Βιώματα συμπολιτών από τα χρόνια του 1940 – 1945 (Επιμέλεια: Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση/Τοπικά Νέα από

 

Λάζαρου Μπούτη

Ο πατέρας μου Λουκάς Μπούτης διατηρούσε τότε μαγαζί στην Ερμούπολη. Το λειτουργούσε τους έξη θερινούς μήνες, ενώ το χειμώνα λειτουργούσε το εργαστήριο στην Καστοριά. Καθώς το σπίτι μας κατεστράφη ολοσχερώς στις 4 Νοεμβρίου 1940 κατά τον βομβαρδισμό της πόλης από την ιταλική αεροπορία,  κατεστράφη και όλο το οικογενειακό αρχείο και ιδίως το φωτογραφικό υλικό το οποίο ήταν εξαιρετικά πλούσιο. Το δυστύχημα είναι μεγαλύτερο, καθώς εκτός από τα οικογενειακά κειμήλια, διαθέταμε γραπτά στοιχεία και μνημεία που αφορούσαν και άλλες οικογένειες, καθώς και την πόλη ολόκληρη. Σημειώνω ότι τα ανέκδοτα από τη ζωή του πατέρα μου είναι μοναδικά. Προσωπικά και εν μέρει αναπλήρωσα αυτήν την απώλεια με τις αφηγήσεις του πατέρα μου και της εκ πατρός και της εκ μητρός γιαγιάς μου, καθώς και με συλλογή στοιχείων από συγγενείς.

Καθώς το σπίτι μας ήταν χτισμένο στην πλαγιά, στους βράχους πάνω από τη λίμνη, είχε κατ΄ ευθείαν μέτωπο προς νοτιο – δυσμάς, μ΄ άλλα λόγια προς το Γράμμο και την Αλβανία. Κοιμόμουν στο κρεβάτι προς το παράθυρο και η γιαγιά μου προς τα μέσα. ΄Ημουν ήδη ξεσηκωμένος , καθώς είχα δει τον πατέρα μου ένοπλο και με κράνος και συνεχώς ν΄ ακούω γύρω μου για πόλεμο. Στις 5.30 το πρωι της 28ης Οκτωβρίου 1940 (τελευταία φορά που με βρήκε στο κρεβάτι το 5.30) έσκασε η πρώτη οβίδα κάπου προς τα σύνορα και είμαι ο πρώτος που την άκουσα και συνειδητοποίησα τι συμβαίνει. Τινάχτηκα από το κρεβάτι μου και φώναξα «γιαγιά πόλεμος!». Ντύθηκα αμέσως και είπα στη γιαγιά μου να ετοιμαστούμε και να πάμε στη σπηλιά κάτω από την Αγία Κυριακή, στις γκαλιότρυπες. Είχα μάλιστα ετοιμάσει με τις οδηγίες της θείας Ελένης και ένα μικρό κιβώτιο πρώτων βοηθειών. Η μαμά μου ήταν εξουδετερωμένη από τη γέννα του αδελφού μου, μόλις πέντε μέρες πριν. Συγχρόνως η Αθηνά πάτησε το κουμπί και έθεσε σε λειτουργία την βιντεομηχανή του μυαλού μου και όλα άρχισαν να καταγράφονται πλέον λεπτομερώς, καταγραφή που δεν διακόπηκε μέχρι σήμερα.

…..

Ο θείος μου Τζώρτζης Παπάζογλου καθόταν στο Ντουλτσό. Το σπίτι του το περίζωνε ένα τεράστιο λουλουδιασμένο δέντρο ,λουλουδιασμένο με γαλάζια μεγάλα λουλούδια. Με προφανή αγωνία άκουγαν ΒΒC αλλά δεν καταλάβαιναν που γίνονταν μάχες. Η δική μου έκπληξη πάντως ήταν μεγαλύτερη από την δική του. Ο θείος μου άκουγε παράνομα ραδιόφωνο στο υπόγειο του σπιτιού του στο Ντουλτσό. Στήθηκε με περίμενε να περάσω και με έστειλε να βρω στους χάρτες κι τους άτλαντές μου , που είναι το Κέρτς. Η κατάπληξή μου ήταν μεγάλη όταν είδα όλο πόλεις με ελληνικά ονόματα και νόμισα ότι οι μάχες γίνονται κάπου στη Θράκη. Συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για την Κριμαία και βέβαια διάβασα σχετικά.

