαμπαν από την πάστρα.

(Η φωτογραφία είναι από τη συλλογή  «Χαλκώματα από την Καστοριά» του αρχιτέκτονα – καθηγητη Α.Π.Θ Πάνου Τσολάκη).