Λίγο πριν τα Χριστούγεννα -τότε που είμασταν μικρά παιδιά- (Γράφει η Μαρούλα Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

1958, Δεκέμβριος… κι οι ώρες του δωδεκαημέρου κόντευαν…

Το παίρναμε χαμπάρι από τις κινήσεις των νοικοκυραίων της γειτονιάς μας. ΄Όταν ζεις δίπλα στην αγορά- μια ανάσα που λέμε-  τότε «φωτογραφίζεις» όλα όσα δείχνουν ξεχωριστά.

Πρωϊ πρωϊ στην οδό ΄Αρτη, κοντά στα ψαράδικα ξεφόρτωναν τσουβάλια αλεύρι οι αχθοφόροι, στο φούρνο του Κάρζια, ενώ στο μικρό μπακάλικο του Καρακάση πλήθαινε το πήγαινε-έλα των νοικοκυράδων που αγοράζανε μπόλικη ζάχαρη για τα γλυκά  των ημερών. Στα παζάρια της Δευτέρας, έβρισκε κανείς πολλά προϊόντα από τα κοντινά ορεινά χωριά – κυρίως φορτώματα ξύλων- που μετέφεραν στη ράχη τους, γάϊδαροι και μουλάρια. Ο κάθε νοικοκύρης που νοιάζονταν γι αυτά, τριγύριζε από τον ένα χωρικό στον άλλο, με στόχο να καταφέρει μια καλύτερη τιμή. Στο δρόμο της οδού ΄Αρτη, κυρούλες πουλούσαν κοτόπουλα, καρύδια, πράσα, πατάτες, λάχανα, προϊόντα της γής που ήταν απαραίτητα για την διατροφή. Στο δρόμο αυτό βρίσκονταν και το υποδηματοποιείο του Φάνη απο τη Μεταμόρφωση. Τέτοιες μέρες, περιποιότανε με το παραπάνω τη βιτρίνα του, επιλέγοντας τα πιο φανταχτερά παπούτσια, για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού.

Δεκέμβριος του 1958, το κρύο δυνάμωνε, και μέσα στα σπιτικά και κυρίως στα χειμωνιάτικα δωμάτια οι μαντεμένιες σόμπες καίγανε ολημερίς ως ότου  κοιμηθούμε. Η ενάτη βραδινή σήμαινε τέλος όλων των δραστηριοτήτων. Η σόμπα έσβηνε κι από κει και ύστερα, όνειρα γλυκά για μικρούς και μεγάλους. Μπορεί οι υπόλοιποι χώροι των σπιτιών νάταν πέρα για πέρα παγωμένοι, μα στο καθημερινό δωμάτιο βασίλευε η θαλπωρή, με τις κόκκινες φλοκάτες στρωμένες στα ντιβάνια και τη ξυλόσομπα να «τρώει» τα ξύλα που έδιναν την υπέροχη ζεστασιά και να ψένει συν τοις άλλοις τα βράδα τα κάστανα και να μας χορταίνει, να τοιμάζει νερό στο γκιούμι για το πλύσιμο των πιάτων.

Δεκέμβρης κι έρχονταν η ώρα που οι μεγάλοι ξεκινούσαν το παζάρεμα για το χοιρινό κρέας, συναντώντας στο δευτεριάτικο παζάρι τους προμηθευτές χωρικούς του νομού μας. ΄Ετσι στα μέσα του μήνα έφτανε ως το σπίτι η παραγγελία – το κομμάτι- από το οποίο η οικογένεια θάκαμνε σαρμάδες, τηγανιά, τσιγαρίδες, λουκάνικα.

Οι ευκολίες στα σπιτικά λείπανε, μα λύσεις υπήρχαν πάντα. Το καθημερινό δωμάτιο, μια φορά το χρόνο, γίνονταν «εργαστήριο παρασκευής λουκάνικων». Κάτι τέτοιες ώρες ήταν απαραίτητη η συμμετοχή μιας έμπειρης θείας, πεθεράς ή τέλος πάντων μιας τρανύτερης νοικοκυράς που γνώριζε όλα όσα απαιτούνταν για την Παρασκευή τους. ΄Ετοιμη η κρεατομηχανή, στηριγμένη, βιδωμένη στο τραπέζι του δωματίου, κι ολόγυρα αραδιασμένα ταψιά και ταψάκια. Με μεγάλο κοφτερό μαχαίρι, κόβονταν το κρέας σε μικρότερα κομμάτια, κι ύστερα περνούσε μέσα από την κρεατομηχανή να αλεστεί, να γίνει κιμάς. Από τη μηχανή περνούσε και το χοιρινό λίπος που αναλογούσε σε μια συγκεκριμένη ποσότητα χοιρινού. Παραδίπλα υπήρχε ζυγισμένο το χοντρό αλάτι, η η τσιουμπρίτσα  μετρημένα σε κουτάλια, το μαυροπίπερο, το κρασί μπρούσκο και τα τριμμένα στον τρίφτη κρεμμύδια. Από πολύ νωρίτερα στην κουζίνα είχανε τοιμαστεί τα έντερα (που γυρέψαμε από τον χωρικό) τα οποία είχαν μπεί στο ξυδόνερο , αναποδογυρίστηκαν κι ήταν έτοιμα για τα περαιτέρω. Σε λίγο άρχιζε το ζύμωμα των υλικών. Στη περίπτωσή μας η θεία Ντότα ήταν το δεξί χέρι που έδειχνε σ΄ όλο το σόϊ όλα όσα γνώριζε από τη μάνα της, και τη γιαγιά της. Δοκίμαζε το μείγμα, στο αλάτι και τα μπαχαρικά και εφ΄ όσον η γεύση την ικανοποιούσε σε λίγο ξεκινούσε το γέμισμα, και δώστου εμείς τα παιδιά να φουσκώνουμε τα έντερα και να τα περνούμε στο χωνί. Επιτέλους ξεκινούσε το γέμισμα.

-Τάκη, γύρνα τη μηχανή, και σταμάτα όταν σ΄ ειπώ.

– Κούλα, δένε τις άκρες με νήμα σφιχτά, σφιχτά.

Ψάξε για καμμιά τρανή βελόνα, τα λουκάνικα να μείνουν στα σινιά, κι αύριο κρέμασμα στο κοντάρι. Τόφεράτε;

΄Ετσι κυλούσε κάμποση ώρα. Είχαμε τοιμάσει τις κλωστές για το δέσιμο (ότι κουβαράκια από ντεμισέ είχανε περισσέψει, βρήκαν μια νέα  χρήση). Η θεία έδωσε την τελευταία οδηγία.

-Χράζεται να βγούν 2-3 μέρες , όξω στο μπαλκόνι αμά να είναι σκεπασμένα με καθαρό  τραπεζομάντηλο, για να μην σέβουν τίποτε μύγες. Να μην τα πάτε στο πίσω μπαλκόνι, γιατί άμα τα μυρίσουν οι γάτες, θα κάμουν γουρουνοχαρά… τον νου σας…

Κι εκεί που τέλειωνε η επιχείρηση «Σπιτικά λουκάνικα» η θεία χαρούμενη «έπιανε τα τοπικά κόλιεντα» και ξεκινούσε το τραγούδι «αραδιαστείτε έμπρεπα όλοι με την αράδα»… προσθέτοντας κάθε τόσο, νέους στίχους, για τον κύρη, την κυρά, το μικρό μικρούτσικο. ΄Εχοντας εμείς εκπαιδευτεί καταλλήλως, είμασταν πανέτοιμα για την 23η Δεκεμβρίου, με τα τουρβαδάκια μας, τις λαστιχένιες μπότες, τα χοντρά παλτουδάκια, το κασκόλ.

Από τη γειτονιά αυτή όπου μεγαλώναμε πολλά παιδιά κάποτε, απομένουν στις αναμνήσεις κι οι άνθρωποι της φτώχιας, της ανέχεια, της ατυχίας. Ο πανύψηλος και άκακος Αποστόλης, που γνώριζε μαθηματικά και ο γερασμένος ΄Ανεμος, που γυρόφερναν έξω από τα καφενεία και τα κατώφλια των σπιτιών, να εξασφαλίσουνε τα προς το ζειν με την βοήθεια που τους έδινε ο καθένας.

Στο χωριό όπου μεγαλώσαμε στη γειτονιά μας, ζούσαν στο δικό τους κόσμο και στη δική τους μοναξιά, «τα κορίτσια της αμαρτίας»… στηριζόμενα στα χαρτζιλίκια των αμαρτωλών επίσης πελατών…

΄Εχουνε περάσει από τότε χρόνια και χρονάκια, ποιος ξέρει αν ζουν, αν υπάρχουν…

Μα μέρες σαν κι αυτές, επιστρέφουν μ΄ όλες τις εικόνες και τις αναμνήσεις που βαστήξαμε- σαν ασπρόμαυρη ταινία του ελληνικού σινεμά-  κινούνται στο παζάρι της δευτέρας , στο φούρνο, το μπακάλικο, ψωνίζουν μαζί με τους ευηπόληπτους γείτονες, τα απαραίτητα αγαθά, για τον ερχομό του δωδεκαημέρου

«κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος

Ανεμοδαρμένοι βράχοι,… άνθρωποι μονάχοι»…

Μ. Γκαμπέση