Μέρες γιορτινές (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

΄Ητανε Δεκέμβριος του 1958 και μεις μικρά παιδιά τότε που καταχαιρόμασταν επειδή θα μεσολαβούσανε οι σχολικές διακοπές του δωδεκαήμερου. Πηγαίνοντας  καθημερινά στο τρίτο δημοτικό σχολείο και πριν μπούμε στην τάξη – αυτό γίνονταν μετά το πρώτο  διάλειμμα – πίναμε ένα κύπελλο ζεστό γάλα που συνοδευόταν από ένα τριγωνικό κίτρινο κομμάτι αγελαδινό τυρί. Αυτά ήταν τα προσφερόμενα δώρα για τη νέα γενιά  της μετά εμφυλιακής συμφοράς. Περάσανε τόσα χρόνια από τότε που τα αγαθά των σπιτιών μας ήταν πάντα μετρημένα και λίγα, μα όπως το λέει και η παροιμία «ο νηστικός κομμάτια ψωμί ονειρεύεται». ΄Ητανε και που πολλά παιδιά δεν ξέραμε κιόλας τι είχε προηγηθεί την περασμένη δεκαετία όντας είμασταν μωρά, βρέφη που περίμεναν το γάλα από το μητρικό στήθος. Για κείνα τα παιδιά λέμε που μεγαλώσανε με στέρηση, που δεν είχαν ένα παιχνίδι και ονειρεύονταν από μια κουκλίτσα, ένα αμαξάκι ή μια μπάλα… κι όταν έπεφτε στα χέρια σου «το κοριτσάκι με τα σπίρτα»  , να πληγώνεσαι, να τραυματίζεσαι τόσο… για  τον άδικο χαμό… μιάς φτωχούλας…

1958… τότε… τουλάχιστον υπήρχε ένα πιάτο φαϊ, ένα – έστω – ζεστό δωμάτιο, ένα μπαλωμένο μα καθαρό ρούχο… και εκείνο που έκανε τα παιδιά χαρούμενα ήταν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στολισμένα με χρυσόχαρτα, κάστανα και καραμέλες, με πολύχρωμα φανταχτερά χαρτάκι, κι απαραίτητη ή χάρτινη παράσταση με το σπήλαιο και την αγία οικογένεια που στέκονταν ανάμεσα στα ζώα που με τα χνώτα τους ζέσταιναν το νεογέννητο Χριστό. Τα σκαλιστά με την φιγούρα του ΄Αη Βασίλη, αγορασμένα με μισή δραχμή από τα μαγικά μαγαζάκια του Τζίμυ και του Καραμπατάκη συμπληρώνανε το ντεκόρ των ημερών…

Σε ώρες γιορτινές εμείς τα παιδιά μαγευτήκαμε από τα πολύχρωμα λαμπιόνια που στόλιζαν δέντρα και βιτρίνες, άρτι αφιχθέντα από τις αγορές της Ευρώπης και της Αμερικής… κι εκεί να δει κανείς τι ονειρεύονταν η παιδική ψυχή, τι έκρυβε, καθώς καταλάβαινε πως τέτοια δώρα θα αργούσανε να μπούνε στα σπιτικά μας κάμποσα χρόνια.

Κι ενώ τα παιδιά ονειρεύονταν τον ουρανό με τ΄ άστρα, ο Βαλτάσαρ, ο Γκασπάρ κι ο Μελχιόρ έφθαναν ύστερα από πολυήμερους υπολογισμούς στην Βηθλεέμ, όπως έψαλαν οι μικροί τραγουδιστές

κι «άστρον λαμπρόν τους οδηγεί

χωρίς να λείψει ώρα».

23 Δεκεμβρίου οι δρόμοι ήταν κατειλημμένοι  από τους μικρούς καλαντιστές που τα λέγανε στους γείτονες, στις θειές, στους μαγαζάτορες, ενώ οι κυράδες των σπιτιών τα λέγανε βιαστικά στο δρόμο με τις φίλες και τις συγγένισες. «Πήραμε χοιρινό από τη Σδράλτση» «Κι εμείς αγόρασάμε ένα μπούτι από τη Βυσσινιά» «Εμείς πάλε το τράνεψάμε με μήλα στο τσιφλίκι του συμπέθερου στο Σέτομο- Κεφαλάρι». Οι κουβέντες που αντάλλαζαν είχαν μέσα το μεράκι, τη χαρά, γιατί θα το έκαμναν με όρεξη πολλή και ευχαρίστηση για την οικογένεια και τα σοϊλίδικα τσιμπούσια…

Η παραδοσιακή συνταγή που ακολουθεί προέρχεται από το αρχείο της Τασίτσας Πετκανά, καλή της ώρα… και με την υπογραφή και το μεράκι της Σταυρούλας Γκέρου.

Καστοριανά Λουκάνικα

Κόβουμε το χοιρινό κρέας στη μηχανή του κιμά. Το βάζουμε σε ένα σινί και ρίχνουμε αλάτι, μαύρο πιπέρι, μοσχοπίπερο, κρουμμύδι κομμένο με το χέρι για να μην μυρίζει, τσιουμπρίτσα, λίγη ρίγανη και λίγο κρασί κόκκινο. Αφού τα ζυμώσουμε καλά τηγανίζουμε ένα κομμάτι κιμά για να το δοκιμάσουμε απ΄ αλάτι. Πλένουμε τα έντερα και τα γιουμίζουμε με τη μηχανή. Κάθε λίγο τα τρυπούμε με μια βελόνα, τα δένουμε στις άκρες και μετά τα κρεμνούμε για να στεγνώσουν σ΄ ένα κουντάρι, κι από κάτω βάνουμε σινιά για να τρέχουν τα ζουμιά. Τ΄αφήνουμε να στεγνώσουν καλά και μετά τα τυλίγουμε στο λαδόχαρτο και τα βάνουμε στην καρότσα.

Σταυρούλα του Γκέρου

1958 «Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η φύσις όλη»

Τα γιορτινά ρούχα για την εκκλησία κρέμονταν στην τρανή ντουλάπα το καθένα στη θέση του. Μέχρι και οι λαστιχένιες μπότες κατακάθαρες από λάσπη,  μας περίμεναν για μια ενδεχόμενη χιονόπτωση. Το Βίτσι ούτε που φαίνονταν και η Ψαλίδα ήταν κουκουλωμένη ως τ΄ αυτιά με μπόλικη ομίχλη…

25/12/1958  και η πόλη ξύπνησε μέσα στο γιορτινό πρωϊνό ντυμένη στα κατάλευκα… σαν μια ασπρόμαυρη σχεδόν κάρτ ποστάλ ήταν από εκείνες τις παλιές που αγοράζαμε από τα βιβλιοπωλεία του Βουϊτση και τους Δούκηδες. Χιόνι έπεφτε, μπόλικο χιόνι σε στέγες, δέντρα, κήπους, αδριάντες, δρόμους, καράβια αραγμένα και λιγοστά αυτοκίνητα…΄Ετσι οι άνθρωποι που ξύπνησαν νωρίς για τη λειτουργία των Χριστουγέννων ήταν κομμάτι αυτής της υπέροχης κάρτ ποστάλ… Μπήκαμε και βρεθήκαμε νοερά δίπλα στη Φάτνη κι η εκκλησία ήταν ο ιδανικός τόπος για να το ζήσουμε…

«Η Παρθένος σήμερον

τον υπερούσιον τίκτει

και η γη το σπήλαιον

το απροσίτω προσάγει

΄Αγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι

μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι

δι ημάς γαρ εγεννήθει

παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός…»

Το χιόνι έπεφτε το ίδιο αθόρυβα – όπως το συνήθιζε- και η επιστροφή στα σπιτικά μας, στο ζεστό χειμωνιάτικο δωμάτιο, με τη φαγάνα σόμπα να τρώει αχόρταγα τα ξύλα, προς στιγμή μας έκανε να ξεχνούμε προσωρινά το χιονισμένο τοπίο…

Καστοριά, κάτω αγορά, ανάμεσα στις οδούς Ερμού, ΄Αρτη και Λιμπάνια – Ψαράδικα.

Η μεγάλη πολυτέλεια στα σπίτια και τα καταστήματα ήταν το ηλεκτρικό φως που πρωτοάναψε το 1926. Σόμπες μικρές, τρανές, με στολίσματα περίτεχνα, εξακολουθούσαν να ζεσταίνουν τους σπιτιάτες. Κάποια τζάκια λειτουργούσαν καλά, κι έλεγαν ολόγυρα παραμύθια ακόμη οι ηλικιωμένοι στα νέα βλαστάρια.

Οι κουζίνες είτε με το πετρογκάζ είτε με πιο παλιούς τρόπους μαγειρέματος, μα πλούσια μα μετρημένα, είχανε τα λουκάνικα , τους σαρμάδες, τις αρμιόπιτές τους. Τα ταψιά με το μπακλαϊ ή το καταϊφι λιγόστευαν σύντομα από τους καλοθελητές, κι όλα αυτά ψημένα ως επι το πλείστον στους έξω φούρνους της κάθε γειτονιάς. Λίγα τα σπιτικά που είχανε κουδούνι στην εξώπορτα, τα πιο πολλά χρησιμοποιούσαν το παραδοσιακό τσιουκαλίδι- ρόπτρον- για τους γραμματισμένους.

Οι οικογενειακές συγκεντρώσεις στις βραδινές βεγγέρες του δωδεκαήμερου, φέρνανε κοντά τα σόγια, κι ας ήταν ορισμένοι «μουτσκουμένοι»… έδιναν τόπον στην οργή… ήταν και το ντόπιο κρασάκι που πότιζε τους καλεσμένους και κείνες οι μέρες ήταν δείγμα πως οι τρεις γενιές συνυπήρχαν ακόμη… στα επαρχιακά μέρη, τις κωμοπόλεις, τα χωριουδάκια.

Εμείς κι εσείς σαν μικροί πλανόδιοι φωτογράφοι, καταγράφαμε στον φακό μας τα ανταμώματα αυτά, που διανθίζονταν με τραγούδι – όχι επειδή υπήρχαν καλίφωνοι ντε και καλά- αλλά γιατί το κρασάκι έφερνε κέφι κι όπως ορίζει το ρητό «οίνος ευφραίνει καρδίαν», υπήρχε διάχυτη στην σοϊλίδικη παρέα, να τραγουδούν δυο δυο, τρεις τρεις και μεις ως μικρά ή μικρότερα μέσα στις μικρές ώρες που ο ύπνος έχει ένα σημαντικό λόγο να μας κοιμίζει χωρίς δυσκολία, να γλαρώνουμε λίγο λίγο, να μισοκλείνουν τα βλέφαρα και νάμαστε στις κατακόκκινες φλοκάτες των ντιβανιών , και η αυτού μεγαλιώτης «ο γκαβουνούμης» να μας νανουρίζει, οι μουσικάντες με το ακορντεόν, το βιολί, το ούτι, να μας φέρνουν μελωδίες μακρινές από τα κύματα του Δούναβη ως τις Πολίτικες γειτονιές στο Πέραν…

Το χιόνι συνέχιζε να στολίζει για μέρες τα ηλεκτροφόρα καλώδια, τα πάρκα της γειτονιάς μας , την προτομή του Βάν Φλήτ κι ένα φασκιωμένο με χοντρό τσουβάλι φοινικοειδές , ένα εξόριστο κοντό δεντράκι φερμένο από άλλα κλίματα… νότια και ζεστά.

Δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο όλες οι ευχετήριες κάρτες βρίσκονταν αραδιασμένες, σταλμένες από τα σόγια του εσωτερικού και του εξωτερικού (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Παραμυθιά Ηπείρου, Νέα Υόρκη, Τορόντο, Μόντρεαλ) στολισμένες με τις χαρούμενες φιγούρες των εκκλησιών, τα χιονισμένα έλατα, τις χρυσές καμπανίτσες, τα κατακόκκινα αλεξανδρινά λουλούδια και τον στρουμπουλό άγιο των δώρων με τα ιπτάμενα ελαφάκια του, ευχόμενοι σε σας και μας, στα αγγλικά και τα ελληνικά:

«Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχές το νέον έτος»

«Merry Christmas and a happy new year»

Αυτά που τότε ήταν γιορτινές ευχές αγάπης, τώρα είναι μια όμορφη ανάμνηση συνοδευόμενη με τη νοσταλγία που φέρνει ο χρόνος…

2021 Μήπως το mail είναι άοσμο;… λαθέψαμε;… Μα το ξέραμε ήδη από παλιά πως… «τα πάντα ρει…»

Προηγούμενο Άρθρο

Προσφορά ειδών σε ιδρύματα & φορείς από τις Αστυνομικές Υπηρεσίες της Δυτ. Μακεδονίας (φωτογραφίες)

Επόμενο Άρθρο

Ματαιώνονται οι εορταστικές εκδηλώσεις – Συνεχίζεται η λειτουργία της Μαγικής Λιμνοπολιτείας

Τελευταία από ΑΠΟΨΕΙΣ