Η τύχη τόφερε η «Αλήθεια μου» (σύζυγός μου) να έχει πατέρα από την Γυάλτα και την Αργυρούπολη του Πόντου.

Μπούτης Λάζαρος – Γιατρός ογκολόγος – Συγγραφέας

Από μικρό παιδί φανέρωνε την προκοπή του. Ζώντας στο εξωτερικό οικογενειακό περιβάλλον, απ΄ όπου πήρε τα εφόδια, μαζί μ΄ εκείνα των σχολικών χρόνων, που τον στείλανε αργότερα σε λαμπρά πανεπιστήμια και νοσοκομεία της πατρίδας μας και του εξωτερικού.

Βραβευμένος με χρυσά μετάλλια, και το χρυσό Μεγαλόσταυρο Μαυριωτίσσης της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, οργάνωσε πολλά διεθνή και πανελλήνια συνέδρια με θέμα τη νόσο του Καρκίνου.

Μέρες εθνικής επετείου μας «ταξιδεύει» στο Φθινόπωρο του 40. Ξημερώματα 28ης Οκτωβρίου και λίγο μετά…

Στο βιβλίο του «ΑΦΡΑΛΘΕΙΑ, ΑΙΕΝ ΑΡΙΣΤΕΥΕΙΝ» ο συγγραφέας μας φανερώνει με τον ποιητικό του λόγο, τα νεανικά του χρόνια στην πόλη μας και την κατοπινή επιστημονική διαδρομή του, συνεχίζοντας άοκνα την έρευνα για την καταπολέμηση της νόσου, μένοντας πιστός στις ρήσεις του Ιπποκράτη κι όλων όσων τούδειξαν με τον τρόπο τους, το δικό του δρόμο.

Λυκούργου Σινόπουλου , Αποσπάσματα από το βιβλίο του «Απομνημονεύματα ενός Καστοριανού παιδιού της πιάτσας».

(Το βιβλίο πωλείται στο Δεληνάνιο Λαογραφικό μουσείο, του Προοδευτικού συλλόγου- τηλ. 2467027511)

Την Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940 το απόγευμα πέρασε ένα ιταλικό αεροπλάνο. Πιθανόν για λήψη φωτογραφιών και εξαφανίστηκε αμέσως. Ξημερώματα 28 Οκτωβρίου 1940 ακούστηκε η συνήθης  οχλαγωγία που προκαλούσαν οι χωρικοί που έρχονταν για την αγορά. Ο πατέρας μου , εγώ , κι ένας αδελφός μου κοιμόμασταν και κάποιος ενοχλητικός άνθρωπος τόλμησε και χτύπησε  την πόρτα μας λέγοντας «΄Ανθιμε, σηκωθείτε, κηρύχτηκε πόλεμος!» Εφημερίδες με μεγάλα γράμματα μας έκαναν γνωστό ότι σήμερα στις 3 το πρωϊ ξημερώματα 28 Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Γκράτσι επέδωσε τελεσίγραφο στον ΄Ελληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά και ζητούσε να εισβάλουν τα ιταλικά στρατεύματα. Ο Μπαρμπαγιάννης απέρριψε το τελεσίγραφο και απήντησεν το ηρωϊκό «ΟΧΙ».

