Τσαρσί και τσαρσινοί του χθές (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Οι δυο κεντρικοί δρόμοι της Καστοριάς, Μητροπόλεως και Αγίου Αθανασίου, θεωρούνται οι πρώτοι που σχεδιάστηκαν στην πόλη από παλιά.

Σημαντική περιοχή στα χρόνια της Οθωμανικής κατοχής, όταν οι τελάληδες – οι κήρυκες – δια φωνής ενημέρωναν στις πλατείες και τα ξερόχια, στεκόμενοι στα μέρη αυτά, ανακοινώνοντας στους περίοικους τα κοινά ζητήματα και τα νέα του τόπου.

Στους στίχους των Καστοριανών παραδοσιακών καλάντων φαίνεται καλύτερα αυτό…

‘‘ Έβαλαν και διαλάλησαν

σε τρεις μεριές του κάστρου

βρε στο Τσαρσί, βρε στο Ντουλτσό,

βρε στη μεγάλη πόρτα’’ (περιοχή πλ. Δαβάκη).

Σ΄ άλλα δυο τοπικά παραδοσιακά τραγούδια, αναφέρεται το Τσαρσί, ‘η αγορά’ στα τούρκικα:

α) ‘η Εβραιοπούλα’

β) ‘κατέβαιναν οι Τσιαρσινοί’.

Σ’ αυτή τη μεριά της πόλης, περιοχή όπου βρίσκεται ο ναός της Αγίας Παρασκευής, ζούσαν οι ακρίτες Τσιαρσινοί, όπως μας θυμίζει ο λαογράφος Λούδης Σαχίνης, οι οποίοι κατά τη μακραίωνη περίοδο της τουρκοκρατίας, κράτησαν μια στάση αντίστασης, λόγω της γειτνίασης που είχαν τα σπίτια τους με τους τουρκικούς μαχαλάδες.

Ακόμη, ο λαογράφος αναφέρει πως οι γυναίκες της συνοικίας ήταν ‘αμπαμπίλουτες’ (κακονοικοκυρές) κι αυτό οφείλονταν στο ότι η γειτονιά τους είχε πολλή κίνηση και σεργιάνι…έτσι που δεν είχαν καιρό ούτε να μπαλωθούν…

Με τον ερχομό των Εβραίων εδώ, αρχές του 16ου αιώνα, οι Τσιαρσινοί τους πούλησαν ένα μέρος της γης τους για να φτιάξουν και εκείνοι τη δική τους συνοικία.

Όσο ήταν οι Τούρκοι στην εξουσία, υπήρχαν προστριβές ανάμεσα σε Τσιαρσινούς και κατακτητές. Όταν το κανονάκι τους, που βρισκόταν ψηλά στο Βαρόσι (περιοχή σημερινής Καλλιθέας), σήμαινε τον τερματισμό της νηστείας στη διάρκεια του ραμαζανιού, οι χριστιανοί της συνοικίας Τσιαρσί φώναζαν δυνατά…

τό ’χαψαν…

και με την απελευθέρωση του 1912, έλεγαν

τό ’χασαν… (εννοώντας το βασίλειο)

Ο κεντρικός δρόμος στο Τσαρσί ήταν τότε στρωμένος με καλντερίμι, είχε δεξιά κι αριστερά πολλά μικρομάγαζα…σαν να λέμε πως ένα εμπορικό κέντρο υπήρχε, που λειτουργούσε καθημερινά…εκτός Σαββάτου. Την ημέρα εκείνη είχαν αργία. Το Τσαρσί έμοιαζε με ερημικό δρόμο…όλα τα καταστήματα ήταν κλειστά. Ο συμπολίτης μας Μηνάς Παπακυρίλλου, γιατρός και συγγραφέας, γράφει στη ‘φωνή’ της Καστοριάς:

‘‘Οι Εβραίοι δεν ήθελαν να χαλάσουν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Δεν άναβαν…ακόμη και τις γκαζόλαμπες. Πηγαίναμε μικρά παιδιά, τρεις-τρεις, οι δυο μπαίναμε στο σπίτι ν’ ανάψουμε τη λάμπα κι ο τρίτος φύλαγε πότε θα βγούμε, κι αν αργούσαμε φώναζε τον κόσμο. Υπήρχε ο φόβος ότι θα μας πιάσουν και θα μας βάλουν σε μια κούνια με βελόνια για να πάρουν αίμα και να κάνουν τα’ άζυμά τους’’.

