Το ξεσπείρισμα του καλαμποκιού (Από το βιβλίο της Ιφιγένειας Διδασκάλου: «Καστοριά ,πατρίδα μου» – επιμέλεια Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

Φθινοπωριάτικα στη Λεύκη Καστοριάς σταματούσαν οι δουλειές έξω στα χωράφια, αλλά μέσα στο σπίτι απόμενε να γίνουν πολλά ακόμα. Μέρος από το αλωνισμένο σιτάρι γέμιζε το αμπάρι του σπιτιού και τ΄ άλλο μεταφέρονταν με τα τσουβάλια στο μύλο του χωριού κι αλέθονταν για το ψωμί της οικογένειας.

 Το καλαμπόκι όμως που ήταν σωριασμένο στο αλώνι και στην αυλή του σπιτιού, τόσο για να αλεσθεί, όσο και για να πουληθεί στον έμπορο έπρεπε πρώτα να ξεσπειρισθεί από τις κουκουνάρες, να γίνει σπειρί, σπειρί.

Για τη δουλειά αυτή κάθε νοικοκύρης προσκαλούσε καμμιά δεκαριά ή περισσότερα κορίτσια συγγενικά και της γειτονιάς κι αυτά χωρίς αμοιβή βοηθούσαν στο ξεσπείρισμα. Η αλληλοβοήθεια και η συνεργασία είναι ένα από τα παλιά και ωραία έθιμα του χωριού. Και δεν είναι μονάχα της Λεύκης έθιμο και αρετή η αλληλοβοήθεια, αλλά και πολλών άλλων χωριών μας. Οι Επανομίτες λ.χ. βοηθιούνται αναμεταξύ τους, τόσο στη σπορά, στο τσάπισμα των καλαμποκιών και των αμπελιών, στο θερισμό, στον τρύγο και στο κούρεμα των προβάτων, όσο και στο χτίσιμο νέου σπιτιού. Μάλιστα εξακολουθεί να συνηθίζεται και η «μεσιακή» καλλιέργεια των χωραφιών. Δηλαδή η συντροφική δουλειά μεταξύ των δύο γεωργικών οικογενειών, οπότε μισά μισά κατόπι μοιράζονται την είσπραξη. Με την «αλληλοβοήθεια» -όπως την λεν οι Βελβεντινοί- απόχτησαν κάπου 150 οικογένειες στο Βελβεντό σπίτια στα 1952 χωρίς αυτές νάχουν να διαθέσουν ούτε μια δραχμή.

Συντροφιά λοιπόν τα κορίτσια της Λεύκης κάθονταν ολόγυρα  στ΄ αλώνι, έπαιρναν δυο δυο «γκουγκούτσκες» – κουκουνάρες καλαμποκιού- στα χέρια, τις έτριβαν με δύναμη και ύστερα ένα ένα σπειρί καλαμποκιού έπεφτε και απόμενε το κοτσάνι. Η δουλειά κρατούσε ημέρες πολλές και τα κορίτσια άλλοτε δούλευαν από τη χαραή μέχρι τη δύση του ήλιου, οπότε ο νοικοκύρης έστρωνε τραπέζι το μεσημέρι και τα φίλευε με αυγά  , πίττα, τυρί και κρέας, κι άλλοτε μόνο τα βράδια- στα νυχτέρια όπως λεν- οπότε άναβαν φωτιές για να ζεσταίνονται και να φωτίζονται.

Πολύ γραφικά ήταν τα νυχτέρια εκείνα των κοριτσιών στις γειτονιές του χωριού. Τσακ- τσουκ, χτυπούσαν τις «γκουγκούτσκες» του καλαμποκιού κι όλο μιλούσαν, γελούσαν, αστειεύονταν και τραγουδούσαν, για να ελαφρώνουν τον κόπο της δουλειάς. Ευκαιρία έβρισκαν τέτοιες ώρες και τα παλληκάρια του χωριού. Γυρόφερναν όλη την ώρα στ΄ αλώνια για να καμαρώνουν τις δροσερές κοπέλες , μα και για να πάρουν ή να δώσουν μια κρυφή ματιά, να πουν ή ν΄ ακούσουν ένα λόγο αγάπης.

Τα παλιά χρόνια κι ο άρχοντας της Καστοριάς Βασίλης Μαυρουδής με τα πολλά τσιφλίκια, για τις «γκουγκούτσκες» του καλαμποκιού, που γέμιζαν τις αυλές του σπιτιού του, το χαγιάτι και τους οντάδες- ένα μπόι σε ύψος- πάνω από εικοσαριά «τσιούπες» προσκαλούσε μήνα Σεπτέμβρη. Τις φίλευε με πίττες και καλά φαγιά κι αυτές από τη «χαραή» ώσπου κρύβονταν ο ήλιος πίσω από το βουνό, κάθονταν καταγής στο δοξάτο και στην αυλή και ξεσπείριζαν το καλαμπόκι. Κάθε μέρα η Βασίλενα έπρεπε να βράσει στον τέντζερη καλαμπόκι και να τις κεράσει όλες με μπόλικη ζάχαρη πασπαλισμένο , με κανέλλα και καρύδια κοπανισμένα. Αυτό ήταν το γλύκισμα της ημέρας. Γιορτή θαρρείς είχε το σπίτι τις ημέρες εκείνες με την παρουσία των κοριτσιών, που δεν έπαυε η γλωσσίτσα τους να κόβει και να ράβει. Να λέει και να λέει… Και τι δεν έλεγαν οι «τσιούπες» του καιρού εκείνου. ΄Ετσι παρέα τόσες πολλές, μόνο σε τέτοιες ώρες βρίσκονταν και στο  «χορό των κορασίων», όταν τις προσκαλούσαν με τον «τεσκερέ» – προσκλητήριο- σε «Χαρά»- δηλαδή σε γάμο. Μελίσσι που βομβούσε έμοιαζε η αυλή του κυρ Μαυρουδή από τις χαρούμενες κουβέντες των κοριτσιών, από τα γέλια και τα τραγούδια τους. Τραγούδια της εποχής εκείνης….

Στην ώρα της σκόλης πιάνονταν και σε χορό και τραγουδούσαν όλα τα όμορφα τοπικά χορευτικά τραγούδια….

Επίσης τραγουδούσαν το «άσπρο τριαντάφυλλο φορώ, βολιούμαι να το βάψω» ή «ζιμπιλάκι μου γαλάζιο, σαν σε δω αναστενάζω»ή της «Νέτα του Φασούλα» το τραγούδι κι ένα σωρό άλλα.

Συντροφιαστά δούλευαν νυχτέρια και στο Ορεστικό ΄Αργος τα κορίτσια και ξεχνούσαν τον κόπο της δουλειάς με τ΄ αστεία , το χορό και το τραγούδι. ……

Σεπτέμβριο μήνα μεγάλο πανηγύρι είχαν και στην Παλιοχώρα της Χαλκιδικής. Ο κάθε νοικοκύρης του χωριού μάζευε στ΄ αλώνι του τις «κουκ΄νάρις» τις «ρόκες» ή  «γκουγκούτσκες» των καλαμποκιών, κι ετοίμαζε τους «κοπανούς». Κάτι χοντρά ξύλα, μακριά, δυόμισι περίπου μέτρα και χοντρά όσο ένα μπράτσο, που στη μια τους άκρη ήταν λεπτότερα- εκεί όπου πιάνονταν- ενώ στην άλλη πλευρά – για να χτυπούν τις κουκουνάρες- ήταν χοντρότερα. Το ξεσπείρισμα του καλαμποκιού εκεί το έκαναν με τους κοπανούς, ενώ στα Γιαννιτσά με ένα διαφορετικό εργαλείο, ένα μεταλικό ημικύκλιο που είχε μια προεξοχή στο κέντρο του. Μ΄ εκείνη την προεξοχή χτυπούσαν την κουκουνάρα , έπεφταν τα πρώτα σπειριά του καλαμποκιού και κατόπι πολύ εύκολα ξεσπειρίζονταν ολόκληρη. Καλούσε λοιπόν και ο χωριανός στην Παλαιοχώρα της Χαλκιδικής δέκα με είκοσι κοπέλες και παλληκάρια του χωριού, συγγενικά και ξένα και με τους κοπανούς ξεσπείριζαν τις «κουκ΄νάρις». Ντακ ντουκ, ντακ ντουκ χτυπούσαν ρυθμικά…..

΄Όταν πια τέλειωναν το ξεσπείρισμα του καλαμποκιού, έμπηγαν τους κοπανούς στο σωρό και λέγανε στον νοικοκύρη:

-Τόσο πάνω ν ανέβει ο σωρός του χρόνου.

Και ο νοικοκύρης ευχαριστημένος από τις εγκάρδιες ευχές τους, έστρωνε τραπέζι πλούσιο με το απαραίτητο σαραγλί στο τέλος και την πίττα. Στερνά συνόδευε τα κορίτσια στα σπίτια τους ο ίδιος ο νοικοκύρης εκείνα που ήταν μικρά στην ηλικία.

Στα νυχτέρια , τα κορίτσια και οι γυναίκες όχι μόνο ξεσπείριζαν το καλαμπόκι, αλλά κλώθανε και μαλλί, έγνεθαν, έπλεκαν, μπούρλιαζαν καπνά κι ο μαχαλάς βούιζε από τα τραγούδια. Από νυχτέριο σε νυχτέριο γυρόφερναν και τα παλληκάρια του χωριού για σεργιάνι . Στα νυχτέρια παίζανε τα κορίτσια και το διασκεδαστικό παιχνίδι «του παπά τ΄ αλώνι». Από το μπαμπάκι που κλώθανε στη ρόκα τους, έκαναν ένα κύκλο στ΄ αλώνι. Στη μέση αυτού του αλωνιού βάζανε δύο φλόκους από βαμβάκι κι έπειτα έβαζαν φωτιά στην άκρη του αλωνιού. Καθώς καίγονταν το βαμβάκι λέγανε: « Αν αγαπιούνται ο τάδε και η τάδε να καγούν τα μπαμπάκια». Αν λοιπόν καίγονταν μόνο το σχηματισμένο αλώνι, σήμαινε πως ο τάδε και η δείνα δεν αγαπιούνταν. Ενώ αν καίγονταν και οι φλόκοι μαζί τότε αληθινά αγαπιούνταν και οι  δυο. ΄Όταν καίγονταν μόνο ο ένας φλόκος, σήμαινε πως μόνο ο ένας από τους δυο αγαπούσε. Εάν σιγοκαίγονταν, δήλωνε πως κρυφοαγαπιούνταν κι όταν καίγονταν εντελώς τότε άκουγες να φωνάζουν :

-Είδις, Είδις μαρή; Πιπιλούδα γίν΄κιν! Στάχτη γίν΄κιν!

Προηγούμενο Άρθρο

Επαναλειτουργία του Πανεπιστημιακού Τμήματος Κωπηλασίας στις εγκαταστάσεις του Ν.Ο.Καστοριάς (φωτογραφίες)

Επόμενο Άρθρο

Το επικίνδυνο βαθούλωμα του δρόμου στην αρχή της οδού Μητροπόλεως (φωτογραφίες)

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