Στρατός κινείται με κατεύθυνση το μέτωπο προς Κρυσταλλοπηγή. ΄Εγινε επιστράτευση και μπροστά στο μαγαζί μας αποχαιρετισμός. Τραγούδια, κλάματα, ο μακαρίτης Απόστολος Τσιντζήφας επιστρατευμένος είχε μαζί του την αρμόνικα και ο αδελφός μου Λεωνίδας την δική του. ΄Επαιζαν το «κορόϊδο Μουσολίνι». Κερνούσαμε τσίπουρο. Ακούω μια φράση από τον πατέρα μου… «δεν μπορεί να γίνει αλλιώς με τέτοιο ενθουσιασμό. Ο στρατός μας θα νικήσει. Ο ελληνικός λαός είναι ενωμένος, ακόμη και κρατούμενοι στις φυλακές που είναι εναντίον της 4ης Αυγούστου ζητάνε να πάνε να πολεμήσουν εναντίον του Ιταλού φασίστα».

Θυμάμαι εγώ και ο αδελφός μου ο Τάκης, καθαρίζαμε καθημερινά ως δέκα με δεκαπέντε οκάδες πρικιά μετρίου αναστήματος. Τηγανίζαμε και ένα κομμάτι ψωμί. Ζεστά ζεστά τα έπαιρναν οι περαστικοί στρατιώτες. ΄Ηταν Τετάρτη , δηλαδή τρείς ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου. Βρισκόμουν σε μια απόσταση περίπου τριακόσια μέτρα μακριά από το καφενείο μας και κάποια στιγμή ακούστηκαν προς τον Απόσκεπο βόμβες αεροπλάνων. Στα μάτια μας μπροστά η αερομαχία εξελισσόταν τόσο σύντομα. Δυστυχώς το δικό μας κατερρίφθη. ΄Επεσε έξω από την Βασιλειάδα, στη θέση Προφήτης Ηλίας. Ο χειριστής αρχισμηνίας Τσάντας και ο παρατηρητής ανθυπολοχαγός Γιάνναρης Ευάγγελος, ο οποίος και υπέκυψε στα τραύματά του.

Δεύτερος βοβμαρδισμός μετά από ολίγες μέρες. Βρισκόμουνα στο πλαιό Τσιφλίκι εκείνη την ημέρα.΄Ένα σμήνος από 6 αεροπλάνα τα οποία έκαναν γύρο μεμακρυσμένο από την πόλη. Κάνανε πως φύγανε μετά το γύρο και αμέσως φάνηκαν πίσω από την ψαλίδα και πήραν την ραχοκοκκαλιά της Καστοριάς. Βόμβες πέσανε στο φαρμακείο Γουλιοτίδη απέναντι από το Παλλάδιο, πιο πάνω στην αγορά, το παλιό μας καφενείο και το σπίτι του Μιλτιάδη Κουτσοκόλλε.

….

Βαρύς χειμώνας. Η λίμνη παγωμένη. Μερικοί ψαράδες καταβάλλουν κάθε προσπάθεια και σπάζουν τον πάγο με τα τσεκούρια και βάζουν δίχτυα. Πρέπει να έχουμε πρικιά πάση θυσία καθημερινώς. ΄Αρχισε ο στρατός μας να καταλαμβάνει τις πρώτες αλβανικές πόλεις και πρώτη προς την μεριά μας την Βίγλιτσα.

«Το παιδί της πιάτσας» ο γουνοποιός και συγγραφέας με την παρατηρητική ματιά. Ο Λυκούργος Σινόπουλος,

ήταν έφηβο παλληκαράκι στα χρόνια του β΄παγκοσμίου πολέμου και της συμφοράς. Μετά την στρατιωτική του θητεία έφυγε για την Γαλλία, εργαζόμενος στα Καστοριανά γουναράδικα των Παρισίων.

Μέσα από τα απομνημονεύματά του, φανερώνει το γκρίζο τοπίο, το καλό και το κακό που είδαν τα μάτια του, παραμένοντας σταθερός χαρακτήρας με τις αξίες που απέκτησε και τον πατριωτισμό του.

Επιλέγησαν σελίδες όπου φαίνεται ξεκάθαρα ο ενθουσιασμός όλων όσων τραβούσανε για το μέτωπο μετά τις 28/10/40 για να υπερασπιστούν τα πάτρια εδάφη. Αργότερα , πολύ αργότερα, έπιασε μολύβι και χαρτί, μάζεψε όλα όσα έπρεπε ν΄ αφήσει γραμμένα αφού έτσι ή αλλιώς «μόνον τα γραπτά μένουν…».

ΜΠΕΡΡΥ ΝΑΧΜΙΑ – απόσπασμα από την επιστροφή στην Ελλάδα.

Αμέσως μετά που τελείωσε ο β΄παγκόσμιος πόλεμος, το Βερολίνο τότε χωρίστηκε στους τέσσερις μεγάλους. Στους Αμερικανούς, τους Ρώσσους, τους Γάλλους και τους ΄Αγγλους.

Σε λίγες μέρες οι Αμερικάνοι μας πήγαν όλους μας σε μια ωραία τοποθεσία κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές. Λίγες μέρες μετά μας έβαλαν σε κάποια περιποιημένα λεωφορεία, αφού μας πέρασαν πρώτα απ΄το Μόναχο, αν θυμάμαι καλά. Με λεωφορείο μας πήγαν στις Βρυξέλλες. Εκεί μπήκαμε σ΄ ένα μέρος όπου οι Αμερικάνοι φιλοξενούσαν ομήρους απ΄ όλα τα μέρη της Ευρώπης. Σ΄ αυτό το διάστημα της παραμονής μας εκεί, όλο κι ερχόταν κόσμος. Εκεί συνάντησα συμπατριώτισσες Καστοριανές που είχα να δω απ΄το στρατόπεδο Birkenaou απ΄το Block 27.

Εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν ότι μια μέρα ήρθαν δυο ζευγάρια, Καστοριανοί (χριστιανοί στο θρήσκευμα), δυο αδέλφια γουναράδες που ζούσαν στις Βρυξέλλες από χρόνια. Αυτοί ρωτούσαν για τους συμπατριώτες τους Εβραίους Καστοριανούς.

-Εγώ είμαι Καστοριανή, είπα. Το ίδιο και άλλα 4-5 κορίτσια που ήταν κοντά μου.

– Ποιοι είστε εσείς; Ρωτήσαμε… Μας απάντησαν ότι λέγονται «Γκιάτα» απ΄την Καστοριά. Τότε είπα, πως γνώριζα τους γονείς τους και τ΄ άλλα αδέλφια τους κι ότι ήταν γείτονες μου στην Καστοριά, μέναμε πολύ κοντά. Αμέσως με πολλή συγκίνηση μας κάλεσαν στα σπίτια τους και μας έδειξαν μεγάλη συμπάθεια και συμπαράσταση. Μαζί τους είχαμε συνδεθεί πολύ και πηγαίναμε συχνά στα σπίτια τους, σαν να ήταν πραγματικοί συγγενείς μας. Προπαντός οι δυο συμπαθέστατες γυναίκες τους που κατάγονταν από κάποιο ελληνικό νησί, μας περιποιούνταν αφάνταστα. ΄Αλλωστε ήταν τα πρώτα καλοβαλμένα σπίτια που βλέπαμε μετά απ΄τον πόλεμο και την ομηρία μας, μας δέχονταν με μεγάλη καλωσύνη και το εκτιμήσαμε πάρα πολύ. Μια μέρα τα δύο ζευγάρια μου έκαναν μια πρόταση για κάποιον φίλο τους εβραίο, καλό παιδί μου έλεγαν… «Επειδή σε συμπαθούμε πολύ Μπέρρυ, κι είσαι και συμπατριώτισσά μας τον παροτρύναμε να πάρει εσένα. Τι λές;»

Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας και το εκτιμώ πολύ. Σας ευχαριστώ ιδιαίτερα για το ενδιαφέρον σας προς εμένα. Η λογική μου λέει ότι η πρώτη προτεραιότητά μου είναι να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα ελεύθερη

….