Τα χριστιανόπουλα της εποχής του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, ήταν τακτικοί πελάτες των εβραίικων μικρομάγαζων κι έκαμναν ανταλλαγές σε είδος, όπως μας θυμίζει η λαογράφος Ιφιγένεια Διδασκάλου, η οποία περιγράφει τα Σάββατα στο Τσαρσί, παρακολουθώντας το αλισφερίσι…να δίνουν τα καϊσοκόκκαλα (που άρεζαν πολύ στους Εβραίους), ιδιαίτερα εκείνα που είχαν πικρή γεύση και να παίρνουν απ’ εκείνους χάντρες. Λίγες χάντρες στη χούφτα τους  κι ένιωθαν χαρούμενα… χρυσές από τον Σαλαμώτση, πράσινες από τη Σιμπχά, κιουσελίδικες, πολυγωνικές από την Μπόινα.

Οι Εβραίισσες ήταν ιδιαίτερα δουλευταρούδες κι έπλεκαν καταπληκτικές δαντέλες…το λέει και το παρακάτω πεντάστιχο…

‘‘Η Σιόλτση και η Γούδαινα κι η τσιούπω του Ισκάκη

πλέκουν γαϊτάνια όμορφα με κεντητά χρυσάφια

που στου Τσαρσιού τα μαγαζιά στολίζουνε τα ράφια

και τικ και τακ ακούγονται όλα τα κοπανέλια

και το γαϊτάνι πλέκεται με τέχνη στην εντέλεια’’.

Γεννημένη στο Τσαρσί, η Μπέρρυ Κασούτο Ναχμία γράφει στο βιβλίο της ‘Κραυγή για το αύριο’ για το κλασσικό γυμνάσιο που πρωτολειτούργησε το 1915 στο Τσαρσί: ‘‘Στο γυμνάσιο μόλις μπήκα, εγκατέλειψα τελείως τα εβραίικά μου…άλλαξα, ή μάλλον πήρα κι άλλους προγόνους επάνω μου. Γιατί όχι; Κι αυτή τη φορά ήταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι: Σωκράτης, Πλάτωνας, Σοφοκλής, Θουκυδίδης, Όμηρος…’’ (Το γυμνάσιο δεν υπάρχει πια…ανέραστες ψυχές το γκρεμίσανε στα 1970. Απέμειναν μόνον οι αναμνηστικές φωτογραφίες του μαθητόκοσμου και τα τελευταία λόγια του Σωκράτη… ‘φροντίστε για την ψυχή σας’ στον πίνακα που σώθηκε και υπάρχει στο πρώτο γυμνάσιο.)

Αργότερα, η συμπολίτισσά μας Τασίτσα Βαλαλά-Σεκουλίδη έγραφε για το Τσαρσί σαν νεαρή ανταποκρίτρια, περιγράφοντας κι αναφέροντας ένα-ένα τα εμπορικά και τα ονόματα των εμπόρων. Από τα εικοσιπέντε, ας θυμηθούμε τα πέντε:

Ιακώβ Ρούσσο – ζαχαροπλάστης

Βενιαμίν Κονφίνο – υφάσματα

Ισαάκ Μιραλάη – υφάσματα

αδελφοί Τσιαπάρτση – παντοπωλείο

Ιακώβ Ελιάου – ραπτομηχανές

Μας θυμίζει επίσης τον τελάλη της γερμανικής κατοχικής περιόδου, τον Μπιγιαμή, ένα σεβάσμιο πρόσωπο, με μακριά λευκή γενειάδα.

