Τέσσερις «μικρές ιστορίες» από την Κατοχή… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Ζυμωμένες με τα συστατικά της ανθρωπιάς, της αξιοπρέπειας, του θάρρους και της καλοσύνης και την αύρα του έρωτα κι όλα αυτά στις μαύρες μέρες της κατοχής, με την πείνα, τα χαλάσματα, όπου ο κόσμος άντεχε, υποφέροντας ,περιμένοντας νάρθουν ώρες φωτεινές.

Οι τέσσερις ιστορίες που ακολουθούν αφιερώνονται στη μνήμη των ανώνυμων πεσόντων…

Η ιστορία του Γιάννη

΄Εφηβος ο Γιάννης Θεοδοσίου, μόλις δεκατεσσάρων χρονών παλληκαράκι, μαζί μ΄ άλλα παιδιά μεγαλώνανε στην περιοχή της ενορίας του Αγίου Γεωργίου…

Σε ώρες κατοχής, όπου ήτανε αδύνατον οι  οικογένειες να εξασφαλίζουν ένα πιάτο φαϊ για το μεγάλωμά τους… φάνηκε η καλωσύνη…

Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι… ακόμη και τις ώρες άκρατου μίσους, πάντα υπάρχει – εκεί που δεν το περιμένει  κανείς- η συμπόνια …

Τα νηστικά παιδιά κι ο Γιάννης, δεχθήκανε τροφή, κονσέρβες, σοκολάτες, λάδι, κι άλλα αγαθά, από τον Ιταλό στρατιώτη Αλμπέρτο, που περίσσευαν από το δικό τους τραπέζι…

Περάσανε πολλά χρόνια από τότε…ο τόπος είχε ξαναβρεί τη λευτεριά του, κι οι δουλειές πηγαίνανε μια χαρά …

Ο Γιάννης εργάζονταν ώρες κι ώρες, να θρέψει και να μεγαλώσει το σπίτι του, γυναίκα και παιδιά…όταν δέχθηκε αναπάντεχα την επίσκεψη του Αλμπέρτο, που ήλθε ως εδώ να τον ξαναδεί…

Αγκαλιαστήκανε και κλάψανε μαζί, φέρνοντας πίσω, όσα περάσανε, εκείνος σαν στρατιώτης , κι ο Γιάννης –  ο έφηβος- που χόρταινε απ΄ όσα τούδινε εκείνος…

Ο Ιταλός ξανάρθε και για δεύτερη φορά στην Καστοριά, προσκαλεσμένος από τον Γιάννη που πάντρευε την κόρη του…

Ο Αλμπέρτο έφερνε και το γαμήλιο δώρο βαστώντας το με καμάρι, μαζί με την ανθρωπιά που δεν του έλειψε τις σκληρές ώρες όπου η αλαζονεία και η τρέλλα των ισχυρών πηγαίνανε πλάϊ- πλάϊ…

Η ιστορία του Μπιγιαμή

Ο Μπιγιαμής ο Καστοριανός εβραίος, με την κατάλευκη πατριαρχική γενειάδα του, επι πολλά χρόνια γύριζε από πλατεία σε πλατεία διαλαλώντας σαν τελάλης τα νέα της δημόσιας ζωής της πόλης μας, μετακινούμενος καθημερινά από την μεγάλη πόρτα (πλατεία Δαβάκη) στο Τσαρσί και κατεβαίνοντας μετά ως το Ντουλτσό… Μερικές φορές , οι γείτονες όταν δεν πρόφταιναν τα νέα, τον καλούσανε στα σπιτικά τους…

Στα χρόνια της κατοχής, πείνασε το ίδιο όπως οι περισσότερες οικογένειες. Μη έχοντας τα απαραίτητα χρήματα, πήρε το παλιό οικογενειακό κειμήλιο – ένα φιλντισένιο ντέφι- που είχανε φέρει οι δικοί του , διωγμένοι αιώνες πριν από την Ισπανία…

Χτύπησε την πόρτα του Εκρέμ Φασλή Μπέη, του μοναδικού Τούρκου που είχε απομείνει μαζί με την αδελφή του Καημέτ, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, τότε μετά τη Μικρασία, και τούδωσε το ντέφι… για ενέχυρο.