Συνέχεια  έφευγαν στρατιωτικά αεροπλάνα γεμάτα με πρώην ομήρους για τις διάφορες χώρες τους. Επι τέλους ήρθε η δική μας σειρά. Μας ανακοίνωσαν πως θα φεύγαμε αεροπορικώς για την Ελλάδα. Εκείνη τη μέρα ήμουν πολύ συγκινημένη που επέστρεφα, αυτή τη φορά ολομόναχη, χωρίς κανέναν από την οικογένειά μου… Μισοζαλισμένη μπήκα μέσα. Μόλις απογειωθήκαμε δεν ήθελα ούτε καν να μιλήσω με κανέναν. ΄Εκλεισα τα μάτια μου… θυμήθηκα τις τελευταίες εμπειρίες του στρατοπέδου. Ξανάβλεπα εκείνη την ατέλειωτη «κούρσα θανάτου», μετά το Ράβενσμπρούκ το Ρέτσοβ, το Μάλχοβ. Στοχάσθηκα όσα μου είχαν συμβεί στη ζωή μου. Σε λίγο όμως ένιωσα κάτι ζεστό και ζωντανό μέσα μου κι αναρρωτήθηκα τι ήταν αυτό… Με πλημμύρισε ένα παράξενο συναίσθημα πως αυτό το κορμί μου σήμερα ήταν ένα «θαύμα». Το θαύμα που βγήκε ολόκληρο, ζωντανό και δεν κάηκε στα κρεματόρια του Aushwitz. Αυτό το κορμί που επέζησε, είχε όμως μέσα του μια ψυχή που πόνεσε πολύ, που πέρασε μεγάλη δυστυχία, απογοήτευση, αδικία, πόνο, προδοσία, αρρώστια, εγκλήματα, αλλά συγχρόνως πολλή πολλή δύναμη, κι έμαθε τι θα πει αφοσίωση, αγάπη, συμπόνια. Κι ήταν πολύ σημαντικό. Και σκέφτηκα πως κανένας δεν θα τα καταλάβει αυτά, εάν δεν τα έχει ζήσει ο ίδιος σαν κι εμένα τόσο έντονα. Διότι εγώ ήμουν πολύ πλούσια σε αγώνα και πολύ πλούσια σε πόνο, γιατί εγώ ήμουν πολύ πλούσια σε ζωή…

Μπέρρυ – Κασούτο Ναχμία, συγγραφέας και όχι μόνον.

Γεννήθηκε στην Καστοριά. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το γυμνάσιο λόγω της κήρυξης του πολέμου. Στις 24 Μαρτίου του 1944 «έφυγε» από την αγαπημένη πατρίδα Καστοριά, μ΄ όλη την Εβραϊκή κοινότητα που ακολούθησε το πεπρωμένο της, ταξιδεύοντας με τα καμιόνια και τα τραίνα του θανάτου στα στρατόπεδα της Ναζιστικής Γερμανίας.

Μέσα από το βιβλίο της «κραυγή για το αύριο» περιγράφει τις άγριες μέρες του πολέμου και τις πρώτες ελπιδοφόρες μέρες του 1945, όπου ζωντανή και ελεύθερη πια νιώθει  μετά από καιρό, ξανά, την συμπόνια, την αγάπη, τη χαρά της ζωής.

Τα σχολεία των Αθηνών και πολλών άλλων πόλεων την προσκαλούσαν σε επετειακές και αντιρατσιστικές οργανώσεις μεταφέροντας με τον τρόπο της την αγάπη του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Για πολλά χρόνια ήταν πρόεδρος των απανταχού ομήρων εβραίων στην πατρίδα μας.

 

Επιμέλεια: Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση