Ανάμεσα στην Κυριακή των Βαΐων και την Καστοριανή Πασχαλιά (Επιμέλεια Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Στο γιορτινό φύλλο της «Φωνής» (25/4) φιλοξενούμε τέσσερις σπουδαίες μορφές της πόλης μας καθώς η κάθε μια έχει ένα μοναδικό τρόπο να περιγράφει τον ερχομό των Πασχαλιάτικων ημερών, έτσι όπως τις βιώσανε, άλλοτε σαν μικρά παιδιά κι άλλοτε πάλι ως μεγαλύτεροι σε ηλικία. Τα γραπτά τους είναι γεμάτα νοσταλγία…Με το έμφυτο ταλέντο και την αγάπη στο γράψιμο συνδυασμένα με την ευαισθησία , μας προσκαλούν σ΄ ένα πισωγύρισμα στον χρόνο, στην δική τους Καστοριά, με το άρωμα και την αύρα ενός άλλου καιρού, που κουβαλά τη μυρωδιά του φρέσκου παρμακιού, της ανθισμένης Πασχαλιάς, την ολόλευκη μπέτσκα, απαραίτητο σύντροφο των μικρών παιδιών μαζί με το πανηγύρι της Μ. Πέμπτης, την ροδάνη και τα περδικωτά αυγά.

Έχουνε «φύγει» με τα χρόνια τους και οι τέσσερις, μα τα γραπτά τους μένουν, και μας παραδείχνουν  μαζί με τις ανοιξιάτικες ώρες, τον ερχομό της Ανάστασης, κορυφαίας γιορτής για τον χριστιανικό κόσμο, σε ώρες που η γη στο βόρειο ημισφαίριο «ξυπνά» , ανθοφορεί, καρπίζει…

Ιφιγένειας Διδασκάλου- Λαογράφου και ποιήτριας

Βάγια, Βάγια, του Βαγιού

ως την άλλη Κεριακή

τρων μαμά, τρων τσιτσί

τρων και κόκκινο αυγό

«Κάθε τι δικό του και τ΄ αυγό την Πασχαλιά» δεν λέει κι η παροιμίγια; Ανθυμούμαι άμα και τη νιάνια μου που μήλεγε. Στα παλιότερα τα χρόνια, στην Καστοριά, την ημέρα του Βαγιού, λειτουργούσαν δυο εκκλησιές, μια η Μητρόπολη και μια του ΄Αη – Θουμά. ΄Οντας οι άνθρουποι έπαιρναν απού τουν παπά τα βάγια, ανέβαιναν παρέες παρέες ψηλά στου Τσιαρδάκι, πουλλές φουρές καμμιά σαρανταριά –  πενήντα νουμάτοι και μέχρι να τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησιά, τραγουδούσαν το ίδιο τραγούδι: «Βάγια, Βάγια  του Βαγιού…» και βαστούσαν όλοι στα χέρια τους βάγια. Τι όμορφα που ήταν! Τι όμορφα!…

Τη Μεγάλη Δευτέρα, τη Μεγάλη Τρίτη και τη Μεγάλη Τετράδη, ήμουστουν όλο δουλειές κι ανασκιρίσματα στου σπίτι μέσα. Του προυϊ της Μεγάλης Πέφτης κρεμνούσαμε στου παραθύρι, όξου στου δουξάτου μια κόκκινη βελέντζα, απου τη χαρά μας. «Μεγάλη Πέφτη, ου Χριστός ευρέθη», λέμε. Γε τ΄ αυτό. Έστρουνάμε τα καλά στρουσίδια στου σπίτι, έβαφάμε κόκκινα αυγά, τάφιανάμε πέρδικες και πααίναμε την Πασχαλιά στη νουνά και στη νιάνια.