Ο Τσιφλικάς Εκρέμ Φασλή Μπέης τοίμασε τα γεννήματα (σιτάρι, αλεύρι και άλλα) και τούπε να πάρει πίσω το ντέφι.

  • Ας τελειώσει πρώτα το κακό του είπε κι ύστερα έρχεσαι να μου φέρνεις τον παρά… Θα περιμένω. Τόσα χρόνια γνωριζόμαστε…

Ο Μπιγιαμής όμως περήφανος και αξιοπρεπής όπως ήταν , άφησε το ντέφι.

Κι ήρθαν οι σκοτεινές ώρες, το μαύρο χιόνι,οι Ες Ες κι ο Μπιγιαμής ακολούθησε τη μοίρα των δικών του, ταξιδεύοντας με τα τραίνα του θανάτου… στα βόρεια… και τα στρατόπεδα, μαζί μ΄ άλλα χίλια περίπου άτομα από την Εβραϊκή κοινότητα της Καστοριάς… που αρπάχτηκαν και χάθηκαν και γύρισαν μόνο οι 35.

Το ντέφι παραμένει στους απογόνους Καστοριανής οικογένειας.

Η μητέρα της οικογένειας, εκείνα τα σκληρά χρόνια, μικρό κοριτσάκι , ορφανό, υιοθετήθηκε από τα δυο αδέλφια, να τους φροντίζει όσο θα ζούσαν στα γεράματά τους, με την έγκριση της αρμόδιας επιτροπής και της Μητρόπολης.

Ο Μπιρντανός

Ζητιάνος κατάντησε  όταν επέστρεψε στην πόλη των δικών του, τρανεμένος απο μικρό παιδί στην γερμανική μεγαλούπολη Λειψία, ο Μπιρντανός. Η οικογένειά του ήταν απο τις ξεχωριστές της εκεί ελληνικής κοινότητας , στο εμπόριο της γούνας για πολλά χρόνια. Απο μικρός έζησε σ΄ ένα περιβάλλον άνετο, πλούσιο, φροντισμένο και έφαγε όπως συχνά λέμε «με χρυσά πηρούνια και κουτάλια» , μαθαίνοντας εκτός απο τα γερμανικά και τα ελληνικά , γαλλικά και αγγλικά.

΄Ηρθαν όμως ώρες πικρές, η πατρική επιχείρηση πτώχευσε, χάθηκαν όλα με μιας και έτσι ο νεαρός επέστρεψε πάμφτωχος στην πατρίδα των δικών του, κι απο τότε γύριζε, περιπλανώμενος απο μεριά σε μεριά, ζητιανεύοντας, ξεπουλώντας ότι είχε και δεν είχε, κυνηγώντας γκουστάγκες με το δίκανο… ‘ Ηρθαν μετά τα πικρά χρόνια της κατοχής. Μια μέρα που ο Μπιρντανός έτυχε να βρίσκεται στο Τσαρσί κοντά στο βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου του Κασνίτση ένα γερμανικό αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά του… Ο επικεφαλής αξιωματικός θέλοντας προφανώς να μάθει κάτι για την πόλη, μη βρίσκοντας άλλον, ρώτησε τον κουρελιάρη Μπιρντανό.

– Βας ιστ Ντας; (τι είναι αυτό;)

Κατάπληκτος άκουγε τον ζητιάνο να του μιλά στα γερμανικά, να του εξηγεί το βυζαντινό παρελθόν της και να αναφέρεται και σε άλλες παμπάλαιες εκκλησίες. Ο αξιωματικός αυτός αργότερα του ζήτησε να γίνει διερμηνέας. ΄Οπως όμως θυμούνται οι παλιοί συμπολίτες ο Μπιρντανός αρνήθηκε εκτός απο κάποιες φορές που τον υποχρέωναν οι κατακτητές να τους ακολουθήσει δια της βίας.

΄Εζησε για πολλά χρόνια σε μια μικρή σπηλιά  που βρίσκεται δίπλα στο ξωκκλήσι του Αγ. Νικολάου, λίγο πριν φθάσουμε στη Μαυριώτισσα, καθώς και στο σπιτάκι των ψαράδων παραδίπλα, τις παγωμένες χειμωνιάτικες νύχτες.