Ο συμπολίτης μας, Πάνος Τσολάκης, καθηγητής του Α.Π.Θ., στο έργο του ‘Η εβραϊκή συνοικία της Καστοριάς’ αναφέρει μεταξύ άλλων πως στην οδό Μητροπόλεως υπάρχουν σήμερα δυο σπίτια, του Βενιαμίν Κονφίνο και του Γιάκο Ελιάου.

Μικρό παιδί ήταν ο συμπολίτης μας Γιάγκος Κουκούλης. Μέσα από τα γραφόμενα που άφησε, μας θυμίζει το πέρασμα του μαθητόκοσμου από το Τσαρσί, στις 23 Δεκεμβρίου, όταν βγαίνανε με το σχολείο να τραγουδήσουνε τα τοπικά κόλιεντα, βαστώντας το σπήλαιο με τη φάτνη και περνώντας με μεγαλοπρέπεια και κεριά αναμμένα από το δρόμο αυτό, που σημάδεψε τη ζωή της περιόδου 1930-1939.

Κατά την άποψή του υπήρχε μια υπόγεια σήραγγα, μεταξύ Παλλάδιου και πλατείας Ομονοίας, κρύπτη, υπόγεια στοά διαφυγής σε παλιότερους καιρούς.

Το άρωμά τους αφήσανε κι οι πρώτοι Καστοριανοί μετανάστες από τις Η.Π.Α. Όταν επέστρεφαν για κάνα φεγγάρι στην πατρίδα -μεταξύ σοβαρού κι αστείου- ονόμαζαν την περιοχή up town και την κάτω μεριά της πόλης down town.

Από το δρόμο αυτό, τις προπολεμικές και μεταπολεμικές Παρασκευές περνούσαν τα πρώτα αυτοκίνητα – φορτηγά κυρίως – φορτωμένα με τις προίκες των κοριτσιών, κορνάροντας δυνατά, να βγουν όλοι έξω σε πόρτες και μπαλκόνια, να πετάξουν ρύζι και να ευχηθούν.

Δεκατέσσερις βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες συναντά κανείς στα παρασόκακα της οδού Μητροπόλεως-Τσαρσί. Αϊ-Νικόλας του Μαγαλειού, Άγιος Αλόπιος, Αϊ-Δημήτρης, Παναγιά εν. Οικονόμου, Αγία Παρασκευή, Εισοδίων κάτω από το βαρύ όγκο του επιμελητηρίου, οι Ταξιάρχες του γυμνασίου, η Παναγιά η Κουμπελίδικη, ο Αι-Γιάννης ο πρόδρομος, ο ναός του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη, οι Άγιοι Τρεις, οι Ταξιάρχες της Μητροπόλεως, ο Μητροπολιτικός ναός κι ο Αϊ-Θανάσης.

Αναρίθμητοι οι λάτρεις του θρησκευτικού τουρισμού και πολιτισμού που φθάσανε για να θαυμάσουν από κοντά τις βυζαντινές εκκλησίες, τα εξαίσια κληρονομήματα, που αφιέρωσαν αξιωματούχοι, αριστοκράτες, έμποροι, ταπεινοί δούλοι του θεού διά την ψυχικήν αυτών σωτηρίαν.

Στη δεκαετία 1950-1960 μεσουρανούσαν τα μεγάλα καφενεία που λειτουργούσαν και σαν κέντρα διασκέδασης σε αρραβώνες, γάμους, οικογενειακά γλέντια και χοροεσπερίδες, Βυζάντιον. Αίγλη, Παλλάδιον -το στέκι των γραφιάδων, των μορφωμένων, των σκεπτόμενων δημοτών.

Ό,τι σημαντικό συνέβαινε στην πόλη συνδέθηκε με το χώρο αυτό των καφενείων, όπου κι οι ποδοσφαιρικές ομάδες Ατρόμητος, Ορεστιάδα και Άρης διοργάνωναν τα δικά τους ανταμώματα με τους πιστούς οπαδούς, φίλους και μέλη των σωματείων τους.

Πέρασμα από το Τσαρσί αρχές του ΄60 και σαν είσαι παιδί ή καθώς μεγαλώνεις, ξεκινάς κι ερευνάς,  μελετάς το μικρόκοσμό σου…και ’μεις σαν μικροί εξερευνητές, μέναμε έκθαμβοι μπρος στη βιτρίνα του κουρείου του Ν. Πιστικού, με τη φωτισμένη εκκλησία της Κουμπελίδικης, βγαλμένη από τα χέρια του αυτοδίδακτου καλλιτέχνη, τον οποίο ο γνωστός πανεπιστημιακός καθηγητής Ν. Μουτσόπουλος τον αποκαλούσε ‘μεγάλο θηρίο’, λόγω του ταλέντου, της ακρίβειας, της λεπτομέρειας και του τρόπου με τον οποίο δημιουργούσε πιστά τις μινιατούρες των αρχοντικών και των βυζαντινών ναών.

Τσαρσί, κάποτε πριν χρόνια…

Ένα πέρασμα από εκεί κατά το σούρουπο κι άκουγες τις ‘χρυσές φωνές’ των κοριτσιών και των παλικαριών -χορωδών- που πρόβαραν μαζί με τον ‘ακριβό μας’ μαέστρο Βασίλη Δόικο, τα τραγούδια της παράδοσης, για την επόμενη εμφάνιση στο κοινό. Απέναντι σχεδόν, η παλιά βιβλιοθήκη…με τους λιγοστούς μεν, αλλά…πιστούς της φίλους.

Όσο λειτουργούσε εκεί το παλιό δημαρχείο, περιμέναμε την 11η Νοεμβρίου να κεραστούμε το μπισκοτολούκουμο της ημέρας.

Τσαρσί…κι ένα μέρος της παιδικής του ηλικίας πέρασε εδώ, τα ματωμένα χρόνια κατοχής και εμφυλίου, ο παγκοσμίως διάσημος ζωγράφος, Λουκάς Σαμαράς…Ο σπουδαίος δάσκαλος Χρυσός Καραγκούνης έζησε ένα κομμάτι ζωής εδώ, αρχές του 20ου αιώνα…ο πρώτος περιβαλλοντολόγος μαζί με το συνάδελφό του Αθανάσιο Κοσμά.

Τα σπίτια αυτά όπου μένανε κάποτε, υπάρχουν και κατοικούνται.

Αυτά κι άλλα πολλά μπορεί ο καθένας από εμάς ν’ αναπολήσει από τη συνοικία αυτή σε βάθος χρόνου. Ναι, υπάρχουν τα ξεχωριστά, τα ιδιαίτερα ‘ακριβά’ δώρα φυλαγμένα κι αποθηκευμένα στο κουτί των αναμνήσεων, μαζί μ’ άλλα πολλά ακόμη ενθύμια…κι όσο περνά ο καιρός τα αναμοχλεύει κανείς που και που, όπως απόψε που συμμετέχουμε στο ξεκίνημα του συλλόγου ΤΟ ΤΣΑΡΣΙ.

Στα μετέπειτα χρόνια, η διαμόρφωση της πλατείας ΟΜΟΝΟΙΑ έπαιξε το δικό της ρόλο στην κοινωνική ζωή των περιοίκων κι όλων των δημοτών.

Η 20η Ιουλίου -η γιορτή των γουναράδων- έδινε αφορμή να γιορτάζουν κοντά-κοντά εργάτες και εργοδότες.

