Αχρήματες οφειλές

κατηγορία : ΑΠΟΨΕΙΣ από

 

Για Εκείνον και Εκείνους που οραματίστηκαν και ξεπέρασαν τα όνειρά τους φτιάχνοντας δρόμο ανάμεσα απ’ τη Λίμνη και το Βουνό…..

Για Εκείνον  κι Εκείνους που οραματίστηκαν  κι έφτιαξαν, ξεπερνώντας τα όνειρά τους, Λεωφόρους των πλατανιών και Δρόμους με τις λεύκες, ιτιές και ακακίες,  μανόλιες και φασκομηλιές, να δροσίζουν τα σεργιάνια μας με τη σκιά τους και, οι μυρουδιές τους να αγκαλιάζουν, σαν τείχη, ολόγυρα την πόλη κι απ΄εκεί, να στριμώχνονται στα μονοπάτια και τα δίστρατα (που, Άλλοι σπουδαίοι, οραματίστηκαν και σκάλισαν πάνω στα βράχια), με σκοπό να ψηλώνουν ίσα με τα σύννεφα και να τα ντύνουν μυρωδάτες φορεσιές κι απ’ εκεί ακόμη πιο ψηλά να ανεβαίνουν, ίσα με τον ήλιο και τ’ άστρα και το φεγγάρι και σ’ όλου τ’ ουρανού το μπλε και το μαύρο της νύχτας να τις σκορπίζουν….

Για Εκείνον, για Εκείνους, που σίγουρα οι <πολλοί> παράξενα θα τους κοίταξαν, όχι γιατί οι ιδέες δεν θα τους άρεσαν, αλλά γιατί, άλλοι -κι όχι οι ίδιοι τους, ως μικροί και μικρότεροι- δεν κατάφεραν να τους ξεπεράσουν…

Για Εκείνον και για Εκείνους, που δεν στάθηκαν στο <ωχ αδελφέ>, στο <δεν βαριέσαι>, στο <τι σε νοιάζει>, στο <τι με νοιάζει> , στο <εγώ θα σώσω τον κόσμο;>, στο <τι είμαι εγώ, δούλος;> και ΄βαλαν πλάτη και γύρισε ο τροχός…

Για Εκείνον και για Εκείνους, που δεν τους ένοιαξαν τα ζήτω και τα μπράβο και δεν φοβήθηκαν τις διαφωνίες και τις προστριβές, που χαμήλωσαν μέχρι τη γη και, με του ιδρώτα τους τις σταγόνες, την ξεδίψασαν.

Για Εκείνον και για Εκείνους, που πόνεσαν τόσο πολύ τούτον τον τόπο ώσπου τον αγάπησαν βαθιά…

Για Εκείνον και για Εκείνους, που δεν ζητήσαν πληρωμή για την Αγάπη τους…

Για Εκείνον και για Εκείνους, που πάλεψαν και πολέμησαν στους καιρούς της ειρήνης για έργα ειρηνικά…..

Για Εκείνον και για Εκείνους, που σήμερα, που, πατώντας στις μύτες των ποδιών μου, σήκωνα ψηλά το κεφάλι μου, για να φτάσω και να χωθώ όσο πιο βαθιά στα πολύτιμα αρώματα του Ιούνη, και το καλοκαιρινό βοριαδάκι τ’ ανακάτευε και τα ‘στελνε, αντίδωρα ακριβά στου Παραδείσου τους θρόνους- η μαγεμένη κι άμυαλη- αναρωτήθηκα πως, δεν βρεθήκαν, τυχαία, στις αλέες του δρόμου γύρω απ’ την Λίμνη, τούτα τα φορτωμένα δένδρα….

Έκρυψα, τότε, το βλέμμα μου, από ντροπή, γιατί ξεπέρασα τους χρόνους μου στην ωριμότητα και δεν ήξερα να μου απαντήσω, για το όνομα και τα ονόματα ενός εκάστου απ’ Εκείνους, που, λαίμαργα, αχόρταγα, άπληστα και απλήρωτα, απολαμβάνω τα κληροδοτήματα, σαν άσωτη κι αχάριστη θυγατέρα, και, ήλθα να σας εξομολογηθώ το κρίμα μου, με την ελπίδα, η αυθάδης, πως θα το ελαφρύνω.

Διαλέγω δυο μόνον «σημεία»  για να σταθώ σε τούτη τη γραφή μου, χωρίς να τιμάω λιγότερο τα άλλα <ενθυμήματα> που υπάρχουν για τους Δωρητές σε χρήματα και σε κόπους :

Στις μαρμάρινες αναθηματικές πλάκες, κορνιζαρισμένες με γενναιόδωρες συκιές, κληματαριές και ατρόμητους κισσούς, όπου ένα, μονάχα, Όνομα και μια ιδιότητα χωράνε ένα ολόκληρο Στράτευμα που, δίχως <Εγώ>,  έφτιαξαν τούτον τον δρόμο, ανάμεσα απ’ το Βουνό και τη Λίμνη και είναι Εκεί, για όλους εμάς, και τις…..

Eννιά πανέμορφες Καστοριανές Κοπέλες, που, περνώντας από χέρι σε χέρι μικρά δοχεία γεμισμένα με νερό της Λίμνης, χαμογελούν ασπρόμαυρα, ντροπαλά και αρχοντικά, στη φωτογραφία, με την σημείωση «Δενδροποτισμός  στην <Μύτκα> 1952» και, Μα την Αλήθεια, καμία τους δεν φαίνεται να έχει επίγνωση του τι, πραγματικά, προσφέρουν στην αιωνιότητα της Πόλης τούτη τη στιγμή. (Η εικόνα αυτή, μπορεί κάλλιστα, να απαντήσει και να εξηγήσει τον κοινό τόπο : «Η Αρχόντισσα Καστοριά»).

Στο όνομα του Στρατηγού, στων Μεγάλων Δωρητών, σ’ Εκείνον που εξάντλησε τις πνοές του στο Τσαρδάκι, των απλών Καστοριανών, στα Μέλη των  Συλλόγων που ξεπεράσαν τους τίτλους τους, στα άγουρα τούτα εννιά ζευγάρια μάτια και δι’ αυτών, σε όλους τους <Εκείνους>, να υποκλινόμαστε.

Βιβή,

(σκέτο, από Σεβασμό για όλους αυτούς τους Ανθρώπους)

στης  Καστοριάς την Λιμνίσια άκρη, την 26η του φετινού Ιούνη.

ΥΓ1. Αντιθέτως, ξέρω να σας πω, ονόματα πολλών σύγχρονων των τελευταίων ετών, ανθρώπων της Καστοριάς, κυρίως απ’ εκείνους που ζήτησαν διά της ψήφου μας να διαχειριστούν τις τύχες μας, και που δεν ενδιαφέρθηκαν να φυτέψουν, ούτε καν αντικαθιστώντας,  ένα δένδρο απ΄εκείνα που νίκησαν οι καιροί. Γιατί ούτε νοιάστηκαν, ούτε ήξεραν, ούτε έμαθαν για την Αξία τους……

ΥΓ2. Στην Μαυριώτισσα την Παναγία, το καταφύγιο της ελπίδας και των κριμάτων μου, που οδηγούν οι δυο κατευθύνσεις των περιπατητών, το υδάτινο μονοπάτι και οι χαρακιές των βράχων, η λάμψη κι ο καπνός απ’ το μικρό κερί προσπάθησε να ανέβει Ψηλά, για να ζητήσει Μεσιτεία Της για Εκείνον και για Εκείνους που, σήμερα, από πόνο κι αγάπη, αφήνουν το στίγμα τους στις πέτρες του Βουνού και στα νερά της Λίμνης, στα δένδρα και στ’ Ουρανού, της Λίμνης και της Γης τα πετεινά, και, για τις Ψυχές Εκείνου και Εκείνων που ΄Εφυγαν. Για το καλό που άφησαν πίσω τους, μπροστά μας, και πέρα από εμάς.

Φωτογραφία κ. Λάζαρου Μανέκα