΄Εζησε ως πλάνητας για αρκετά χρόνια, έως ότου ήρθε η ώρα του…

Η ταφή του γίνηκε με δαπάνες του δημοσίου.

Τα κορίτσια που αγαπήσανε σε ώρες μίσους

Πόσο ακατανόητο και σκληρό ακούγεται ύστερα απο 70 και πλέον χρόνια, το να στέκεται κανείς σαν στυγνός δικαστής, απέναντι στα άτυχα, λιγοστά εκείνα κορίτσια του χτές – τις κοπέλες των κατοχικών καιρών, εκείνα που ο έρωτας διάλεξε κι «έκαψε» την καρδιά τους… μαζί με τη μικρή κοινωνία της πόλης που τ΄ αρνήθηκε… επειδή αγαπήσανε αυτά, με την αθωότητα της νιότης, τον Τζιοβάνι, τον Αλμπέρτο, τον Φρίτς και τον Χάνς, που βρέθηκαν και κείνοι μεσ΄  στην απρόσμενη εποχή και το πολεμικό σκηνικό, βαστώντας το λάβαρο της αγάπης…

Κορίτσια που ανθίζανε μεσ΄ στην αντάρα, κατάμονα πλάσματα, που ονειρεύονταν πως κάποια μέρα θα έφθανε επιτέλους ο γεναίος, ο πλούσιος, ο ωραίος πρίγκηπας που θα τις γλύτωνε απο την άχαρη και παγερή ζωή τους. Κορίτσια που έπλαθαν όνειρα για τον άγνωστο που θα τις έκλεβε κάποιο βράδυ, περιμένοντάς τον πίσω απο τα θολά τζάμια, με τα πλεχτά κουρτινάκια, να τους προσφέρει τη λαμπρή ζωή που λαχταρούσαν. Τις ώρες όμως της συμφοράς… η τρυφερή αυτή γεννιά των κοριτσιών, τιμωρήθηκε όπως ήταν αναμενόμενο, φυσικό και γραμμένο σύμφωνα με τους γραμμένους και τους άγραφους νόμους…

Μια κηλίδα ντροπής έμεινε πάνω στο πέτο για την κάθε μια τους, που λέκιασε και σημάδεψε την μετέπειτα ζωή τους… Τι κι αν ο Κάρλο Ντε Μάρκ, ο Γιόχαν, ο Χάνς, ήτανε καλά παιδιά, κι άσχετα με το φασισμό…

Μα ήταν αρκετό τότε, να πέσει το μεγάλο βάρος στα κορίτσια αυτά, μεσ΄ στην αντάρα και τη νιότη που αντιστεκόταν στο μίσος και τόσο παράταιρο με την άνοιξή τους… Κορίτσια που γράφουν μεσ΄ στα λευκώματα, διαλέγοντας ψευδώνυμα…

Ποια νάταν άραγε η «Ανέραστος ψυχή» , κι η  «Θλιβερά καρδιά», κι η τολμηρή που υπέγραφε με το ψευδώνυμο «σεσημασμένη»;…

Γίνανε κορίτσια του περιθωρίου και της περιφρόνησης, κοπέλες που κινούνταν σαν σκιές ανάμεσα στ΄  αγριεμένο πλήθος, πενθώντας την άτυχη αγάπη και τα πικρά τους νειάτα… που άδικα περιμένανε πίσω απο το θολό τζάμι να φανεί ο άγνωστος και πάλι, να τις σώσει απο τη ντροπή ,κι απ΄ την όλο καταφρόνια ζωή που σκυφτές ακολουθούσαν…κοιτώντας τη βροχή να πέφτει στην αυλή, στο δρόμο ,παντού και στο σωρό των φύλλων που σωριάζονταν ολόγυρα μαζί με τα μαραμένα και απραγματοποίητα όνειρά τους. Κι ακόμη πλανιέται στον αέρα η θύμησή τους κι η αύρα του έρωτα… που τα οδήγησε άθελα σε μια τιμωρία απο το μέρος των πολλών , να ζήσουνε τα υπόλοιπα χρόνια τους, ασυγχώρετα…

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση