Από τους 94.0 μεγάκυκλους των FM στους 99,9 (Γράφει ο Ανδρέας Θ. Κυπαρίσσης)

 

Σημείωση: το άρθρο αποτελεί αυτοτελή κεφάλαιο του ατύπωτου διηγήματος “Ενθυμήματα Νιότης” του αρθρογράφου

Ραδιοφωνικοί πειρατικοί σταθμοί, μια πραγματικότητα στα μέσα της δεκαετίας του ’70 που απείχε κατά πολύ από τα μέχρι τότε ισχύοντα ραδιοφωνικά standards. Τα ραδιοφωνικά τους ονόματα ηχούν ακόμη και σήμερα ως οι μουσικές εκπομπές που πρόσφεραν μια εναλλακτική ακρόαση σε μια εποχή όπου απαγορευόταν η ιδιωτική πρωτοβουλία στα ερτζιανά, δεδομένου ότι οι κρατικές εκπομπές είχαν την αποκλειστικότητα στη μπάντα των FM.

Το μουσικό αυτό χόμπι ξέσπασε σαν “επανάσταση” στηριζόμενο σε μια πιο ελεύθερη ραδιοφωνική φιλοσοφία παρέχοντας μουσική ψυχαγωγία και αμφίδρομη σχέση με τους ακροατές, έναντι στο σοβαρό ύφος των κρατικών εκπομπών που βασιζόταν στη μονομερής φωνητική κυριαρχία των παρουσιαστών. Ωστόσο, όσο γρήγορα αναρριχήθηκαν ψηλά στην προτίμηση και τη συνείδηση των ακροατών, εξίσου απότομα χάθηκαν. Πολλοί από τους ραδιοερασιτέχνες απέδωσαν αποκλειστικά στο Νόμο την πρόωρη και εθελούσια έξοδό τους από τα ερτζιανά, αφού γνώριζαν καλά πως δεν θα τα έβγαζαν εύκολα πέρα με τη νομοθεσία.

Αντισυμβατικοί, ριψοκίνδυνοι, αλλά πεισματάρηδες και θαλεροί, σημαδέψανε τα πρώιμα χρόνια του ιδιωτικού ραδιοφώνου ως εν δυνάμει ραδιοφωνικοί παραγωγοί, μετατρέποντας σταδιακά το ραδιόφωνο σ’ένα δυναμικό μέσο, με φόντο όμως το στίγμα του ραδιοπειρατή και τη σύλληψή τους από τη δικαιοσύνη. Κι επειδή όλα έχουν το τίμημά τους, νομοτελειακά συνέβη κι αυτό για ορισμένους. Όμως, η κυριολεκτική μεταπήδηση των ραδιοερασιτεχνών από τα θρανία στο ραδιόφωνο έγινε με μια ανεξήγητη αυτοπεποίθηση και αισιόδοξη στάση απέναντι στον κίνδυνο που τους παρότρυνε να συνεχίσουν.

Η διαδρομή των ραδιοερασιτεχνών της πόλης μας είναι γεμάτη από μικρές επιμέρους ιστορίες που αναδεικνύουν το περιπετειώδης πέρασμά τους από τα ερτζιανά, με συμμάχους τους γνωστούς και άγνωστους ακροατές. Σήμερα, μοιράζονται μαζί μας μερικές από τις ραδιοφωνικές εμπειρίες τους δοσμένες μέσα από προσωπικές αφηγήσεις.

Τον Ιούνιο του ’76 ένα νέο μουσικό ενδιαφέρον στρέφει την προσοχή των ακροατών στο ραδιόφωνο και συγκεκριμένα στους 94.0 μεγάκυκλους στα FM. Ο πειρατικός ραδιοσταθμός «Μικρός Ερασιτέχνης» εισχωρεί στον κόσμο των ερτζιανών με αυτοσχέδια ηλεκτρονικά μέσα και σηματοδοτεί για 60 απολαυστικά λεπτά την έναρξη μιας νέας ραδιοφωνικής εποχής στην πόλη μας με τον δίσκο «the good, the bad and the ugly – Ennio Morricone».

