Στην μικρή κοινωνία της πόλης μας όλα τα νέα μεταδίδονται γρήγορα σαν αστραπή. Να. Πως μια αρκούδα έχει καταλάβει όλη την περιοχή του Προφήτη Ηλία σαν δικό της κτήμα. Και ήταν έτοιμη να το κατοχυρώσει αν δεν την ενοχλούσαν οι δασάρχες που σήμερα ήταν όλοι τους φειδωλού και σκυθρωποί. Ο καιρός είχε γίνει άσχημος και ο ήλιος σαν να είχε δεχτεί μπουνιές ήταν μουντός. Έκανε αρκετή παγωνιά παρ’ όλη την πρόωρη άνοιξη που είχε μπει. Τα περιπολικά στέκονταν έτοιμα να την συλλάβουν με αναμμένες τις μηχανές. Ο περίεργος κόσμος από μακριά ήθελαν να δούνε από κοντά την αρκούδα που καταπάτησε την περιοχή αυθαίρετα. Μερικοί ιερείς μάλιστα με τα πετραχήλια έτοιμα και με το ευχολόγιο στο χέρι να αποτάξουν το κακό.
Πρώτοι που είδαν την αρκούδα ήταν μερικοί περιπατητές το προηγούμενο βράδυ. Σουλατσάριζε είπαν σαν Μαρκησία επί των τιμών πάνω κάτω μέσα στο δασύλλιο του Προφήτη Ηλία μόνο τσάντα δεν κουβαλούσε με τα μακιγιάζ.. Παρά έμοιαζε σαν να έκανε Σουηδική γυμναστική και λίγα ακροβατικά. Ο ένας περιπατητής μάλιστα μόλις συνειδητοποίησε πως πρόκειται για αρκούδα, μας την περιέγραψε με ευφάνταστο τρόπο. Είχε, είπε, μεγάλα μπορντό μάτια και η μύτη της ήταν λίγο γρυπή. Δεν μπορώ να σας την περιγράψω πως είχε μια αμετακίνητη μπούκλα μαλλιών που της έπεφτε στο μέτωπο από το τρίχωμα της. Χαμογελούσε συνεχώς και είχε φαρδύ στόμα ενώ αγωνιζόταν να κρύψει τα κιτρινιάρικα δόντια της.
Στο τέλος επέμενε πως φορούσε και γουώκμαν για την μουσική της. κατά την διάρκεια της γυμναστικής. Και κάποια στιγμή που η αρκούδα φύσηξε την μύτη της του φάνηκε πως άκουγε μουσική κάντρι. Ο άλλος είπε νέτα σκέτα και κάτι ασύλληπτο για τα σημερινά δεδομένα. Πως η αρκούδα σηκωνόταν στα πισινά της ποδάρια έριχνε μερικές γροθιές στον αέρα και ήταν ετοιμοπόλεμη. Αφού να φανταστείς δήθεν πως φορούσε και κασκόλ τυλιγμένο στον λαιμό της. Και δεν σταματούσε εκεί. Παρά έβγαζε κάτι άναρθρες κραυγές σαν ανθρωποφάγος με μπερδεμένες λέξεις.
«Του-του-του-ρα Δόρα.»
Ρε, τι μασλάτια είναι αυτά του είπε ο άλλος.. Μπας και μαθήτευσε σε κανένα νηπιαγωγείο και έμαθε τίποτε κολλυβογράμματα σαν και εμάς είπε ένας περίεργος από τον σωρό εκεί κοντά.
«Μπα. Δεν πιστεύω τίποτε απ’ όλα αυτά είπε ο Θανάσης ο χοντρός συγκρατημένος που είχε υπηρετήσει βοηθός μάγειρας στο στρατό, σε ένα φυλάκιο στο Κιλκίς. Εκεί είπε, ήταν γεμάτο το βουνό με αρκούδες και αρκουδόπουλα. Γιατί αν ήξερε τόσα γράμματα αναρωτιόταν ο κόσμος τότε που το έχει το πλακοκόνδυλο για να γράφει και να μιλάει. Μα ο κυρ – Θανάσης επέμενε πως βρήκε την σωστή λύση.
«Και τι προτείνεις εσύ, του είπαν οι φίλοι του.»
«Εγώ προτείνω να μεταφέρω την πεθερά μου με ένα φορτηγό που της μοιάζει λίγο στο σουλούπι. Και πιστεύω σε λίγη ώρα αφού της ρίξει τον καφέ να την ξεμυαλίσει στο άψε – σβήσε, χωρίς πολλά – πολλά.»
«Τότε αν είναι έτσι του είπε ο φίλος του, να τους δώσουμε και μια τράπουλα να παίξουμε μπουρλότ. Να δούμε και εμείς κατά που βαδίζουμε του απάντησε ο Κιόλας, με το ξύλινο χέρι πάνω στο ποδήλατο. Γενικά όλη η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική εκεί κοντά στον Προφήτη Ηλία. Τα ουρλιαχτά της αρκούδας μας είχαν συγκλονίσει όλους. Τότε το πρώτο σώμα προσκόπων με αρχηγό τον Μπότη έβγαλε μια έκτακτη και σκληρή ανακοίνωση.
«Κύριοι, αν χρειαστείτε βοήθεια είμαστε στην διάθεσή σας. Μπορούμε να καταφέρουμε την αρκούδα στο άψε σβήσε. Υπογραφή. Ο αρχηγός Μπότης Κοντοχέρης.»
Ένας άλλος πρότεινε κάτι απλό. Να της δώσουμε βατραχοπέδιλα να κολυμπήσει πάλι πίσω προς την Πολυκάρπη όπως ήρθε. Μα δεν έγινε δεκτή η επερώτηση του λόγο μειοψηφίας στην επιτροπή. Τότε θυμήθηκαν και ρώτησαν έναν ειδικό για τις αρκούδες. Τον λεγόμενο μαύρο ιππότη που τα ξέρει όλα. Ήταν ένας μαυριδερός γλυκομίλητος άνθρωπος. Ήταν λίγο ταραγμένος βέβαια για το συμβάν με τον εγκλωβισμό μιας θυλικιάς αρκούδας στο δασύλλιο πέριξ του Προφήτη Ηλία. Μα ήταν και για εκείνον η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε μια τέτοια δύσκολη περίπτωση.
Όλοι παραδέχονταν πως ήταν έξυπνος άνθρωπος για να τους βγάλει πέρα από μια τέτοια δυσκολία. Είχε μακριά ακατάστατα μαλλιά και μαύρα μικρούτσικα μάτια που λαμπύριζαν σαν θυμωμένης νυφίτσας μετά την γέννα.. Είχε παράξενα χοντρά χείλη και μικρή στρογγυλή γαμψή μύτη. Εκείνου του έτυχε ο λαχνός τώρα να βγάλει το φίδι από την τρύπα και έβριζε την ανάποδη μοίρα του. Έπρεπε να συναντήσει μια αρκούδα που αμολάει διάφορα λόγια. Είχε την γενειάδα μαζί του και ένα τατουάζ στο λαιμό του μα αυτό δεν τον βοηθούσε καθόλου. Τουναντίον μάλιστα. Αν τον έβλεπε η αρκούδα μαρκαρισμένο έτσι υπήρχε περίπτωση να τον διαολοστείλει. Ολόκληρη αρκούδα είναι μάνα μου, δεν είναι μια οποιαδήποτε καθηγήτρια να την κουμαντάρει με γλυκόλογα και να την τουμπάρει. Το πρόσωπο του ήταν συνέχεια κατάχλομο και τα χαρακτηριστικά του είχαν μια έκφραση τρομαγμένης αμηχανίας.
«Απλά είπε τότε με δυσκολία ο ειδικός. Ξέρετε η αρκούδα είναι ένα πανέξυπνο θηλαστικό ζώο ποιο πονηρή από τον άνθρωπο. Και απομνημονεύει γρήγορα στο μυαλό της ό,τι ακούει, σαν μαγνητόφωνο.. Γιατί ξέρετε συγγενεύει λίγο με τον ανθρώπινο νου, με ότι ακούει από αυτούς και απλά το επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος».
Όλη η Καστοριά ήταν ανάστατη με την επίσκεψη της αρκούδας.. Τα ραδιόφωνα δεν άφηναν τίποτε να πέσει κάτω, μα και να περάσει χωρίς να το σχολιάσουν. Και σε κάτι τέτοια πράγματα δεν άφηναν να τους ακουμπήσει ούτε μύγα στο σπαθί τους. Αμέσως την βάφτισαν με το όνομα Ντόρα γιατί ήταν μια ψηλή αρκούδα και δεν είχε κάνει μπότοξ.
Προσπαθούσαν να βρουν μια σίγουρη λύση στο πάρα πέντε. Να την μεταφέρουν κάπου αλλού Τώρα η αρκούδα Ντόρα έτσι την είχαν βαπτίσει και την αποκαλούσαν πάει προς νερού της.
«Βρε είπε ένας στο ραδιόφωνο πως και δεν ζήτησε και οικολογική τουαλέτα. Μάλλον μέσα στην σύγχυση της θα το είχαν ξεχάσει. Και διαμήνυαν όλα τα ραδιόφωνα συνέχεια πως είναι πολύ επικίνδυνη κοντά της και να μεγαλοποιούν κάπως τα αληθινά γεγονότα..».
Πως αυτήν την στιγμή που μιλάμε η αρκούδα πήρε έναν ελαφρύ υπνάκο ξαπλωμένη μπρούμυτα γιατί είχε έναν έρπη στην πλάτη της. στην πλάτη. Έξυσε δύο φορές τον ώμο της και μια φορά το κεφάλι από κάτι τσιμπήματα μελισσών. Μα δυστυχώς τρόμαξε και ξύπνησε απότομα από έναν εφιάλτη. Ονειρεύτηκε λέει πως την παγιδεύουν οι άνθρωποι και την δέσανε με λουριά να μην ξεφύγει.. Τότε με μια αόριστη χειρονομία τάχατες ζήτησε κάτι από έναν πανύψηλο θυροφύλακα που έτρεμε από τον φόβο του σαν φύλο. Τούτη την ώρα πεθύμησε έναν φυσικό χυμό πορτοκάλι που έχει πολλές βιταμίνες Σε. Ήθελε να καρδαμώσει λίγο γιατί μετά τόσες ώρες μπάνιο είχε πάθει στην λίμνη κάποια αφυδάτωση.. Μετά μόλις ήπιε τον χυμό ρεύτηκε δυο με τρεις φορές δυνατά και έφτυσε κάτι κουκούτσια από δαμάσκηνα. Μετά συνέχισε αμέριμνη τον ύπνο.
Η φυσιογνωμία του δασάρχη σήμερα ήταν ανήσυχη. Και δεν φοβόταν τίποτε γιατί θα εύρισκε αργά η γρήγορα την σωστή λύση. Ήταν τετράγωνος άνθρωπος και έδειχνε οργισμένος κάπως με την ιδιόμορφη φυσιογνωμία της αρκούδας.
Που στα καλά καθούμενα τους έβαλε σε ένα τέτοιο μεγάλο μπελά. Να τον φέρουν άρον – άρον από το ποτάμι που ψάρευε χωρίς να πιάσει ούτε ένα Κέφαλο σήμερα. Ημέρα που ήταν, ανάθεμα την ώρα που τον φώναξαν. Είχε λύσει στο παρελθόν αυτός ο άνθρωπος δυσκολότερες εξισώσεις, αρκετές τέτοιες υποθέσεις με ποιο δυσκολότερα ζώα στις συμπεριφορές τους. Τώρα θα ήταν θέμα γοήτρου για εκείνον να κολλήσει σε μια αρκούδα επειδή έτσι της κάπνισε να μας επισκεφτεί. Δεν ήταν δα και το Πυθαγόρειο θεώρημα είπε μέσα του.
Πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί να δουν και να χαζέψουν από κοντά μια ολοζώντανη αρκούδα να τους κοιτάζει πίσω από ένα αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Γέροι κρατώντας τα εγγόνια τους σφιχτά από το χέρι και γεμάτο το μέρος με μικρά αγοράκια και κοριτσάκια. Η αστυνομία τους κρατούσε σε απόσταση για την ασφάλεια τους. Πού ξέρεις καμιά φορά ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια. Κάποια στιγμή από τις φωνές του κόσμου η αρκούδα άνοιξε τα μπορντό μάτια της και όπως ήταν αγουροξυπνημένη μόνο φραπέ δεν ζήτησε. Μα ο πονηρός ειδικός για τέτοια θέματα βρήκε το κατάλληλο μέσον να την παγιδέψει. Τότε άστραψε στο μυαλό του η λύση και έφερε από το τζιπ της υπηρεσίας ένα όπλο με αναισθητική σφαίρα.
«Για κάντε όλοι στην μπάντα για να μην κινδυνέψει κανείς σας φώναξε αγανακτισμένος ο ειδικός, πως έτσι θα ξεμπέρδευε μια ώρα αρχύτερα με το θηλαστικό. Οπότε θα προλάβαινε μετά να ρίξει και κανένα μπεζόβουλο στην λίμνη για κανένα γριβάδι πριν νυχτώσει.»
Την σημαδεύει κοντά στην καρδιά και πυροβολεί. Τότε η αρκούδα ούρλιαξε σαν πρωτόγονη γυναίκα, σαν Σουλιοτοπούλα που δεν αιχμαλωτίζετε εύκολα. Τρόμαξαν όλοι τους. Βούτηξε τα στήθη της με μανία μα δεν τα κατάφερε να σηκωθεί. Το αναισθητικό την παρέλυσε Τότε μόλις αποκοιμήθηκε η αρκούδα από το αναισθητικό την δέσανε σφιχτά με χοντρά λουριά να μην σπάσουν εύκολα και φύγει.
Μερικοί από τους παρευρισκομένους την χειροκρούτησαν σαν ήρωα μα μερικοί έσκυψαν τα κεφάλια κάτω. Άλλοι πάλι μερικοί ηλικιωμένοι σκούπιζαν από κανένα ξεχασμένο δάκρυ. Οι καρδιές τους χτυπούσαν γρήγορα με παράξενα αισθήματα μέσα τους και συγκρούονταν με την καρδιά τους. Την φόρτωσαν σε ένα ανοιχτό φορτηγό όπως ήταν δεμένη χειροπόδαρα πολύ σφιχτά με τα λουριά. Μα η αρκούδα κοιμόταν και δεν καταλάβαινε τίποτε για την αιχμαλωσία της. Εγώ κρατούσα τον εγγονό μου πέντε ετών και έκλεγε και εκείνος μαζί μου και όλο να με ρωτάει.
«Θα την σκοτώσουν τώρα παππού είπε, με την βραχνιασμένη φωνούλα του με έναν πόνο και με μια λυπηρή έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Να τούς πεις να χαλαρώσουν λίγο τα σφιχτά λουριά».
«Όχι άγγελέ μου του απάντησα να τον καθησυχάσω.»
Τότε περνώντας το φορτηγό μπροστά μας όλα τα μικρά παιδάκια που ήταν εκεί της πέταγαν αγριολούλουδα χειροκροτούσαν με τις παιδικές τους παλάμες δυνατά λέγοντας.
«Αντίο Ντόρα, αντίο αρκουδίτσα φιλιά στον Αρκούδο σου και καλό σου ταξίδι στην καινούργια σου κατοικία».