Μες στη δεκαετία ’50-’60 καθιερώθηκε η παρέλαση των μεταμφιεσμένων, τη γιορτή της Αγίας Δομινίκης, ‘Παταρίτσας’ για την τοπική παράδοση. Ο δρόμος Τσαρσί – Μητροπόλεως για ένα τριήμερο φέρνει τη χαρά και την ελπίδα στις πολύχρωμες στρακές των Καστοριανών, που φορούν τα ρούχα, που οι Ραγκουτσάρηδες εμπνέονται τη στιγμή κάθε φορά και την ελπίδα που τους συντροφεύει. Μετά τα Θεοφάνια το φως της μέρας διαρκώς αυξάνεται κι είναι η ώρα που οι καλλικαντζαραίοι δε θ’ αντέξουν την αγιαστούρα του παπά…είναι η ώρα που χώνονται ξανά στα έγκατα της γης, υπολογίζοντας πως δε θ’ αργήσει η μέρα που θα κατορθώσουνε επιτέλους να κόψουνε από ρίζα τον κορμό του δένδρου που κρατά τη γη στέρεη.

Ευτυχώς τα σχέδιά τους αποτυγχάνουν, καθώς το δωδεκαήμερο τελειώνει…διότι το διάστημα εκείνο το δένδρο ‘θρέφει’ και φτου κι απ’ την αρχή για να το πριονίσουν…όπως το θέλει το παλιό μακεδονικό παραμύθι.

Ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά για το δρόμο και τη συνοικία που σημάδεψαν τον τόπο, θαρρεί κανείς πως μυρίζει το σπάνιο άρωμα που αναδύεται από την παλιά του εικόνα…μισό αιώνα πριν, όταν έσφυζε από κίνηση κι οι πελάτες μπαινόβγαιναν στον Τσακαλίδη, στον Πασσιά, στο Ρουβά αργότερα, ψωνίζοντας τα καλά και εγγυημένα προϊόντα.

Για τα μικρά παιδιά υπήρχε πάντα ο Τζίμης και τα φθηνά του δώρα, καθώς και τα περιοδικά εποχής, Γκαούρ Ταρζάν, Μικρός ήρωας, Σούπερμαν, που τ’ αγοράζαμε από δεύτερο χέρι, μισοτιμής.

Όταν βράδιαζε τα Σαββατοκύριακα, κλείνανε τα πάντα, ο κυρ – Τάκος μάζευε τα καρότσια του κι ο κουρέας ο Στιβαχτής γύριζε στο σπιτικό του…

Λίγο πιο κάτω, το παπλωματάδικο του κυρ – Σταύρου με τις ωραίες του μπάντες, έκαμνε το διήμερό του διάλειμμα. Νύχτωνε κι ήταν η ώρα της ταβέρνας ‘Τα λουκάνικα’, που υποδεχόταν τον κόσμο στα καλά του και να καλοπεράσει το βράδυ στο χώρο της.

Ο δρόμος είναι δίπλα μας, η ζωή του κυλάει μεταξύ αρχαιότητας κι ορθοδοξίας σε ώρες γιορτινές και τις δύσκολες ώρες της καθημερινότητας…Τα καλοκαιριάτικα βράδια αποκτά ζωή και παλμό, νέες εκδηλώσεις στήνονται, ένα άρωμα γνώριμο σκορπάει, φτιαγμένο με τις παλιές συνταγές. Είναι νωπές ακόμη οι εντυπώσεις από τη βόλτα στο Τσαρσί, στην οδό Μητροπόλεως…για 25-30 χρόνια περίπου φιλοξένησε τα Σαββατοκύριακα το νεαρόκοσμο, προσφέροντάς του σαν κέρασμα το πήγαινε-έλα στη βόλτα. Βόλτα στο Τσαρσί…κι ο καθένας κι η καθεμιά, αναλόγως, εκτιμούσε τη συνήθεια αυτή…

Ανάγκη; διέξοδος απ’ την κλειστή ρουτινιάρικη ζωή; γιά περίπατος των καταδίκων;

Τα χρόνια περάσανε, διαβήκανε, μπήκε τελεία και παύλα, η βόλτα έσβησε…ενώ αργά-αργά τα ζαχαροπλαστεία Συνάτικα, Τζουράκη, Μυλωνά, Βλάσση, Βασιλείου, μαζί μ’ άλλα πολλά καταστήματα…γίνανε ανάμνηση.