Η συνέχεια είναι εντυπωσιακή. Η τεχνογνωσία για την κατασκευή καθώς και για την ευρύτερη χρήση των πειρατικών σταθμών σε πιλοτικό στάδιο έρχεται από σπουδαστές τεχνικών σχολών, οι οποίοι αποτέλεσαν τους πρώτους ραδιοερασιτέχνες και δικαίως χαρακτηρίστηκαν το “φυτώριο” των πειρατικών σταθμών αφού βοήθησαν στη θεαματική εξάπλωσή τους. Η κατασκευή ραδιοπομπού και κεραίας ήταν μια άκρως ενδιαφέρουσα διαδικασία για τους ραδιοερασιτέχνες. Ο Ανδρέας (ραδιοερασιτέχνης Sky Rider) θυμάται: «ξεκίνησα στα μέσα του 1977 με πομπό μικρότερης εμβέλειας (τρανζίστορ) και στη συνέχεια, λόγω των σπουδών μου στην τεχνική σχολή «Δημόκριτος» στη Θεσσαλονίκη το 1979, κατασκεύασα ο ίδιος πομπούς L 504 και 807 με τους οποίους εξέπεμψα, ενώ πάντα προσπαθούσα να βρω λύσεις για πιο σύγχρονα μοντέλα πομπών για μεγαλύτερη εμβέλεια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βοηθήσω και κάποιους φίλους μου στην κατασκευή πομπών που ήθελαν να γίνουν ραδιοερασιτέχνες. Η κατασκευή του πομπού κόστιζε μεταξύ 1000 και 1500 δραχμές. Την τιμή την καθόριζε η ισχύ της λάμπας (λυχνία). Ανταλλακτικά αγοράζαμε από τη Στοά Ηλεκτρονικών στη Β. Ηρακλείου στη Θεσσαλονίκη, ενώ κάποια σχέδια βρίσκαμε στο περιοδικό «Ερασιτέχνης» με 50 δραχμές και κάποια ανταλλάσσαμε μεταξύ μας οι ραδιοερασιτέχνες».

Η απόπειρα ραδιοφωνικής εκπομπής με τη χρήση πειρατικού σταθμού στα μέσα του ’77 πραγματοποιείται και από «Το Παιδί της Αφροδίτης», όπου μαζί με τον «Sky Rider» αρχίζουν να μεταδίδουν κατά περιόδους το πάθος του ραδιοερασιτέχνη και τον ενθουσιασμό της πειρατικής ραδιοφωνίας στους ακροατές, παρέα με τον πρωτοπόρο σταθμό «Μικρός Ερασιτέχνης». Μεταξύ ’79 & ’80 οι σταθμοί πολλαπλασιάζονται με ευκολία χάρη στο μεράκι των ραδιοερασιτεχνών, στις χαμηλές απαιτήσεις για την απόκτηση του εξοπλισμού αλλά και στις μεταξύ τους ανταλλαγές ραδιοπομπών.

Το ραδιοφωνικό σκηνικό στην πόλη αλλάζει χάρη στις νέες αφίξεις πειρατικών σταθμών οι οποίοι δίνουν νέα πνοή στο μέχρι πρόσφατα ήσυχο ραδιόφωνο. Ταράτσες, αποθήκες, πλυσταριά, υπνοδωμάτια, ακόμη και μαγαζιά (γουναράδικα), έχουν μετατραπεί σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, τόσο συνοικιακής εμβέλειας όσο και μεγαλύτερης, δημιουργώντας νέες ραδιοφωνικές εμπειρίες στους ακροατές. Οι ραδιοερασιτέχνες κάνουν την πόλη μια μεγάλη ραδιοφωνική γειτονιά αφού κάθε γειτονιά έχει πλέον τον δικό της πειρατικό σταθμό. Ομόνοια: «Ράδιο Electronica» και «Rocky». Μητροπόλεως: «6.18». Ζωνάρι: «Μουσικός Επισκέπτης». Βαλαλά: «Ανώνυμος». Βόρεια παραλία: «Το Παιδί της Παραλίας». Άγιοι Ανάργυροι: «Κάστορ». Πλατεία Δαβάκη: «Black Diamond». Τζαμί: «Το Καφενείο της Αγάπης». Καλλιθέα: «Μαγνητικός Καβαλάρης» και «Black Star». ΛΥΒ: «Studio 1». Παρόλο που οι σταθμοί ήταν εκτός των ορίων του νομίμου για την εποχή, οι ραδιοερασιτέχνες συνειδητά γυρίζουν την πλάτη στη νομοθεσία, συνθηκολογούν ειρήνη μόνο με τις προσδοκίες τους και ένα άλλο ραδιόφωνο πιο μουσικό και πιο θορυβώδης ξεκινά. Απέναντί τους η δικαστική εξουσία, ο κρυπτονίτης των πειρατικών σταθμών. Παρόλα αυτά το ρίσκο δημιουργούσε ένα πρωτόγνωρο σφρίγος στους έφηβους ραδιοερασιτέχνες. Για προφανείς λόγους το τηλέφωνο για επικοινωνία με τους ακροατές δεν δινόταν ακόμη στον αέρα. Οι πρώτες αφιερώσεις γίνονται μεταξύ φίλων και συμμαθητών οι οποίες είναι γραμμένες σε χαρτάκια και συλλέγονται από τους ραδιοερασιτέχνες στο σχολείο ή στη γειτονιά. Παράλληλα, ξεκινούν και οι συνομιλίες μεταξύ ραδιοερασιτεχνών εντός των συχνοτήτων στον αέρα.

Ελλείψει των αμιγώς μουσικών εκπομπών στην κρατική ραδιοφωνία, πλην της καθημερινής μουσικής εκπομπής του Γιάννη Πετρίδη «Ποπ Club» και αργότερα «από τις 4 στις 5», καθώς και στα είδη της μουσικής που δεν ακουγόταν τότε από τις κρατικές εκπομπές, το κοινό ήταν θέμα χρόνου να ανταποκριθεί στη νέα αυτή ραδιοφωνική εκδοχή. Το στοιχείο του νέου και του διαφορετικού ήταν εμφανές ήδη από τα πρώτα λεπτά της μετάδοσης για κάθε πειρατικό σταθμό. Στην πλειοψηφία τους τα τραγούδια που ακουγόταν ήταν ελληνικά, όμως δεν έλλειπαν και τα ξένα είδη μουσικής όπως, pop, rock, hard rock, disco, new wave, που ήταν σε πλήρη άνθηση εκείνη την εποχή. Η λειτουργία των πειρατικών σταθμών συνέβαλε και στην άνθηση της κασέτας και του βινυλίου στην ελληνική αγορά, καθώς εκείνη την εποχή μαθαίναμε για τα νέα μουσικά άλμπουμ όμως δεν είχαμε άμεση πρόσβαση σε αυτά. Έτσι, τα νέα ακούσματα στέλνανε τους έφηβους ακροατές στα δισκάδικα της γειτονιάς τους να επενδύσουν το εφηβικό τους χαρτζιλίκι. Ο σταθμός «Sky Rider» ήταν από τους βασικούς πυλώνες της μουσικής πληροφόρησης των ακροατών της πόλης μας. Ο Ανδρέας (ραδιοερασιτέχνης Sky Rider) θυμάται: «Από την οδό Φράγκου στη Θεσσαλονίκη αγόραζα κασέτες με τις νέες κυκλοφορίες κυρίως ελλήνων ερμηνευτών όπως, Κοντολάζου, Νομικού, Πανταζή, Μαργαρίτη, Σαλαμπάση κ.ά. Μέσω του  σταθμού μου  πρωτοακούστηκαν τα τραγούδια τους στην Καστοριά, “μη ρωτάς”, “ένα κι ένα”, “παράνομος κι αν είναι ο δεσμός μας”, “εσύ μιλάς στην καρδιά μου” κ.ά. Όσο αφορά την ξένη μουσική ξεκίνησα με ρυθμούς samba (Bamboleo – Gipsy Kings) και disco».

Η δύναμη της προσωπικής αναφοράς στη λειτουργία των σταθμών επαληθεύεται μέσω της διαπροσωπικής επικοινωνίας μεταξύ ακροατών. Το marketing δουλεύει καλά. Οι συστάσεις από στόμα σε στόμα (word of  mouth) αποδείχθηκαν για τους πειρατικούς σταθμούς το πιο δυνατό μέσο διαφήμισης. Παρέες ραδιοερασιτεχνών χρησιμοποίησαν και άλλες μεθόδους επικοινωνιακής στρατηγικής. Διοργάνωναν πάρτι σε συγκεκριμένα στέκια της πόλης, στα πιο διάσημα εξ’ αυτών, στις θρυλικές disco “Elvis” και “Tamango”, όπου η προσωπική γνωριμία με τους ακροατές, η διασκέδαση μαζί τους και η ευκαιρία συνομιλίας με τις νεάνιδες – θαυμάστριες, φιγουράρουν σε πρώτο πλάνο ως αιτίες διοργάνωσης. Τον Οκτώβρη του ’80 τέσσερις σταθμοί, «Μουσικός Μάγος», «Sky Rider», «Ανώνυμος» και «Το Παιδί της Αφροδίτης», διοργάνωσαν πάρτι στη disco “Elvis” με όλο το πειρατικό ραδιοφωνικό στερέωμα (ακροατές και ραδιοερασιτέχνες) να δίνουν το παρόν. Μερικά χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του ’85, τοα πάρτι μεταφέρθηκε στη disco “Tamango”. Τη διοργάνωση αυτή τη φορά την έχει αναλάβει το ράδιο D.N.A, (ο Αλέξης και ο Δημήτρης). Η έναρξη ορίζεται δύο και μισή το μεσημέρι με τιμή εισόδου 250 δραχμές.