Γε να δένουμε τη μπέτσκα, ανθυμιούμαι, έκλουθάμε με κλουστές λουϊστές σ΄ ένα καρούλι άδειο, που κάρφουνάμε κραφιά, ένα κορδόνι χρουματιστό, που έβγαινε κάτου απού την τρύπα. Και μ΄ αυτό έδενάμε την μπέτσκα και τη βοσκούσαμε στου μπαξέ ώσπου να τη σφάξουμε. Τη μεγάλη Παρασκευή στολίζαμε του προυϊ τον επιτάφιο και τ΄ απόγευμα πάαινάμε και περνούσαμε από κάτω. Του βράδυ πάλε όλος ο κόσμος στουν ΄Αη – Θανάση ήταν σαν να κατέβαινε ου ίδιος ουρανός με τ΄ άστρα του στη γη κάτω. Θάμα!

Πως και πως καρτερούσαμε αμά να ξημερώσει του Μ. Σάββατο γε ναρθεί του χριστός Ανέστη και να φάμε μαγειρίτσα, αυγά και ψητό αρνί. Να ψυχουπιάκουμε, να σαρκουθούμε, που λέμε στην Καστοριά. ΄Ωσπου να φτάκει η ώρα του σπίτι μας μοσχοβολούσε απού του ρουβιθένιο του ψουμί- τότε δεν ήξεράμε τα τσιουρέκια και δεν ήταν της μόδας.

Λουκά Σιάνου – Δασκάλου και Λαογράφου

Τη Μεγάλη Πέμπτη οι Καστοριανές κυράδες, αφού άπλωναν το πρωί από τον ηλιακό ή το παράθυρο του σπιτιού μια κόκκινη βελέντζα, ένα κόκκινο κιλίμι ή ένα κόκκινο ιχράμι (συμβολική παράσταση του θείου δράματος), έβαφαν στη συνέχεια τ΄ αυγά και τοίμαζαν την «πασχαλιά» για τις μανάδες τους και τους κουμπάρους. Σε μια πεντακάθαρη μαλάθα έβαζαν τα «παρμάκια» (πασχαλιάτικα ρουβιθένια ψωμιά-μπουγάτσιες) τη ζάχαρη και τα αυγά και τη σκέπαζαν μ΄ ένα μεταξωτό, χρωματιστό και κλαδωτό μαντίλι . Πολλοί έστελναν για  «κανίσκι» μια μπέτσκα βαμένη με κόκκινες βούλες, που την κρατούσε κάποιος μεγάλος στον ώμο του, πιάνουντάς την από τα ποδιά. Τέτοιο κανίσκι έστελναν και στους γάμους, ο κουμπάρος κι οι πιο στενοί συγγενείς.  (κανίσκι σημαίνει κάνιστρο γεμάτο δώρα. Στην Καστοριά η λέξη ταυτίστηκε με την μπέτσκα που έστελναν το Πάσχα ή  στους γάμους). Στην περίπτωση που ο κουμπάρος που δέχονταν την  «πασχαλιά» πενθούσε, τότε έστελναν σ΄ αυτόν αντί για ζάχαρη μια μικρή ποσότητα καφέ.

Στο σημερινό τραπέζι της Μεγάλης Πέμπτης, όλα τα παλιά Καστοριανά σπίτια, έπρεπε να έχουν και μια πίτα με παραγιουμή σπανάκι. Τέλος την ημέρα αυτή πάρα πολλοί χριστιανοί «κοινωνούσαν» σ΄ όλες τις εκκλησιές που τότε λειτουργούσαν. Και για να επανέλθουμε στις μπέτσκες, όταν επρόκειτο να τις σφάξουν , τότε «κλαυθμός και οδυρμός» καταλάμβανε τα παιδιά, που τόσο είχαν συνδεθεί μ΄  αυτές.