Το Τσιαρσί ζει τώρα σ’ άλλους ρυθμούς. Η up town των μεταναστών περνά μια περίοδο μαρασμού, όταν στην κάτω πόλη – down town προωθήθηκαν μελέτες και σχεδιασμοί για την ανάπτυξή της.

Ο δρόμος αυτός ξανανιώνει με τις χαρούμενες παρέες και τις λαϊκές μπάντες που δίνουν ραντεβού μες στο εορταστικό τριήμερο 6-7-8 Ιανουαρίου. Ποιος όμως από τους ‘μάρτυρες’ της εποχής που πέρασε μπορεί να ξεχάσει τη ζωντάνια του; Τις εκλεκτές κινηματογραφικές ταινίες που παρακολουθούσαμε στο REX, στον Ορφέα, στο Παλλάς, στο Παλλάδιον και το Ολύμπιον, που άντεξε και παραμένει στην ίδια θέση;

Ο δρόμος ερημώνει κάθε σούρουπο…

Ο δρόμος ‘ζεσταίνεται’ τη βραδιά της μεγάλης μπουμπούνας της αποκριάς, με χαλβά και χάσκαρη…

Ο δρόμος ξανανιώνει με τις χαρούμενες παρέες-μπουλούκια στο τριήμερο ‘Ραγκουτσάρια’…

Σαν βραδιάζει τη Μεγάλη Παρασκευή, ο δρόμος πενθεί στο αντάμωμα των επιταφίων, αφήνοντας ανάμεσα σ’ ουρανό και γη, μετέωρο το μήνυμα της Ανάστασης…

Μια συντροφιά νέων ανθρώπων αντλεί δύναμη κι απόψε, 25/11/’12, καλεί τους φίλους και τα μέλη του να συμπαρασταθούν στο ξεκίνημα του συλλόγου ΤΟ ΤΣΑΡΣΙ.

Οι σύλλογοι είναι το μεγάλο και καθαρό μάτι της κάθε γειτονιάς. Βλέπουνε όσα δεν μπορούν να δουν οι κοινοί οφθαλμοί.

Σαν ακρίτες και συνεχιστές κι αντιστεκόμενοι στη στασιμότητα, με την ξεχωριστή κληρονομημένη ταυτότητα, να τους ευχηθούμε η πορεία τους στα κοινά να τους οδηγήσει σε νέες ιδέες, δράσεις, να δώσει πνοή στα οράματά τους… και να συμβάλλουν παντιοτρόπως στην πρόοδο της γειτονιάς, καλώντας τα μέλη τους, τους άρχοντες του τόπου και τον εμπορικό κόσμο σ’ έναν κοινό αγώνα, για την ανάδειξη του μαχαλά τους, κοντά σε τόσο σημαντικά ιστορικά μνημεία.

Κανείς δεν μπορεί ν’ αλλάξει το παρελθόν…

όμως έχει πολλά να διδαχθεί,

για να βοηθήσει στο παρόν και το μέλλον

που έρχεται τόσο γρήγορα………

Η φωτογραφία από το φωτογραφικό λεύκωμα του Παναγιώτη Εφόπουλου “Η ΚΑΣΤΟΡΙΑ 1949 – 1971”

Προηγούμενο Άρθρο

Δολοφονία Αλκη Καμπανού: Παρέμβαση του Αρείου Πάγου για δραστική αντιμετώπιση των εγκλημάτων

Επόμενο Άρθρο

“Οι λιχουδιές της Όλγας”: Δείτε το σημερινό μενού 05/02

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