Αρχείο: ραδιοερασιτέχνης Δημήτρης «D.N.A» 1985

Η κρατική ραδιοφωνία δεν τους αναγνωρίζει όμως τους υπολογίζει, ενώ το κοινό τους αναζητά. Το νέο αυτό πειρατικό ραδιοφωνικό μοντέλο κερδίζει συνεχώς το ενδιαφέρον των ακροατών και σημειώνει θεαματική άνοδο. Το παράδειγμά των πρώτων ραδιοερασιτεχνών ακολούθησαν και άλλοι νέοι της πόλης μας στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 δημιουργώντας μποτιλιάρισμα στα FM και μια μουσική προσμονή στους ακροατές. Η επιθυμία που σου δημιουργούσαν να τους ακούσεις ήταν αληθινά έντονη. «Rocky», «Snoopy», «RadioVenus», «Daisy Hill», «2.27», «Ράδιο Μοναχογιός», «Κρόνος», «Express του Μεσονυχτίου», «Άναμπελ», «Βαλεντίνο», «Sky lan», «Άγιος», «Φανταστικός Ήχος», «Μάκης ο Παράξενος», «Κώστας ο Δραπέτης», «Κώστας ο Παράξενος», «Πυξίδα της Αγάπης», «Santana», «Τσιγγάνος της Αγάπης», «Columbia», «Τσολιάς», «Βασίλης ο Καλλιτέχνης», «Alector», «Ροζ Πάνθηρας» κ.ά. Επίσης, αρχίζουν να πληθαίνουν και οι πρωτοβουλίες στα περίχωρα. Μανιάκοι: «Ράδιο Αστέρας». Κλεισούρα: «Kramer», «Melody Rex», «Radio Camelot», «Monaco», «Περιπλανώμενος», «Original Sound», «Castor Palace». Κωσταράζι: «Oxyzen», «Ροζ Πάνθηρ», «ΑΚ». Τα ονόματα αυτά αποτελούν απλώς ένα μικρό μέρος μιας μεγαλύτερης λίστας που περιλαμβάνει όλους εκείνους τους σταθμούς που πρωταγωνίστησαν στα ερτζιανά τη δεκαετία του ’80. Δυστυχώς, η πατίνα του χρόνου δεν επιτρέπει στη μνήμη να επαναφέρουμε περισσότερα ονόματα σταθμών, η εικόνα μένει θολή.

Στη διάδοση των πειρατικών σταθμών τη δεκαετία του ’80 συνέβαλε και η ανάπτυξη της εργατικής τάξης των γουναράδων, αφού μπόρεσε να εξασφαλίσει μια ραδιοφωνική ακρόαση με τη διαχείριση του θορύβου των μηχανών μέσα στα γουναράδικα. Ραδιόφωνο και γουναράδικα πήγαιναν μαζί. Αιτία; Η καθημερινή συντροφιά και ψυχαγωγία του προσωπικού. Με την εμφάνιση των ραδιοερασιτεχνών και σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα ονόματα των πειρατικών σταθμών εξελίχθηκαν σε καθημερινές ραδιοφωνικές αναζητήσεις από τους γουνεργάτες. Η είσοδος των πειρατικών σταθμών στα γουναράδικα μαζί με τις νέες μουσικές επιτυχίες της εποχής ξυπνούσαν την επιθυμία του προσωπικού για αναζήτηση σταθμών τις απογευματινές ώρες, ενώ όσο περνούσε η ώρα το παιχνίδι πέρναγε στις αφιερώσεις και στις επιλογές τραγουδιών (ως επί το πλείστον λαϊκές). Έτσι, τα γουναράδικα, στη πλειονότητά τους, είχαν μόνιμες απογευματινές ακροάσεις πειρατικών σταθμών αντί των κρατικών προγραμμάτων, με τους περισσότερους γουνεργάτες να δηλώνουν φαν της πειρατικής κουλτούρας και τους ραδιοερασιτέχνες να εισπράττουν το κομμάτι δημοσιότητας που τους αναλογεί.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 το πειρατικό ραδιόφωνο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Οι πειρατικοί σταθμοί συγκεντρώνουν όλα τα θετικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ραδιόφωνο ως μέσο ψυχαγωγίας και επιπλέον τη δύναμη της αλληλεπίδρασης με το κοινό. Στην περιρρέουσα αυτή παράνομη αλλά γοητευτική μουσική ατμόσφαιρα αφυπνίζονται όλες οι ηλικίες, με αποτέλεσμα η δημοφιλία των σταθμών να φτάσει στα ύψη. Οι ραδιοερασιτέχνες γεμίζουν με μουσική το ραδιόφωνο και παίρνουν πρωτοβουλίες σε σχέση με το περιεχόμενο και τον τρόπο παρουσίασης των εκπομπών, αλλά και τον τρόπο επικοινωνίας με τους ακροατές. Καθιερώνουν τον τίτλο έναρξης της εκπομπής -σήμα έναρξης- που θα αποτελέσει τη μουσική ταυτότητα του κάθε σταθμού. Μουσικοί τίτλοι έναρξης μικρής διάρκειας παίζουν σημαντικό ρόλο στην αναγνωρισιμότητα των σταθμών: «Μαγνητικός Καβαλάρης» τίτλος έναρξης “Johnny guitar”, «Radio Venus» τίτλος έναρξης “Shocking Blue” – Venus, «Black Star» τίτλος έναρξης “The model” – kraftwerk.

Το τηλέφωνο διευκολύνει την άμεση επικοινωνία με τον σταθμό, ενώ οι αφιερώσεις δημιουργούν δεσμούς με τους ακροατές και ταυτόχρονα προσδίδει ένα ανανεωμένο προφίλ στο σταθμό, πιο προσωπικό και ελεύθερο, πιο ανθρώπινο και άμεσο. Για πολλούς (κυρίως αγόρια) οι αφιερώσεις προσφέρουν μια συναισθηματική και ερωτική συνδιαλλαγή με ακροάτριες μέσα από την ακουστική οδό, απαλλάσσοντάς τους από το άγχος της συνδιαλλαγής πρόσωπο με πρόσωπο. Ξάφνου το ραδιόφωνο γίνεται χώρος συνάντησης κι επικοινωνίας οικείων κι όχι μόνο προσώπων κι αυτό χάρη στους ραδιοερασιτέχνες. Η ενεργός συμμετοχή των ακροατών συμβάλλει και στη διαμόρφωση των μουσικών προγραμμάτων, μεγαλώνοντας έτσι το ραδιοφωνικό κοινό του κάθε σταθμού. Οι προτιμήσεις τους περιλαμβάνουν κάθε είδος ελληνικής και ξένης μουσικής ανάλογα με την ηλικία τους και με την ώρα ακρόασης. Η συνομιλία των ακροατών με τους ραδιοερασιτέχνες περιέχει μια μαγεία, ήταν σχεδόν το ισοδύναμο μιας ενδεχόμενης συνομιλίας με ένα αγαπημένο τους διάσημο πρόσωπο. Το μικρόφωνο, η χροιά της φωνής και οι αφιερώσεις έχουν μια επιρροή που γοητεύει τις νεανίδες, γι’αυτό και οι ραδιοπειρατές θεωρούνταν εκείνη την εποχή οι celebrities της πόλης αλλά και τα καλύτερα καμάκια.

Ο Σάββας (ραδιοερασιτέχνης «Μαγνητικός Καβαλάρης») θυμάται: «υπήρχαν ημέρες που το τηλέφωνο χτυπούσε ακατάπαυστα, ξεπερνούσα τα 400 τηλεφωνήματα ημερησίως. Οι πρώτες αφιερώσεις στους σταθμούς της Καστοριάς ξεκίνησαν από τη Γιώτα και τη Θάλεια οι οποίες ήταν φαν των πειρατικών σταθμών. Συμμετείχαν κάθε μέρα σε όλους σχεδόν τους ραδιοσταθμούς με την ίδια αφιέρωση “από το Γιωτίνι στο Θαλίνι” και αντίστροφα».

Ο Γιάννης (ραδιοερασιτέχνης «Κρόνος») θυμάται: «εκείνη την εποχή τηλέφωνο είχαμε μόνο στο μαγαζί (γουναράδικο). Εγώ έκανα εκπομπή από το σπίτι και ένας φίλος καθόταν στο μαγαζί για να απαντάει στα τηλεφωνήματα. Ανά διαστήματα μου έφερνε τα χαρτάκια με τις αφιερώσεις και έτρεχε πίσω γρήγορα για να μη χάσει κάποιο τηλεφώνημα. Κάποιες μέρες ήταν συνέχεια πέρα – δώθε, ευτυχώς η απόσταση σπίτι – μαγαζί δεν ήταν μεγάλη».

Ο Αλέξης (ραδιοερασιτέχνης «Ο Ρωμανός») θυμάται: «το τηλέφωνό μου ήταν παραπλήσιο με κάποιο τηλέφωνο της ασφάλειας  με αποτέλεσμα οι ακροατές να παίρνουν εκ παραδρομής εκεί για αφιερώσεις. Μετά από κάποιο διάστημα, αναπόφευκτα, με εντοπίσανε».

Το ραδιόφωνο ήταν ένα δημιουργικό χόμπι. Πολλοί ραδιοερασιτέχνες δεν είχαν καθημερινή παρουσία στα ερτζιανά, ενώ οι εκπομπές τους είχαν ολιγόωρη διάρκεια. Ξεχώριζαν οι ραδιοερασιτέχνες που είχαν καθημερινή δράση και πρωτοπόρες εκπομπές για την εποχή. Ορισμένοι εμπλούτισαν τα προγράμματα τους με μουσικές πληροφορίες σχετικά με τα μουσικά αφιερώματα των top 10 της Αμερικής και της Αγγλίας που ήταν γεμάτα με καλή μουσική και πληροφορίες για τις νέες κυκλοφορίες δίσκων, αποσπώντας διθυραμβικά σχόλια από τους ακροατές αλλά και τις εφημερίδες. Τέτοιου είδους ενέργειες συνέβαλαν στις εκσυγχρονιστικές τάσεις του ραδιοφώνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελληνικός Βορράς» στις 15 Ιανουαρίου 1984: “τις μέρες των εορτών (αναφέρεται στην Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια) ένας παλιός πειρατής ο «Δημήτρης ο Ρόκυ» σε συνεργασία με τον «Αλέξη τον Ρωμανό», παρουσίασαν σε δύο προγράμματά τους όλα τα Νο1 στην Αγγλία και την Αμερική για το 1983. Τα δύο αυτά προγράμματα ήταν από τα καλύτερα του 1983 που παρουσίασε Καστοριανός πειρατής, αφού τόσο η σωστή παρουσίαση από τον «Δημήτρη τον Ρόκυ» όσο και οι πληροφορίες που δινόταν πάνω σε κάθε κομμάτι ήταν σωστές και πολύ ενημερωτικές για τους νέους. Οι καθημερινές εκπομπές του ραδιοσταθμού αυτού που εκπέμπει στα FM, τον έφεραν πρώτο στις προτιμήσεις των νέων τις μέρες των εορτών”.