Ντάτης Σκαπέρδα – Γερεουδάκη, Λόγια – ποιήτρια

Καθισμένη στο παραθύρι παρακολουθώ όλες αυτές τις γιορταστικές εκδηλώσεις, και η παιδική καρδιά μου πλημμυρίζει από αγαλλίαση. Σε λίγο θα προσπεράσω πηδώντας τ΄ ασπρισμένα «φρύδια» στις πλάκες της αυλής μας, αγαπημένα σύνορα, στην ακούραστη νοικοκυροσύνη της μητέρας. Θ΄ ανέβω στον καλό τον οντά και μέσα απ΄τη φρουτιέρα θα πάρω λίγα κόκκινα αυγά. Θα τα τσουγκρίσω έξω με τις φιληνάδες μου και πάντα θα βρεθώ με όλα σπασμένα, μειωμένη, ταπεινωμένη στα ειρωνικά τους σχόλια… Με παρηγορεί η Ροδάνη που είναι στημένη κάτω στην αβγατή του Μπαλλή. Γυρίζει- γυρίζει και την παρακολουθώ με το βλέμμα,  τρέμοντας από ανυπομονησία, πότε θα΄ρθει η σειρά μου ν΄ ανέβω. Γύρω της διαλαλούν το εμπόρευμά τους ο κουλουρτζής , ο χαλβατζής, κι εκείνος που πουλά τη ροζ ζάχαρη, τυλιγμένη γύρω απ΄ το κοντάρι, όμοια με ρόδινο σύννεφο. Να΄μαι επιτέλους στη Ροδάνη, κάπως φοβισμένη μα προσποιούμαι τη θαρραλέα, αντιμετωπίζοντας με ξέγνοιαστο χαμόγελο την ειρωνική ματιά ενός παιδικού φίλου. Αφήνομαι στη δίνη της. Ζαλίζομαι, ξεκολλούν τα σπλάχνα μου στο ανέβασμα, μα είναι όλα τόσο όμορφα από ψηλά, που ξεχνώ τη ζάλη. Η λίμνη φαντάζει χρυσαφένια κάτω απ΄τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που δύει, και τα τζάμια των σπιτιών αντανακλούν κατακόκκινες ανταύγειες σαν καθρέφτες. Τι όμορφα που είναι Θεέ μου! Τι γλυκειά η ζάλη! Ανεβαίνω και ξανακατεβαίνω, ώσπου οι δραχμές και τα πενηνταράκια στην τσέπη μου παύουν να κουδουνίζουν. Σουρουπώνει. Είναι καιρός να γυρίσω στο σπίτι. Ξέρω ότι θα είναι κι αύριο Πάσχα και μεθαύριο, τρείς μέρες σωστές.

Γιάννη Μπακάλη – Δημοσιογράφου

Το βράδυ του Μ. Σαββάτου ηχολογούσε όλη η Καστοριά από τις καμπάνες που χτυπούσαν σε κάθε μαχαλά. Δώδεκα ενορίες δώδεκα μαχαλάδες. Και στους 12 ανοίγανε εκκλησίες για την ανάσταση. Με εξαιρετική γιορταστική ομορφιά  έλαμπαν 12 εκκλησιές στην Καστοριά, από τα κεριά και τα κατνήλια, κι ο κόσμος πήγαινε για ν΄ ακούσει το Χριστός Ανέστη, από τα χείλη του παπά της ενορίας του. Το Χριστός Ανέστη που έφερνε στην καρδιά όλων τη χαρά  και στα χείλη τις ομορφότερες ευχές , και που με τα τσουγκρίσματα των αυγών και το «πρόφτασμα» να φάνε εκεί καθένας τ΄αυγό του, γέμιζαν με φλούδες κόκκινες το προαύλιο της εκκλησίας. Οι δρόμοι της Καστοριάς φάνταζαν όμορφα από τα αναμμένα κεριά που κρατούσε ο κόσμος που γύριζε σπίτι, για να φέρει τη χαρά της Ανάστασης και να καπνίσει σταυρωτά τα ανώφλια κάθε πόρτας του σπιτιού και τα δωμάτια. ΄Ετσι δεν θα έχουν και πολλούς κοριούς το καλοκαίρι όπως ήταν η δοξασία του λαού.

