Supra
/

Εξόριστος άρχοντας (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Αθόρυβος, σεμνός, μετριόφρων και ηπίων τόνων ήταν σ΄ όλη τη διαδρομή του ο συμπολίτης μας Νίκος Πιστικός, καταγόμενος από μικρασιάτικη – Απολλωνιαδίτικη γενιά.

Για πολλά χρόνια ασκούσε το επάγγελμα του κουρέα, σε ένα ολίγων τετραγωνικών μικρό μαγαζάκι, στην οδό Μητροπόλεως, σχεδόν απέναντι από το ζαχαροπλαστείο Καλαμπούκα, δεκαετίες πριν.

1956 – 1958 και μεις μικρά παιδιά τότε, όταν περνούσαμε μπρός από το κουρείο, μαγευόμασταν από ότι βλέπαμε στη βιτρίνα του καταστήματος. Ξεχνιόμασταν για ώρα πολλή εκεί, θαυμάζοντας με το δικό μας αθώο τρόπο, ένα από τα πρώτα έργα που είχε κατασκευάσει ο ταλαντούχος καλλιτέχνης.΄Ηταν η Παναγιά η Κουμπελίδικη σε λιλιπούτεια διάσταση με τον κουμπέ της, τον κεραμοπλαστικό της διάκοσμο, τα μικρά παραθύρια του ναϊσκου απ΄ όπου έβγαινε φως. Το φωταγωγημένο αυτό αριστούργημα είχε βγεί από τα επιδέξια χέρια του Νίκου Πιστικού, του σημαντικού και μοναδικού στην δημιουργία μακετών, που δουλεύτηκαν με αγάπη, φροντίδα, με μαστοριά και υπολογισμούς που κατέχουν καλά οι σπουδαγμένοι πρωτομάστορες στα πολυτεχνεία. Γι΄ αυτό και ο διάσημος και σπουδαίος καθηγητής της αρχιτεκτονικής αείμνηστος Νίκος Μουτσόπουλος, κάθε φορά που τον συναντούσε κι έβλεπε τα νέα του έργα τούλεγε… «Νίκο είσαι μεγάλο θηρίο», αναγνωρίζοντας σ΄ αυτόν τον αυτοδίδακτο και ταλαντούχο συμπολίτη μας, την ακρίβεια, την άριστη αναλογία, τα υλικά τα οποία χρησιμοποιούσε, ώστε να τα κάμει αυθεντικά, πιστά, σαν εκείνα τα αρχοντόσπιτα που υπήρχαν στην πόλη μας.

Η συλλογή του με την πάροδο των χρόνων αυξήθηκε, πολλοί απέκτησαν μακέτες από μικρές Παναγιές Κουμπελίδικες κι όχι μόνον, για να στολίσουν μια γωνιά του σπιτιού τους, μέσα και έξω από την πατρίδα.

΄Όμως…

Χρειάζονταν μια στέγη για να μείνουν όλα μαζί για να τα θαυμάζουνε γηγενείς και ξένοι επισκέπτες που έφθαναν στη βυζαντινή Καστοριά, την συνοριακή πολιτεία, στα όρια της πάλαι ποτέ βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Η συλλογή του έβρισκε για πολλά χρόνια μόνον προσωρινή στέγη, οπότε κάθε τόσο άλλαζε τόπο κι αυτό πλήγωνε τον κυρ Νίκο. «Το μεγάλο θηρίο» υπέμενε όλη αυτή την «περιφρόνηση» και είχε αντοχές… διότι κανείς δεν εκτίμησε σε βάθος το μεγαλείο που έκρυβε μέσα του αυτός ο έντιμος καλλιτέχνης.

Μαζί με τις βυζαντινές εκκλησιές και τα αρχοντικά που τα μαγικά του χέρια με τόση επιδεξιότητα δημιούργησαν, ήταν και ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού του 5.500 π.χ. με τις καλύβες του, με την εξέδρα όπου οι λιμναίοι κάτοικοί του έστηναν τα σπιτικά τους. Επίσης ήταν κατασκευασμένη από τα χέρια του κι όλη η χερσόνησος όπου κτίστηκε από παλιά η όμορφη πόλη μας και πολλά ακόμη έργα που είναι αδύνατο να θυμηθεί κανείς.

Τέλος Οκτωβρίου του 2019 ο προικισμένος καλλιτέχνης «έφυγε» πικραμένος από την αδιαφορία όλων εκείνων που βρέθηκαν σε θέσεις σημαντικές και «αγνόησαν» την προσφορά του στον τοπικό πολιτισμό. Είναι ν΄ απορεί κανείς, να μην έχει βρεθεί ένα αρχοντικό που να έχει φιλοξενήσει όλα αυτά τα εξαίσια δημιουργήματα…

Πολύ συχνά ακούμε πως ο τουρισμός και ο πολιτισμός μας είναι «βαριά βιομηχανία μας» και νιώθουμε κάποιοι πως όντως έτσι είναι…

Γιατί όμως συμβαίνουν αντίθετα πράγματα; Γιατί καυχιόμαστε για τον πολιτισμό μας όταν ο κυρ Νίκος γίνηκε ένας εξόριστος άρχοντας; Γιατί του αρνηθήκαμε όλοι μας σπουδαίοι και ταπεινοί την επιθυμία του ν΄ αφήσει τα έργα του μέσα σ΄ένα αξιοπρεπή χώρο κι όχι αποθηκευμένα στο ισόγειο του σπιτιού του;

Στο Μαυροχώρι ίσως να βρήκε την πιο θερμή αγκαλιά, την πιο ζεστή φιλοξενία και την συμπαράσταση, στο μουσείο κέρινων ομοιωμάτων  και τον άρχοντα του μουσείου Δημήτρη Παναγιωτίδη.

΄Ετσι συνέβει λοιπόν… διότι τα δικά του έργα είχαν και έχουνε την τεράστια δύναμη να φέρνουν τόσο κοντά σε κάθε άνθρωπο ντόπιο ή ξένο, το «άρωμα» της παλιάς πόλης, με τα εξαιρετικά έργα που αφορούν τον τοπικό μας πολιτισμό…

Μπορεί όλη αυτή η περιφρόνηση απέναντί του να πληγώνει και τους λίγους, αλλά σίγουρα προξενεί μεγάλη ζημία στο σύνολο της πόλης, της πατρίδας, της χώρας μας…

Ο εξόριστος άρχοντας «έφυγε» απογοητευμένος κι όσοι πιστεύουμε πως υπάρχει συνέχεια στην ύπαρξή μας, περιμένουμε να τον δούμε μαζί με τα εργαλεία του, τα υλικά που χρησιμοποιούσε και το πηγαίο ταλέντο του, να συνεχίζει δημιουργώντας απ΄ την αρχή ότι αγάπησε στη γήϊνη ζωή του, να ξανακτίζει τη λαμπρή λιλιπούτεια πολιτεία με τα μακεδονίτικα αρχοντικά και τις βυζαντινές εκκλησιές απείρου κάλλους, μέσα στον ουράνιο χώρο και το εργαστήρι του, χωρίς να τον εμποδίζει κανείς, ξεχνώντας όσα τράβηξε εδώ ώστε να τον αποκαλούμε εξόριστο άρχοντα…

Τουλάχιστον ας αναλογισθούμε τώρα – όσοι μπορούμε – πως το χρέος μας απέναντί του παραμένει και πρέπει να του υποσχεθούμε πως η στέγη που περίμενε, που δικαίως ονειρεύτηκε, θα βρεθεί, κι ας καμαρώνει ανακουφισμένος από εκεί ψηλά τα υπέροχα δημιουργήματά του.

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Νοέμβριος 2019

Προηγούμενο Άρθρο

Δύο νίκες και μια ήττα ήταν ο απολογισμός του Σαββατοκύριακου για τον Α.Σ. Καστοριάς

Επόμενο Άρθρο

Οι ξεναγήσεις του Δεκεμβρίου στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