Φωτο: Απόσπασμα της εφημερίδας “Ελληνικός Βορράς” 15 Ιανουαρίου 1984

Αρχείο: ραδιοερασιτέχνης Δημήτρης «D.N.A»

Η καθημερινή “ένοχη” παρουσία των σταθμών στα ερτζιανά αναστάτωνε τους ακροατές, άλλους ευχάριστα και άλλους δυσάρεστα. Παρόλο που οι ραδιοερασιτέχνες διαμόρφωσαν ένα νέο είδος ραδιοφωνικής ψυχαγωγίας με αγνές προθέσεις, αυτό δεν εμπόδισε μερίδα πολιτών να κρατήσουν αρνητική στάση απέναντί τους με το πρόσχημα της παρεμβολής του σταθμού στον τηλεοπτικό τους δέκτη (τηλεόραση). Έτσι, υπό το φόβο της σύλληψης, μερικοί σταθμοί αναγκάστηκαν να σταματήσουν να εκπέμπουν για ένα διάστημα, ενώ άλλοι βγαίνουν στον αέρα με νέο όνομα “θολώνοντας” τα νερά όπως, ο «Μικρός Ερασιτέχνης» ως «Μουσικός Μάγος», ο “Rocky” ως “DNA”, ο «6.18» ως «Ξανθό Αγόρι» και ο «Τσολιάς» ως «Υπάρχουν και Καλά Παιδιά».

Ο Γιάννης (ραδιοερασιτέχνης «Μουσικός Επισκέπτης») θυμάται: «ακόμη κι όταν δεν εκπέμπαμε οι γείτονες μας είχαν συνδέσει με τα προβλήματα της τηλεόρασής τους».

Στόχος των ραδιοερασιτεχνών ήταν η ψυχαγωγία κι όχι οι πολίτες, γι’αυτό και η ραδιοφωνική σκέψη των ραδιοερασιτεχνών δύσκολα χωρούσε σε μοτίβα και πλαίσια που υποδείκνυε μια μικρή μερίδα διαμαρτυρόμενων πολιτών. Κι όμως, δεν ήταν μόνο η μουσική που τους έκανε να ξεχωρίζουν, ήταν και ο χαρακτήρα τους.

Την περίοδο εκείνη ο Νόμος θέλοντας να εξαλείψει το φαινόμενο της ραδιοπειρατείας δεν ήταν τόσο φιλικός με τους ραδιοερασιτέχνες, οι οποίοι με επίγνωση της ραδιοφωνικής παρατυπίας που διέπρατταν κινδυνολογούσαν καθημερινά. Η σχέση τους με την αστυνομία ήταν σε επίπεδο ενός σύνθετου παιχνιδιού, κάτι μεταξύ κυνηγητού και κρυφτού, που πάντα τα “φυλούσε” η αστυνομία. Κατά συχνά διαστήματα η δικαιοσύνη έστρεφε τις έρευνες σε σπίτια για τα οποία είτε είχαν ενημέρωση είτε υποψίες, αποσκοπώντας στον εντοπισμό ραδιοπομπών και κεραιών. Οι περισσότεροι κατάφερναν να “δραπετεύουν” κρύβοντας καλά τα ενοχοποιητικά στοιχεία (πομπούς και κεραίες), όμως δεν ήταν λίγοι και αυτοί που οδηγήθηκαν στις αίθουσες δικαστηρίων.

Ο Νίκος (ραδιοερασιτέχνης «Το Καφενείο της Αγάπης») θυμάται: «την κεραία την είχα τοποθετήσει στην ταράτσα στο σημείο που κατέληγε ο φεγγίτης. Είχα δέσει ένα σχοινί πάνω στην κεραία το οποίο διέσχιζε προς τα κάτω τον φεγγίτη και περνούσε από το παράθυρο του μπάνιου. Σε ενδεχόμενο έλεγχο της αστυνομίας τραβούσα το σχοινί για να πέσει η κεραία μέσα στο φεγγίτη, πάνω σε κάτι νάιλον που είχα τοποθετήσει στο κάτω μέρος».

Ο Φάνης (ραδιοερασιτέχνης «Black Star» ο νεότερος) θυμάται: «τα Κυριακάτικα πρωινά μαζευόμασταν με την παρέα στο μαγαζί (γουναράδικο) και κάναμε εκπομπή από εκεί. Ήταν το χόμπι μας, το χαιρόμασταν. Σε ενδεχόμενη παρουσία της αστυνομίας στη γειτονιά είχαμε σκαρφιστεί τη ξυλόσομπα ως κρυψώνα για τον πομπό».

Οι ελπίδες για νομιμοποίηση της πειρατικής ραδιοφωνίας έρχεται στις 31 Μαΐου του 87’ όταν εκπέμπει για πρώτη φορά ο “Αθήνα 9.84” ως ο πρώτος σταθμός της ελεύθερης ραδιοφωνίας. Το παράδειγμα της Αθήνας θα μιμηθούν και άλλες πόλεις ξεκινώντας τη διάρθρωση των δικών τους ραδιοφωνικών σταθμών, ανάμεσά τους και η Καστοριά. Έτσι, 20 Ιουλίου του ’88, ανήμερα της γιορτής του προστάτη των γουνοποιών Προφήτη Ηλία, η Ελένη Ψωμαδάκη και ο αείμνηστος Κώστας Πανταζής προοιωνίζουν τη “γέννηση” του δημοτικού ραδιοφώνου από το στούντιο του ραδιοερασιτέχνη “FM1 Καστοριά” στην περιοχή Ομόνοια. Σε αυτή την πρώτη απόπειρα πειραματικής δημοτικής ραδιοφωνικής αναμετάδοσης εκπέμπει σε απευθείας μετάδοση η θεία λειτουργία από τον Ιερό Ναό του Προφήτη Ηλία, ενώ στη συνέχεια η Ελένη Ψωμαδάκη εκφωνεί το πρώτο δελτίο ειδήσεων, πέραν της κρατικής ραδιοφωνίας, με τοπική θεματολογία και κυρίως τις δηλώσεις των γουναράδων λόγω της ημέρας σε ρεπορτάζ Κώστα Πανταζή.

Το ραδιόφωνο αλλάζει και πάλι. Γίνεται προσπάθεια να οργανωθεί και να συγκροτηθεί μια ραδιοφωνική ομάδα που θα επιμελείται το καθημερινό πρόγραμμα. Ραδιοερασιτέχνες, που έμελλε τελικά να σφραγίσουν την πορεία του δημοτικού ραδιοφώνου, στελεχώνουν την ομάδα. Αυτό που απομένει είναι το πάτημα του διακόπτη «ON» στο πομπό για να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος στην ιστορία του τοπικού ραδιοφώνου. Το ημερολόγιο γράφει 11 Νοεμβρίου 1988, ανήμερα του πολιούχου της πόλης Αγίου Μηνά, όταν “γεννιέται” το δημοτικό ραδιόφωνο στους 99,9 μεγάκυλους των FM. Πίσω από τα μικρόφωνα, επώνυμα πια, η Ελένη Ψωμαδάκη και ο Κώστας Πανταζής πραγματοποιούν την επίσημη πρώτη αναμετάδοση. Αναμεταδίδουν τη δοξολογία από τον Ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου (Αγίου Μηνά) και αργότερα την παρέλαση από την οδό Γράμμου. Με τα δεδομένα μιας ελεύθερης ραδιοφωνίας πια δημιουργούνται καθημερινά δελτία ειδήσεων, ενημερωτικές και μουσικές εκπομπές τακτοποιημένες σε ζώνες ακολουθώντας μια ολοκληρωμένη ραδιοφωνική λογική. Οι ημέρες των ακροατών αρχίζουν να γεμίζουν με ένα νέο ραδιοφωνικό πρόγραμμα, πιο μεστό, πιο ποικίλο και με περισσότερες φωνές.

Δευτέρα έως Παρασκευή

07:00 Προσευχή (το αρχικό πρόγραμμα του δημοτικού ραδιοφώνου ξεκινούσε με προσευχή την οποία ηχογράφησε ο μακαριστός Μητροπολίτης Καστοριάς Γρηγόριος Παπουτσόπουλος, ιδρυτής του εκκλησιαστικού ραδιοφώνου της Μητροπόλεως).

07:00 – 08:00 Πρωινή μουσική εκπομπή με τον Κώστα Πανταζή.

08:00 Πρωινό δελτίο ειδήσεων με την Ελένη Ψωμαδάκη.

09:00 – 10:00 Ενημερωτική εκπομπή με την Ελένη Ψωμαδάκη και τη Βάσω Παπαδοπούλου. Στην ηχοληψία Δημήτρης Νατσούλης.

11:00 – 12:00 «Η Ώρα της Γυναίκας» με την Κατερίνα Τσάμη και στη συνέχεια με την Όλγα Δέλλιου.

12:00 Μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων με την Ελένη Ψωμαδάκη.

12:00 –  13:00 «Χωρίς Ντροπή» ραδιοφωνικό κουίζ με τον Κώστα Πανταζή και την Όλγα Δέλλιου.

13:00 – 14:00 «Νοσταλγικές Μελωδίες» με την Φένη Δούκα σε επιμέλεια Κώστα Λιάντση.

14:00 Μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων με την Ελένη Ψωμαδάκη.

14:30 – 16:00 Μουσικά αφιερώματα με την Ράνια Κυριάζου.

16:00 Απογευματινό δελτίο ειδήσεων με τη Μαίρη Πουρσανίδου.

16:00 – 17:00 Δευτέρα – Τετάρτη – Παρασκευή: Αθλητική εκπομπή με τον Κώστα Σολδάτο. Τρίτη – Πέμπτη: Μουσική εκπομπή με την Άννα Ρέβα.

17:00 – 18:00 Ξένη μουσική εκπομπή με τον Φώτη Βούλτσο και την Άννα Ρέβα.

18:00 Απογευματινό δελτίο ειδήσεων με τη Μαίρη Πουρσανίδου.

18:00 – 19:00 Μία ώρα ξένο πρόγραμμα με τον Αντώνη Παραρά και τον Βασίλη Φίλιο.

19:00 – 20:00 Ξένη μουσική εκπομπή με τον Δημήτρη Μιχαηλίδη.

20:00 Βραδινό δελτίο ειδήσεων με τη Μαίρη Πουρσανίδου.

21:00 – 22:00 «Ένα Αστέρι στο Μαξιλάρι σου» με την Όλγα Δέλλιου.

22:00 – 23:00 Ξένη μουσική εκπομπή με τον Βασίλη Βασιλείου.

Το Σαββατοκύριακο η πρωινή ζώνη εμπλουτίζεται με νέες ενημερωτικές και ψυχαγωγικές εκπομπές: Ανασκόπηση τοπικού τύπου με την Ελένη Ψωμαδάκη, Παιδική εκπομπή «Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα χτυπώ» με τη Ράνια Κυριάζου, Ποντιακά τραγούδια με τον Γιάννη Αμαραντίδη και τον Αλέκο Τίγκα, Αναμετάδοση της Κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας από τον Μητροπολιτικό Ναό Καστοριάς σε επιμέλεια Δημήτρη Τόσκου, Δημοτικά τραγούδια με τον Κώστα Πανταζή, «Καστοριά Πατρίδα μου» με τη Μαρούλα Γκαμπέση.

Οι πειρατικοί σταθμοί της πόλης μας μετά από μια ρομαντική ραδιοφωνική “πολιορκία” περίπου δέκα χρόνων κατέβασαν τις κεραίες. Μπορεί να σιώπησε η εποχή τους και το ραδιόφωνο να μη διατηρεί πλέον ίχνη από τον ρομαντισμό τους, όμως μέχρι σήμερα, 43 χρόνια μετά την εμφάνιση του πρώτου σταθμού «Μικρός Ερασιτέχνης», εξακολουθούν να θεωρούνται δικαίως οι πρόδρομοι της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και ο πιο έντιμος αντίπαλος της κρατικής ραδιοφωνίας. Γεφύρωσαν την κρατική με την ιδιωτική ραδιοφωνία με “¨όπλο” την ασφυχτικά γεμάτη μουσική ζωή τους. Παρόλο που οι περισσότεροι σταθμοί υπήρξαν θνησιγενής, αποτελούν σήμερα τις μουσικές τεκμηριώσεις του ραδιοφωνικού πολιτισμού της πόλης μας, μαζί με τα πρόσωπα που έκαναν το παραπάνω βήμα και μεταπήδησαν στο δημοτικό ραδιόφωνο και μετέπειτα σε ιδιωτικούς σταθμούς.

Ευχαριστώ από καρδιάς όλους αυτούς που μου διηγήθηκαν τις εφηβικές τους ραδιοφωνικές ανησυχίες. Επίσης, την Ελένη Ψωμαδάκη, την Όλγα Δέλλιου και τον Χρήστο Νατσούλη για τις πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με το δημοτικό ραδιόφωνο.

Ανδρέας Θ. Κυπαρίσσης

Προηγούμενο Άρθρο

Αγωνιστική Δραστηριότητα Τμημάτων Α.Σ. Καστοριάς Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Επόμενο Άρθρο

Θριαμβευτική νίκη του Μπόρις Τζόνσον και του Brexit 362 έδρες για το Συντηρητικό Κόμμα

Τελευταία από Τοπικά Νέα

Τα δρομολόγια των Κινητών Αστ/κών Μονάδων για την επόμενη εβδομάδα στην Π.Ε. Καστοριάς (20-25/1/20)

Δευτέρα (20-01-2020) και ώρες από 15.00 έως 22.00 ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ:Καστοριά-Δισπηλιό-Μαυροχώρι-Πολυκάρπη-Τοιχιό-Μεταμόρφωση-Φωτεινή-Σταυροπόταμος-Μελισσότοπος-Βασιλειάδα-Βέργα-Κλεισούρα-Λιθιά-Κορησός-Αμπελόκηποι- Μηλίτσα-Κωσταράζι-Βογατσικό-Γέρμας-Δισπηλιό-Καστοριά. Τρίτη (21-01-2020)