Και εστρώνετο το πασχαλινό τραπέζι, χαρά θεού και με αφθονία φαγητών και άρχιζε νύχτα ένα φαγοπότι δυνατό. Το τραπέζι με όλα τα φαγητά και τα ψωμιά και τα κόκκινα αυγά, έπρεπε να μείνει στρωμένο όλες τις ημέρες του Πάσχα… Το Πάσχα περνούσε με εξαιρετικά σεργιάνια και ροδάνες όπου ο κόσμος διασκέδαζε με ζουρνάδες και άργανα… Κόσμος πολύς στις ροδάνες. Το κούνημα με ένα αυγό ή και με χρήματα. Τις βραδιές του Πάσχα άναβαν και μασιαλάδες, δηλαδή πάνω σε καρφωτά μανάλια έκαιγαν δαδιά για να φωτίσουν τη ροδάνη και τον κόσμο. Και μ΄ αυτό άρχιζε ο χορός, τρικούβερτος γύρω στη ροδάνη ή πλάϊ σ΄ αυτήν στο μεγντάνι με τραγούδια και με τους ζουρνάδες και τ΄ άργανα. Χόρευαν γέροι και γριές και νέοι λεβέντες. Και η γενική χαρά άπλωνε παντού εκεί ως αργά το βράδυ ως τα μεσάνυχτα. ΄Ολοι ανοιχτόκαρδοι όλοι χαρούμενοι. Και οι πιο πλούσιοι της γειτονιάς κουβαλούσαν κεράσματα, κρασιά διαλεχτά και ρακιά δυνατά, με μεζέδες, λίγο ψητό, λίγο τυρί κι αυγά.

Ιφιγένειας Διδασκάλου

Τώρα που να καταλάβουμε Πάσχα, φουρτούνες μου που ούντε νηστεία κάνουμε ούτε ξέρουμε γιουρτή και καθημερινή, παρά κάθε μέρα αλλάζουμε φουστάνι;

Ούντε ροδάνες βάνουν στους μαχαλάδες, ούντε λαζαρίνκες είδαν τα μάτια μου. ΄Αφκε πάλε απού νηστεία. Ου Θος να μας σχουρέσι. ΄Αμα δε φάμε μια μέρα κρέας σαν ψουφίμια γένουμέστε και αίμα δεν μας απομνήσκει στα μάγουλα. Τι διάτανο όλα αλλιώτικα γίνκαν τώρα; Σάματι δεν είμεστε ημείς θαρρείς! Γιουρτή, καθημερινή, του ίδιο τόχουμε. Που να καταλάβουμε γε ταύτο Πασχαλιά; Μόνε τα σπίτια μας τηρούμε ν΄ αφήνουμε τέτοιες μέρες και καϊπιώνουμέστε σε κανά χουριό, και χάνουμε την ησυχία μας και τη σειρά μας, έτσι μον και μόνε γε να ειπούμε άμα μας ρουτήσουν: «Που πάϊσέτε, γυιέ μου, ισείς γε τη Πασκαλιά;» Κι ας μετανιουσάμε χίλιες φουρές, κι ας κοιμήθκαμε κακήν κακώς, κι ας πάγουσάμε…

Αυτά που λέτε. Αμα τι να γένει… Την υγειά μας νάχουμε και ντίλμι δεν αστόησάμε τα καναγκιουρίσια τ΄ αντέτια ικείνα τα περασμένα, τα καλά τα χρόνια.

Κάμω τι κάμω γε τα περασμένα κάθουμαι και σας σμπουργιάζω. Γε τα΄ αυτό να με συμπαθάτε.

Αστουχιούνται τέτοια χρόνια;…

Επιμέλεια: Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση